images (3)

από τη Λουΐζα Ζαούση / 1.2.2012 lifo.gr

Η εκδότρια της Ωκεανίδας Λουίζα Ζαούση, γράφει για το πώς είναι δυνατόν να μετατρέπεις ένα μισοκαπνισμένο τσιγάρο και μια αλυσίδα σε σύμβολα κι έναν λαγό πάνω στα σκαλοπάτια ενός τρένου στο πιο τρομαχτικό πράγμα στον κόσμο.

«Ποιος είναι ο Τζον Γκολτ;».

Το φως της μέρας υποχωρούσε κι ο Έντι Γουίλερς δεν διέκρινε καθαρά το πρόσωπο του ζητιάνου. Ο τόνος της ερώτησης ήταν απλός, ουδέτερος∙ όμως οι κίτρινες αντανακλάσεις του ήλιου που έδυε στο βάθος του δρόμου αιχμαλώτιζαν το βλέμμα του ζητιάνου, που είχε σταθεί ειρωνικά πάνω στον Έντι Γουίλερς, λες κι η ερώτηση απευθυνόταν σ’ αυτό το αναίτιο αίσθημα ανησυχίας που είχε τρυπώσει μέσα του.

«Γιατί το ρωτάς αυτό;», ρώτησε απότομα ο Έντι Γουίλερς.

Έτσι ξεκινάει το μυθιστόρημα της Άυν Ραντ Ο Άτλας επαναστάτησε. Ποιος είναι ο Τζον Γκολτ; Μια ερώτηση –ή μήπως απλώς ένα όνομα;– που επανέρχεται συνεχώς σαν λάιτ μοτίβ στις πάνω από χίλιες σελίδες (στο πρωτότυπο) αυτού του επικού έργου. Ή μάλλον όχι μια ερώτηση, αλλά μια βολική απάντηση στα χείλη όποιου αδυνατεί να δώσει οποιαδήποτε άλλη εξήγηση. Δεν θα σας απαντήσω το ίδιο αν με ρωτήσετε «Γιατί η Άυν Ραντ;», «Γιατί να διαβάσω αυτό το βιβλίο;».

Θυμάμαι τον πατέρα μου που το διάβαζε, όταν εγώ ήμουν είκοσι χρόνων. Ήταν βυθισμένος στο βιβλίο και δεν επέτρεπε σε κανέναν να τον διακόψει. Η οικογένεια αγανακτούσε…  Έτσι γνώρισα την Άυν Ραντ και γοητεύτηκα. Μόλις ιδρύθηκε η Ωκεανίδα, το 1986, η πρώτη μου επιθυμία ήταν να εκδώσω το Εμείς οι ζωντανοί, το πρώτο της μυθιστόρημα, του οποίου η υπόθεση εκτυλίσσεται στη Ρωσία τα πρώτα χρόνια μετά τη Σοβιετική Επανάσταση. Η πολύτιμη συνεργάτις, φίλη και δασκάλα μου, η Διονυσία Μπιτζιλέκη, με απέτρεψε. «Θα σ’ το θάψουν οι Αριστεροί», μου είπε. Τόλμησα να το εκδώσω μόνο αφού κατέρρευσε το σοβιετικό καθεστώς και, ποιος θα το φανταζότανε, έγινε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Από τότε η Άυν Ραντ απέκτησε φανατικούς αναγνώστες. Αργότερα, εκδώσαμε και το Κοντά στον ουρανό, μια δίτομη μυθιστορηματική βιογραφία του μεγάλου αρχιτέκτονα Φρανκ Λόιντ Ράιτ. Δεύτερη επιτυχία. Τώρα είχε σειρά ο Άτλας, το πιο σημαντικό και τελευταίο της μυθιστόρημα. Πώς να το εκδώσουμε, όμως, που είναι τόσο ογκώδες; Κάναμε και ξανακάναμε τους λογαριασμούς κι όλο διστάζαμε. Ώσπου, μια μέρα, το πήρα απόφαση. Ήταν πριν από τρία χρόνια, σε μια εποχή οικονομικής άνεσης για όλους. Μέχρι να μεταφραστεί (ένας άθλος), φτάσαμε στο 2010, κι αυτό που φάνταζε δύσκολο πριν από μερικά χρόνια, τώρα έμοιαζε ακατόρθωτο. Αλλά είπα: «Δεν βαριέσαι! Ένα ρίσκο παραπάνω. Δεν υπάρχει τίποτα πιο επίκαιρο, δεν μπορεί να μην αρέσει ένα τόσο συναρπαστικό μυθιστόρημα. Να μου φύγει κι εμένα ο καημός…».

«Ναι, αλλά γιατί η  Άυν Ραντ;», θα με ξαναρωτήσετε. Ίσως γιατί ο ήρωας της Ραντ δεν νιώθει μηδαμινός όταν στέκεται στη βάση ενός ουρανοξύστη, αλλά σπουδαίος και σημαντικός, επειδή γνωρίζει ότι αυτό το επιβλητικό κτίσμα είναι δικό του έργο. «Γιατί τώρα η Άυν Ραντ;», θα επιμείνετε. Γιατί όσο κι αν ξέρω ότι δεν είμαι η Ντάγκνι Τάγκαρτ, η κεντρική ηρωίδα του Άτλαντα, δεν μπορώ να μη νιώσω σαν κι αυτήν όταν ένα βράδυ, κοιτάζοντας τη φθίνουσα εικόνα της Νέας Υόρκης, σκέφτεται: «Δεν είναι αυτός ο κόσμος που περίμενα». Κοιτάζω κι εγώ την Αθήνα με τα κλειστά μαγαζιά, τα σπασμένα πεζοδρόμια, τους ζητιάνους και τους άστεγους, τους άνεργους που αυξάνονται μέρα με τη μέρα, τα κατηφή πρόσωπα, την ανύπαρκτη ελπίδα… Δεν είναι αυτός ο κόσμος που περίμενα… «Γιατί πάντα η  Άυν Ραντ;», θα με ρωτήσετε ακόμα πιο πιεστικά. Γιατί όταν διαβάζω σκηνές (και επιμένω στη λέξη «σκηνές», καθώς η γραφή της  Άυν Ραντ είναι άκρως κινηματογραφική) όπως αυτή με την Κίρα Αργκούνοβα να προσπαθεί να διαφύγει στο χιονισμένο τοπίο της Σοβιετικής Ρωσίας, φορώντας για καμουφλάζ το νυφικό της μητέρας της, στο Εμείς οι ζωντανοί ή τη δίκη του Χάουαρντ Ρόαρκ στο Κοντά στον ουρανό ή το πρώτο ταξίδι της Ντάγκνι με τη Γραμμή Τζον Γκολτ, τα λόγια της στον Χανκ Ρίρντεν το πρωί μετά την πρώτη τους ερωτική νύχτα, τη συνάντηση του Χανκ με τον Φρανσίσκο ντ’ Ανκόνια και τόσα ακόμα, αυτό που νιώθω -αυτή η αισθητική απόλαυση- γίνεται τόσο έντονο που αποκτά σωματικές διαστάσεις. Οι μύες του προσώπου μου συσπώνται άθελά μου, σχηματίζοντας ένα χαμόγελο, κάτι φουσκώνει μέσα μου, πιέζει το στήθος μου, δεν με χωράει ο τόπος, δεν με χωράει το πετσί μου, δεν με χωράει ο κόσμος ολόκληρος – και ναι, αυτή η ασύγκριτη αίσθηση είναι μια ελπίδα.

«Μα τι λέει, πια, αυτό το μυθιστόρημα;», θα με ρωτήσετε ίσως με κάποια αγανάκτηση, αποζητώντας τώρα πια κάτι πιο συγκεκριμένο. Χμ… Εδώ τα πράγματα δυσκολεύουν. Πώς μπορώ να σας χαλάσω το σασπένς; Πώς μπορώ να σας στερήσω την απόλαυση ν’ ανακαλύψετε μόνοι σας τι είναι αυτός ο Τζον Γκολτ; Μια παροιμιώδης έκφραση; Το όνομα μιας σιδηροδρομικής γραμμής; Φανταστικό ή υπαρκτό πρόσωπο; Πιστέψτε με, είναι καλύτερα ν’ αφήσετε να σας πει την ιστορία η ίδια η  Άυν Ραντ, με τον δικό της απαράμιλλο τρόπο. Να δείτε πώς είναι δυνατόν να κάνει κανείς λογοτεχνία με παλιοσίδερα, πώς είναι δυνατόν να μετατρέπει ένα μισοκαπνισμένο τσιγάρο και μια αλυσίδα σε σύμβολα, πώς είναι δυνατόν να κάνει έναν λαγό πάνω στα σκαλοπάτια ενός τρένου να φαντάζει σαν το πιο τρομαχτικό πράγμα στον κόσμο, πώς είναι δυνατόν σ’ ένα τόσο πολυσέλιδο μυθιστόρημα να μην έχει γραφτεί ούτε μια λέξη στην τύχη!

Ναι, πιστέψτε με, πρέπει ν’ ανακαλύψετε μόνοι σας ποιος είναι επιτέλους ο Τζον Γκολτ.

Πηγή: liFO