από Κώστα Στούπα
δημοσιεύθηκε στο www.capital.gr
Οι ελληνικές τράπεζες βρέθηκαν στο «κενό» για δύο λόγους: Ο πρώτος ήταν το γεγονός πως η διεθνής διατραπεζική αγορά δεν τις δάνειζε από την στιγμή που χρεοκόπησε η χώρα στις αρχές του 2010…
Το κενό που προέκυψε μεταξύ των δανείων που είχαν χορηγήσει και των καταθέσεων που διέθεταν το κάλυψαν με πιστωτικές γραμμές που τους άνοιξε η ΕΚΤ με ενέχυρο ομόλογα του ελληνικού δημοσίου.
Το κενό αυτό διευρύνθηκε με την απόσυρση των καταθέσεων, με το κούρεμα των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου και την αύξηση των επισφαλειών, αφού λόγω της χρεοκοπίας όλο και περισσότεροι άνθρωποι χάνουν τη δουλειά τους και δεν μπορούν να πληρώσουν τα χρέη τους…
Η ανακεφαλαιοποίηση που έχει δρομολογηθεί φιλοδοξεί να δώσει μια οριστική απάντηση σε αυτό το κενό και να επανεκκινήσει τις ελληνικές τράπεζες στο ρόλο του «αιμοδότη» της οικονομικής δραστηριότητας.
Οι όροι με τους οποίους θα ανακεφαλαιοποιηθούν οι ελληνικές τράπεζες ευνοούν τους μελλοντικούς μετόχους σε βάρος των τωρινών. Αυτό λογιστικά εξηγείται με το γεγονός πως τα κεφάλαια που χρειάζονται για να ικανοποιούν τις προδιαγραφές ομαλής τραπεζικής λειτουργίας είναι περισσότερα από αυτά των κεφαλαιοποιήσεων που αθροίζουν αυτή τη στιγμή οι ελληνικές τράπεζες… Τα άλλα αποτελούν τεχνικές λεπτομέρειες…
Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει πως αρκετές τράπεζες ενδέχεται να αλλάξουν μετόχους και κατά συνέπεια και διοικήσεις τα επόμενα χρόνια.
Αν δε, συνδυάσει κάποιος τις εσωτερικές τραπεζικές εξελίξεις με αυτές εντός της ευρωζώνης (ενιαία τραπεζική εποπτεία) θα συνάγει εύκολα πως είναι πολύ πιθανό οι ελληνικές τράπεζες να αποτελέσουν τμήματα των ευρωπαϊκών τραπεζικών δικτύων. Οι Έλληνες καταθέτες είτε στην Αθήνα διατηρούν τα λεφτά τους, είτε στο Βερολίνο θα αντιμετωπίζουν τον ίδιο δείκτη ασφάλειας.
Με πιο απλά λόγια, οι αποφάσεις χρηματοδότησης σε αρκετές περιπτώσεις θα λαμβάνονται με διαφορετικά κριτήρια απ’ ό,τι λαμβάνονταν τις τελευταίες δεκαετίες.
Με διαφορετικά κριτήρια θα αγοράζουν μελλοντικά, ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, θα δανείζονται τα κόμματα και θα εγκρίνονται δάνεια στις επιχειρήσεις.
Εύκολα μπορεί κάποιος να συνάγει πως ο έλεγχος των τραπεζών συνιστά έναν θεμελιώδη παράγοντα άσκησης οικονομικής και πολιτικής επιρροής.
Οι δυο γραμμές…
Από την περίοδο που προέκυψε το πρόβλημα των τραπεζών διεφάνησαν δυο γραμμές επίλυσης του ζητήματος.
Η μία προερχόταν από τις αντιμνημονιακές δυνάμεις με αιχμή την αξιωματική αντιπολίτευση που υποστήριζαν την κρατικοποίηση των τραπεζών. Η άποψη αυτή στο βαθμό που δεν συμμεριζόταν την άποψη της ΕΚΤ σήμαινε και δρομολόγηση της επιστροφής στη δραχμή αφού χωρίς ανακεφαλαιοποίηση οι τράπεζες αποτελούσαν άχρηστα «κουφάρια». Το κράτος δεν διαθέτει ευρώ ούτε μπορεί να τυπώσει, οπότε κρατικοποίηση χωρίς δραχμή δεν έχει νόημα…
Επιπλέον κρατικοποίηση θα σήμαινε την επιστροφή στην περίοδο που στο τιμόνι των εμπορικών τραπεζών πήγαιναν τα κομματικά στελέχη με σκοπό να διεκπεραιώνουν τις πελατειακές υποχρεώσεις του κομματικού μηχανισμού. Ήτοι, προσλήψεις ημετέρων και δανειοδοτήσεις ημετέρων επιχειρηματικών…
Αυτή είναι μια ιδιοτελής εκδοχή της εθνικής ανεξαρτησίας που προβάλουν κάποιοι σαν βάση των αντιρρήσεων…
Η άλλη γραμμή είναι αυτή που επικράτησε ελέω κεφαλαίων. Προβλέπει την αναχρηματοδότηση από το ΤΧΣ με τις ευλογίες του ESM και της ΕΚΤ την παραμονή της διοίκησης στους παλιούς μετόχους για μια περίοδο και την είσοδο νέων μετόχων στη συνέχεια…
Καθώς οι τράπεζες αποτελούν ισχυρό σημείο επιρροής της οικονομικής και πολιτικής επιρροής τα δεδομένα στη χώρα κάνουν ένα ακόμη βήμα προς ριζικές αλλαγές.
Οι αλλαγές αυτές είναι στην κατεύθυνση που επιδιώκει το μεταρρυθμιστικό μέτωπο της χώρας. Την μείωση της επιρροής του πελατειακού κρατικοδίαιτου μοντέλου στην κοινωνία και την οικονομία και την ενίσχυση με βάση την ανταγωνιστικότητα.
Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών αποτελεί ένα σημαντικό βήμα και δρομολογεί τεράστιες ανατροπές, στην πολιτική, την οικονομία, τον τύπο και την κοινωνία εν γένει…
Got something to say? Go for it!