Του Στέφανου Κασσιμάτη/ kassimatis@kathimerini.gr

Εχει γίνει πια κοινός τόπος ότι το πρώτο που πρέπει να σπάσει, αν είναι να ξεπεράσουμε την κρίση και να μη μας ξεπεράσει, είναι ο φαύλος κύκλος του λαϊκισμού. Η ευκολία του λαϊκισμού και η εγγυημένη επιτυχία του στα τριάντα χρόνια του δικομματισμού έκανε τους πολιτικούς των αστικών κομμάτων να κατέβουν στο επίπεδο της μάζας και να αφεθούν να παρασυρθούν μέσα της. Με τον τρόπο αυτό, ουσιαστικά, αποποιήθηκαν τον ηγετικό ρόλο τους. Γι’ αυτό και η χώρα πήγε στα βράχια, με την πολιτική ηγεσία της να παρακολουθεί άπρακτη το μοιραίο. Και, τώρα, που είναι πια απαραίτητο για την επιβίωση της χώρας η ηγεσία της να ξεχωρίσει από τη μάζα και να ηγηθεί, κάποιοι δεν ξέρουν πώς να το κάνουν (έχουν ξεχάσει), κάποιοι άλλοι φοβούνται μην πάνε αδιάβαστοι και διστάζουν, τέλος, κάποιοι τρίτοι, πονηροί και ιδιοτελείς, αφήνουν τους άλλους να πέσουν υπέρ του σκοπού, με την ελπίδα ότι το δικό τους σαρκίο θα επιβιώσει στο τέλος και αυτοί θα είναι και πάλι εδώ με την ιλαρή ωραιοπάθεια των βαμμένων μαλλιών τους ανέπαφη…

Βρισκόμαστε σε ιδιαίτερα κρίσιμη φάση της προσπάθειας που έχουμε καταβάλει ώς τώρα. Παρά την άνιση κατανομή των θυσιών, την αποτυχία στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και την τραγική καθυστέρηση στις μεταρρυθμίσεις, έχουμε πλησιάσει πολύ κοντά στο σημείο από το οποίο και μετά θα έχουμε πια πρωτογενές πλεόνασμα: μας μένει λίγο ακόμη ώσπου να το φθάσουμε. Πρόδηλη είναι η σκοπιμότητα της Αριστεράς να μην τα καταφέρουμε. Ξέρει ότι η αποτυχία της προσπάθειας για να παραμείνει η Ελλάδα (με όλες τις ιδιαιτερότητες και τις αποκλίσεις της) στον κόσμο της ελεύθερης οικονομίας είναι προϋπόθεση για την πραγμάτωση της ιδεολογικής εμμονής της. Ο σοσιαλισμός (γενικώς και αορίστως, διότι ούτε και αυτοί δεν ξέρουν τι θα κάνουν – πλην ΚΚΕ εννοείται) μόνον ως αναγκαστική και μοναδική επιλογή των ολότελα απελπισμένων μπορεί να προκύψει. Εξ ου και η υστερική αντίδραση της Αριστεράς, από τη στιγμή όπου εμφανίζεται η βία της Χρυσής Αυγής και ο καθένας πια βλέπει το προφανές: ότι ο σκοπός, είτε αριστερός είτε δεξιός, δεν αγιάζει τα μέσα. Για τον ίδιο λόγο, επίσης, οξύνεται ο ακτιβισμός της Αριστεράς, που τον είδαμε να κορυφώνεται με την -ασύλληπτη για τα μέτρα οποιασδήποτε στοιχειωδώς σοβαρής χώρας- κατάληψη του υπουργείου Εθνικής Αμύνης την περασμένη Πέμπτη υπό την καθοδήγηση καπεταναίων του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ. (Σε αγαστή επιχειρησιακή σύμπνοια, διόλου περιέργως…)

Η έννομη τάξη, η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας και το μέλλον της εντός των θεσμών της ελεύθερης οικονομίας βρίσκονται σήμερα σε ένα bras de fer με την Αριστερά. Για τον αστικό πολιτικό κόσμο, δεν είναι μόνον αναγκαίο να μην επιτρέψει στον εκβιασμό των άκρων να επιβληθεί στην κοινωνία, είναι επίσης ευκαιρία να σπάσει επιτέλους τον φαύλο κύκλο του λαϊκισμού. Τώρα ακριβώς είναι που χρειαζόμαστε πολιτική ηγεσία, η οποία θα δώσει το παράδειγμα, κάνοντας αυτό που είναι σωστό και αδιαφορώντας για το προσωπικό κόστος. Συγκεκριμένα, δε, στην περίπτωση της κατάληψης του ΥΕΘΑ, εγώ τουλάχιστον είδα έναν υπουργό, τον Νίκο Δένδια, να ανταποκρίνεται στην πρόκληση και να αναλαμβάνει τις ευθύνες του, και έναν άλλον, τον υποτίθεται κατ’ εξοχήν αρμόδιο Πάνο Παναγιωτόπουλο, να κάνει την πάπια για να μη χαλάσει το μαλλί του. Αν ο πρωθυπουργός πραγματικά το εννοεί ότι δεν θα αφήσει «τη χώρα να γίνει ξέφραγο αμπέλι», χρειαζόμαστε περισσότερους υπουργούς του είδους του Δένδια και λιγότερους Παναγιωτόπουλους. Η κοινωνία θα τον στηρίξει αν το τολμήσει, διότι αυτό που αναζητεί είναι ηγεσία με ισχυρή πεποίθηση στον σκοπό της προσπάθειας και αποφασιστικότητα στην πράξη. Η απουσία της είναι ο δρόμος προς τον ΣΥΡΙΖΑ…

RIP

Στις 29 Σεπτεμβρίου απεβίωσε (κοινώς, έφυγε…) σε ηλικία 86 ετών ο Aρθουρ Οξ Σουλτσμπέργκερ, εκδότης των New York Times από το 1963 ώς το 1997, οπότε παρέδωσε τα ηνία της οικογενειακής επιχείρησης στον συνονόματο υιό του. Ο εκλιπών υπήρξε επιτυχημένος στον δύσκολο ρόλο του επικεφαλής της «καλύτερης εφημερίδας του κόσμου». Κατόρθωσε να αυξήσει την κυκλοφορία της, χωρίς να ανεχθεί παραχωρήσεις στην αυστηρότητα των προδιαγραφών της: κόμικς, ωροσκόπια και προβλέψεις ιπποδρομιών δεν εμφανίσθηκαν στο φύλλο επί των ημερών του.

Όμως ο λόγος για τον οποίο νομίζω ότι αξίζει τον κόπο η αναφορά στο γεγονός του θανάτου του, μολονότι ελάχιστα έως καθόλου απασχολεί εμάς σε τούτη τη γωνιά του κόσμου, είναι το χιούμορ με το οποίο ο μακαρίτης αντιμετώπιζε στη διάρκεια της ζωής του το μεγαλύτερο προσωπικό του πρόβλημα: τα τυπικώς «ελλιπή» προσόντα του για τη σημαντική θέση που κατείχε επί 34 χρόνια και στην οποία τελικά διακρίθηκε. Η εικόνα, που προκύπτει από τις νεκρολογίες που δημοσιεύθηκαν στον διεθνή Τύπο, είναι ενός ανθρώπου ο οποίος είχε τη δύναμη να κάνει την αδυναμία του αστείο. Σας μεταφέρω παρακάτω μερικά στοιχεία που σταχυολόγησα, κυρίως στους βρετανικούς Times.

Κάκιστος μαθητής, παράτησε το σχολείο στα 17, κατατάχθηκε στους Πεζοναύτες και έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις στο Λέιτε και το Λουζόν των Φιλιππίνων στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου. «Η οικογένειά μου δεν ανησυχούσε. Ήξεραν ότι αν έτρωγα μια σφαίρα στο κεφάλι δεν θα πάθαινα καμία ζημιά», έλεγε για εκείνη την περίοδο της ζωής του. Παρότι μετά τον πόλεμο απέκτησε πτυχίο Αγγλικής Φιλολογίας από το Columbia (πραγματικά θα ήθελα να ήξερα πώς…), η σχέση του με το διάβασμα ποτέ δεν βελτιώθηκε. Όταν λ. χ. υποχρεώθηκε, εκ της θέσεώς του ως επικεφαλής του ομίλου, να διαβάσει τις περίπου 7.000 σελίδες των απόρρητων εγγράφων του Πενταγώνου για τον Πόλεμο του Βιετνάμ, προτού αποφασιστεί η δημοσίευσή τους από την εφημερίδα του, παραδέχθηκε: «Δεν ήξερα ότι ήταν δυνατόν κάποιος να κοιμάται και να διαβάζει συγχρόνως». Όταν έφευγε για διακοπές με τη θαλαμηγό του, ζητούσε να του προτείνουν βιβλία «του είδους εκείνου που αν δεν μου αρέσουν να μπορώ να τα πετάξω στη θάλασσα». Αποκαρδιωτικό ήταν και το ξεκίνημά του στη δημοσιογραφία και μόνον χάρη στην τύχη βρέθηκε με το τιμόνι του ομίλου στα χέρια του. Στο τέλος της πρώτης ημέρας του ως επικεφαλής της εταιρείας, τηλεφώνησε στην αδελφή του και της είπε: «Πήρα την πρώτη μου διοικητική απόφαση. Αποφάσισα να μην κάνω εμετό». Επειτα από 34 χρόνια, με το ίδιο αυτοσαρκαστικό πνεύμα κοίταζε και την επιτυχία του στην κορυφαία θέση του ομίλου: «Τελικά, ο νεποτισμός αποδίδει», έλεγε.

Τι συμπεραίνω από αυτά τα ολίγα για τον βίο του μακαρίτη; Ότι, εφόσον κάποιος διαθέτει χιούμορ, είναι πιθανό η ζωή να σταθεί καλή μαζί του· πολύ πιθανότερο, δε, αν έχει και την τύχη να γεννηθεί πλούσιος…

Πηγή: http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_07/10/2012_464963