από Κωνσταντίνο Μαριόλη

δημοσιεύθηκε στο www.capital.gr

Την ανάγκη των μεταρρυθμίσεων σε συνδυασμό με την εξυγίανση του φορολογικού συστήματος και την προώθηση αναπτυξιακών ενεργειών τονίζει στο Capital.gr, η Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κ. Άννυ Ποδηματά. 

Με πρωτοβουλία της  κ. Ποδηματά διεξάγεται σήμερα  30 Οκτωβρίου 2012 και ώρα 5.00-8.00 μ.μ. ημερίδα με θέμα «Περνώντας από τα λόγια στις πράξεις: μια δίκαιη και βιώσιμη ανάκαμψη για την Ελλάδα και την Ευρώπη». Η ημερίδα θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα MC2 του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.

Η εκδήλωση, θα επικεντρωθεί σε δύο θεματικές ενότητες. Η πρώτη αφορά στις ανάγκες χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας και στο ρόλο που μπορούν να παίξουν νέα, καινοτόμα χρηματοδοτικά εργαλεία στις προσπάθειες ανάκαμψης. Η δεύτερη αφορά στη φορολογική δικαιοσύνη, θέμα απόλυτης προτεραιότητας, καθώς αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη και κοινωνικά δίκαιη έξοδο από την κρίση, για τη βιώσιμη ανάπτυξη και εντέλει για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο πολιτικό σύστημα αλλά και στις θεμελιώδεις αξίες της Ευρώπης. 

 

Συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Μαριόλη



Ποιο είναι το πλαίσιο των απαιτούμενων ενεργειών για να οδηγηθεί η χώρα, αρχικά σε ανάκαμψη και στη συνέχεια στην “πολυπόθητη” βιώσιμη ανάπτυξη;

Πρώτα απ όλα, θα πρέπει να καταφέρουμε να σταθεροποιήσουμε την κατάσταση. Και σταθεροποίηση σημαίνει ένα προϋπολογισμό που δεν θα παράγει ελλείμματα, άρα που θα μπορεί να χρηματοδοτεί χωρίς πρόσθετα χρέη τη λειτουργία του αλλά και την εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων.

Σταθεροποίηση σημαίνει επίσης σταδιακή αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο κράτος και στην οικονομία, ώστε να μπορούν να δημιουργηθούν θετικές προσδοκίες για το μέλλον. Σ αυτό το σημείο, εξακολουθούμε να έχουμε ένα τεράστιο έλλειμμα.

Είναι γεγονός ότι έχουν γίνει πολλά, ιδιαίτερα στο κομμάτι της δημοσιονομικής προσαρμογής, αλλά έχουμε πολλά ακόμη να κάνουμε: 

Για παράδειγμα, να αποκτήσουμε επιτέλους ένα υγιές, σταθερό, δίκαιο και αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα, ένα σύστημα απόδοσης δικαιοσύνης σε όλα τα επίπεδα- από την μικρή και μεγάλη διαφθορά στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, έως τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ταχύτητα τελεσιδικίας – να αποκτήσουμε ένα διαφανές και αποτελεσματικό πλαίσιο αδειοδότησης και λειτουργίας της επιχειρηματικότητας. Εάν δεν προχωρήσουν αυτά, δίπλα στα μέτρα αναγκαστικής δημοσιονομικής προσαρμογής και δίπλα στα μέτρα αναγκαστικής προσαρμογής της ιδιωτικής οικονομίας, τότε δεν θα καταφέρουμε να ανακάμψουμε, πολύ περισσότερο να περάσουμε σε βιώσιμη ανάπτυξη που είναι και το ζητούμενο.

Τη δόση μπορεί να την πάρουμε, ωστόσο ο κόσμος αυτό που επιθυμεί είναι να δει ουσιαστική αλλαγή. Μπορούμε να… προλάβουμε το χαμένο τρένο των μεταρρυθμίσεων;

Έχετε δίκιο ότι ο κόσμος επιθυμεί ουσιαστική αλλαγή. Και θα πρόσθετα ότι όσο καθυστερούμε, τόσο μεγαλύτερη και δυσκολότερη είναι η προσπάθεια που πρέπει να καταβάλλουμε.

Εάν είχαμε ξεκινήσει όταν έπρεπε να υλοποιούμε, με ήπιο ρυθμό, τις ριζικές αλλαγές που είχε ανάγκη ο δημόσιος τομέας αλλά και η οικονομική και παραγωγική δομή της χώρας, δεν θα είχαμε φτάσει εδώ. Και θα αποφεύγαμε τη βίαιη και επώδυνη προσαρμογή που απαιτείται σήμερα.

Και για να γίνω πιο συγκεκριμένη: εδώ και δεκαετίες δεν καταφέραμε –γιατί δεν τολμήσαμε-να βάλουμε κανόνες για την αξιολόγηση και τη διαχείριση των χρηματοδοτικών αναγκών και του προσωπικού στο δημόσιο τομέα, εδώ και δεκαετίες δεν καταφέραμε –γιατί δεν τολμήσαμε- να θέσουμε ένα ανταγωνιστικό πλαίσιο λειτουργίας των αγορών. Το αποτέλεσμα είναι ότι τώρα πρέπει, μέσα σε λίγους μήνες, να αναμορφώσουμε το εργασιακό, να βελτιώσουμε και να απλοποιήσουμε το καθεστώς αδειοδότησης και λειτουργίας της επιχειρηματικότητας, να προχωρήσουμε στην απελευθέρωση υπηρεσιών και επαγγελμάτων-υποχρέωση που απορρέει από το κοινοτικό κεκτημένο και τη συμμετοχή μας στην Ενιαία Αγορά.

Εδώ και δεκαετίες δεν κατορθώσαμε –γιατί δεν τολμήσαμε– να ρυθμίσουμε και να ξεκαθαρίσουμε το πλαίσιο χρήσεων γης, τη διαχείριση των επιδοτήσεων, το προϊόν του πρωτογενούς τομέα που μπορεί να υποστηρίζεται από το κράτος, το πλαίσιο για την αξιοποίηση των φυσικών μας πόρων.

Αυτά όλα είναι δύσκολα και αναπόφευκτα δημιουργούν αναταράξεις και τριγμούς. Όμως, για να απαντήσω ευθέως στο ερώτημά σας: ναι, μπορούμε και πρέπει να προλάβουμε το τρένο των μεταρρυθμίσεων, όχι γιατί το επιβάλλει η Τρόικα αλλά γιατί αν θέλουμε να επιβιώσουμε και να ορθοποδήσουμε στο σημερινό σύνθετο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον δεν έχουμε άλλη επιλογή. Όλα αυτά βεβαίως προϋποθέτουν εθνική συνεννόηση, ιεράρχηση στόχων και προτεραιοτήτων και προσπάθεια για τη μεγαλύτερη δυνατή κοινωνική δικαιοσύνη, ώστε να υπάρχει και κοινωνική αποδοχή.

Υπάρχει φως στο τούνελ, σε ότι αφορά τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας και αν ναι πότε θα γίνει αυτό;

Πρώτα απ΄ όλα, καταλαβαίνουμε όλοι ότι το μοντέλο χρηματοδότησης του παρελθόντος έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Χρειάζεται μια τελείως διαφορετική προσέγγιση από την πλευρά του ελληνικού κράτους, από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και βεβαίως από το ίδιο το χρηματοπιστωτικό σύστημα, ώστε να επιλεγούν και να αξιοποιηθούν γρήγορα και σωστά εκείνα τα χρηματοδοτικά εργαλεία που μπορούν να έχουν το μεγαλύτερο πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα.

Οι πιο άμεσα αξιοποιήσιμοι πόροι είναι ασφαλώς αυτοί των διαρθρωτικών ταμείων – του ΕΣΠΑ – που παρά τις δυσκολίες και τις καθυστερήσεις μπαίνουν στην οικονομία και αφήνουν κάποιο όφελος, ειδικά στο σκέλος των μεγάλων αναπτυξιακών επενδύσεων.

Μια δεύτερη μεγάλη δυνατότητα είναι η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, που μπορεί και πρέπει να χρηματοδοτήσει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Εδώ, παρά τις θετικές εξαγγελίες των προηγούμενων μηνών, χρειάζεται πολλή δουλειά και ακόμη μεγαλύτερη πίεση, ειδικά στο Ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε οι πόροι που έχει δεσμευτεί να διαθέσει για έργα στην Ελλάδα, επιτέλους να εκταμιευτούν.

Και βεβαίως υπάρχει και η προσδοκία ενίσχυσης της τραπεζικής χρηματοδότησης της οικονομίας, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι συνεχίζεται η απρόσκοπτη χρηματοδότηση της Ελλάδας από τον μηχανισμό στήριξης κι ότι δεν θα επαναληφθούν οι τρομακτικά επιζήμιες καθυστερήσεις των τελευταίων μηνών.

Οι Έλληνες πολίτες δείχνουν εξουθενωμένοι τόσο από τη λιτότητα, όσο και από την αβεβαιότητα. Παρ΄ όλα αυτά, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας συνεχίζει να δέχεται τις περικοπές με “αντάλλαγμα” την αλλαγή του κλίματος. Που εκτιμάτε ότι θα κριθούν οι “αντοχές”πολιτών αλλά και πολιτικών;

Οι αντοχές της κοινωνίας εξαντλούνται, οι έλληνες πολίτες είναι εξουθενωμένοι όπως λέτε, όχι μόνο από τη λιτότητα αλλά και από την αναποτελεσματικότητα στην υλοποίηση των αλλαγών που λέγαμε πριν, από την έλλειψη εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα. Η ενίσχυση εθνικιστικών και λαϊκιστικών κινημάτων και κομμάτων και κυρίως της ακροδεξιάς, σε μια χώρα με τη δική μας παράδοση και ιστορία, είναι φαινόμενα άκρως ανησυχητικά.
Πρέπει να κλείσουμε άμεσα το νέο πακέτο και να προχωρήσουμε στην υλοποίηση, χωρίς την απειλή νέων μέτρων. Κι αυτό εξαρτάται αποκλειστικά από την αποτελεσματικότητα και την ταχύτητα με την οποία θα κινηθεί η Κυβέρνηση μετά το κλείσιμο του νέου Μνημονίου και την ψήφιση των σχετικών μέτρων.

Αυτή είναι η δική μας υποχρέωση. Η υποχρέωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι να προχωρήσει στην υλοποίηση των δικών της αποφάσεων για την σταθεροποίηση της Ευρωζώνης, χωρίς καθυστερήσεις και πισωγυρίσματα, ώστε να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη και να μπει τέλος στο φόβο της κατάρρευσης της ζώνης του ευρώ.

Πως κρίνετε τη διελκυστίνδα μεταξύ ΔΝΤ και Ευρωζώνης (κυρίως της Γερμανίας) τόσο για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, που μπορεί να έχει σημαντικό αντίκτυπο στη συνέχεια της χρηματοδότησης, όσο και στην επίτευξη οριστικής λύσης για τον Ευρωπαϊκό Νότο (και την Ελλάδα).

Πρώτα πρώτα, η έμφαση που δίνει το ΔΝΤ στην ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους δεν αφορά μόνο την Ελλάδα αλλά έχει να κάνει με το καταστατικό λειτουργίας του Οργανισμού, καθώς έχει ως κύρια παράμετρο έγκρισης της εκταμίευσης, την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους οποιασδήποτε χώρας χρηματοδοτεί.

Οι διαφορές ωστόσο θέλω να πιστεύω ότι δεν είναι αγεφύρωτες κι ότι υπάρχουν λύσεις πουμπορούν να γίνουν αποδεκτές και από το Ταμείο και από τους φορολογούμενους πολίτες των χωρών της Ευρωζώνης, που χρηματοδοτούν τα προγράμματα στήριξης.

Όποιες κι αν είναι οι τελικές λύσεις που θα επιλεγούν, θεωρώ ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει να αναγνωρίσουν μια πραγματικότητα:

το αδιέξοδο στο οποίο οδηγεί ένα πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής που προκρίνει τη δημοσιονομική προσαρμογή ως πανάκεια. Η βιωσιμότητα του χρέους δεν εξαρτάται μόνο από τα πρωτογενή αποτελέσματα που επιτυγχάνει μια χώρα στους προϋπολογισμούς της. Η βιωσιμότητα του χρέους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από τις προοπτικές ανάπτυξης. Κι εδώ υπάρχει ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα στην ανάλυση του ελληνικού χρέους, με υπαιτιότητα τόσο ευρωπαϊκή όσο και Ελληνική. Ο συνδυασμός της αναποτελεσματικότητας στο εσωτερικό, για την προώθηση και την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών που μπορούν να βοηθήσουν την ανάκαμψη της οικονομίας, των ιδεοληψιών που χαρακτηρίζει μέρος του Προγράμματος και της ευρωπαϊκής γραφειοκρατικής δυσκαμψίας, που εμποδίζει την γρήγορη και αποτελεσματική αξιοποίηση συγκεκριμένων πολιτικών και εργαλείων – όπως τα διαρθρωτικά ταμεία και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων – οδηγεί τελικά σε προοπτικές ανάπτυξης που δεν μπορούν να υποστηρίξουν ένα μακροπρόθεσμα βιώσιμο επίπεδο χρέους.

Χρειαζόμαστε λοιπόν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στο εσωτερικό, γιατί με την αποτελεσματικότητα –και όχι με τσαμπουκάδες και εκβιασμούς- θα ενισχύσουμε την αξιοπιστία μας και τα διαπραγματευτικά μας όπλα. Και στο ευρωπαϊκό επίπεδο επίσης χρειάζεται μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και συνέπεια λόγων και πράξεων, όταν διακηρύττουμε την ανάγκη μιας έξυπνης, φιλικής προς την ανάπτυξη, δημοσιονομικής προσαρμογής.

Πηγή: http://www.capital.gr/Articles.asp?id=1652393