από Ανδρέα Ζαμπούκα*

δημοσιεύθηκε στο www.capital.gr

Μετά από  πολλές διαμάχες, βίαιες αντιδράσεις και κατάφορες παραβιάσεις πολιτικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων, τα Πανεπιστήμια της χώρας ξεκίνησαν τις εκλογές για την ανάδειξη διοικητικών συμβουλίων. Η διαδικασία που προβλέπεται, είναι διαδικτυακή και τα πρώτα αποτελέσματα δείχνουν πολύ μεγάλη συμμετοχή, πολλές νέες υποψηφιότητες, αδιάβλητη καταμέτρηση και πανηγυρική ανάδειξη  νέων  εκπροσώπων. Εκτός αυτού, μιλάμε για έναν νόμο πλαίσιο που ψηφίστηκε από τα 2/3 της βουλής και με τη μεγαλύτερη συναίνεση που κατάφερε να εξασφαλίσει ποτέ νομοσχέδιο. Είναι, φαντάζομαι, αυτονόητο ότι η διαδικασία απέδειξε πως οι διδάσκοντες  στις πανεπιστημιακές σχολές, συμμετέχοντας με ποσοστά ακόμα και πάνω από 90%, συναινούν στην νέα εκλογή των διοικητικών τους οργάνων. Με απλές επαγωγές καταλαβαίνουμε ότι  οι «διαπιστώσεις» περί απόρριψης του νομοσχεδίου από την πανεπιστημιακή κοινότητα,  είναι μάλλον αβάσιμες και ανεύθυνες.Τα αριστερά κόμματα, όμως, αφού εξάντλησαν όλες τις μεθόδους «αντίστασης» κατέληξαν στο χαρακτηρισμό της διαδικασίας με τον ακραίο όρο «τεχνοφασισμός». Είναι προφανές ότι ο φασισμός ως έννοια, αποτελεί για την αριστερά το απρόχειρο  «όπλο» με το πιο έντονο επικοινωνιακό γόητρο. Όποτε κάτι δεν αρέσει  στην πολιτική στρατηγική της , είναι «φασιστικό» και καθοδηγείται από σκοτεινά αντιλαικά κέντρα αποφάσεων…

Θα προσπαθήσω να  εντάξω  το γεγονός αυτής της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας στα σημαντικότερα των τελευταίων ετών στην Ελλάδα. Δυστυχώς, όμως, δεν δόθηκε ιδιαίτερη σημασία από τα ΜΜΕ για ευνόητους ίσως λόγους… και δεν εκτιμήθηκε, όσο θα έπρεπε, από πολλούς ανθρώπους της πολιτικής και του πνεύματος.

Ας  συμφωνήσουμε  ότι οι βασικοί εχθροί της δημοκρατίας  είναι η  αδιαφορία του σύγχρονου ανθρώπου για πνευματική καλλιέργεια, η προπαγάνδα, ο συγκεντρωτισμός και η γραφειοκρατία. Ας δεχτούμε επίσης ότι οι ουσιαστικές αρχές της είναι η ελευθερία, η ισότητα, ο διάλογος και η παιδεία. Αν λοιπόν μας ενδιαφέρει να καταπολεμήσουμε τους εχθρούς και να πραγματώσουμε τις αρχές, θα  πρέπει  να βρούμε λειτουργικούς τρόπους για να το πετύχουμε.

Η τεχνολογία, και συγκεκριμένα το διαδίκτυο, είναι ισχυρό μέσο για ελευθερία λόγου, διεύρυνσης της αγοράς, ιδεών και πολιτιστικών στοιχείων. Ακόμα, είναι ισχυρό όπλο ισότητας αφού ενθαρρύνει τη συμμετοχικότητα και την αποκέντρωση. Ακόμα, βοηθάει στην αμεσότητα του διαλόγου και στη λήψη των αποφάσεων.

Παράλληλα, είναι σε θέση να καταπολεμήσει τη γραφειοκρατία καταργώντας σχεδόν όλες τις αγκυλώσεις και τις καθυστερήσεις που επωμίζονται  οι πολίτες στις συναλλαγές τους με το κράτος. Λίγη  ηλεκτρονική αγωγή χρειάζεται και ο πολίτης σταματάει τις επισκέψεις σε εφορίες, τράπεζες και πολλές άλλες υπηρεσίες του δημοσίου. 

Αίρεται επίσης o συγκεντρωτισμός, δεδομένου ότι οι αποφάσεις, οι πνευματικές δημιουργίες, οι επιχειρηματικές κινήσεις μπορούν να αναπτυχθούν μέσω διαδικτύου και να διαδοθούν σε όλον τον πλανήτη. Τέλος περιορίζεται η προπαγάνδα, ο λαϊκισμός και η δημαγωγία, αφού στον διαδικτυακό κόσμο επικρατεί πλουραλισμός απόψεων και ιδεών.

Η σπουδαιότερη όμως προσφορά της ηλεκτρονικής τεχνολογίας στη δημοκρατία είναι οι ψηφοφορίες. Καταλαβαίνω τις επιφυλάξεις όσων δεν γνωρίζουν τη διαδικασία αλλά κάτω από καθαρές συνθήκες, διασφαλίζεται απολύτως η αδιάβλητη και δίκαιη  συμμετοχή  των υποψηφίων και των εκλεκτόρων. Όσοι έχουν ασχοληθεί με τις ψηφιακές  ψηφοφορίες, είναι πια πεπεισμένοι πως είναι το μέλλον των δημοκρατικών διαδικασιών. Οι λόγοι είναι οι εξής: Πρώτον, η διαδικασία είναι άμεση και δεν στερεί χρόνο από το εκλογικό σώμα. Ο ψηφοφόρος κάνει χρήση του πιστοποιημένου προσωπικού και μοναδικού κωδικού του και παίρνει έγκριση από το σύστημα να ψηφίσει. Δεύτερον, ελαχιστοποιούνται τα έξοδα και ξεπερνιούνται τεχνικά ζητήματα. Τρίτον, αποφεύγονται νοθείες, αφού το λογισμικό του υπολογιστή εκδίδει και πιστοποιεί το αποτέλεσμα. Τέταρτον, οι υποψήφιοι έχουν τη δυνατότητα να παραθέσουν περισσότερες λεπτομέρειες για τις προθέσεις και τις ικανότητές τους σε ομάδες διαλόγου και προετοιμασίας. Πέμπτον, μπορούν να τεθούν προϋποθέσεις συμμετοχής στην ψηφοφορία, αν τεθεί ζήτημα δημοψηφίσματος για συγκεκριμένο νομοσχέδιο ή  τοπικό θέμα στα πλαίσια της αυτοδιοίκησης. Έκτον, απελευθερώνονται μορφές συμμετοχικότητας που πριν δεν ήταν σε θέση να βρεθούν για να συναποφασίσουν εξαιτίας αποστάσεων ή άλλων τεχνικών προβλημάτων.

Με λίγα λόγια το διαδίκτυο δίνει τη δυνατότητα στα μέλη των κοινοτήτων να γίνουν στ΄ αλήθεια πολίτες και να ξεφύγουν από την κατάσταση του «αφελούς» και εξαπατημένου «υπηκόου». Η εγγύτητα, η ακρίβεια, η γνώση, η αντικειμενικότητα και η ορθολογιστική στάση απέναντι στην απόφαση, εξασφαλίζονται με τη σωστή χρήση της τεχνολογίας. Μ΄αυτόν τον τρόπο η συμμετοχικότητα μπορεί να γίνει καθημερινή συνήθεια για τον άνθρωπο που ενδιαφέρεται πραγματικά να ενημερωθεί, να σκεφτεί και να  συναποφασίσει υπεύθυνα για  ζητήματα που τον αφορούν. Απαλλάσσεται έτσι, από αντιπροσώπους και μεσάζοντες που ερμηνεύουν ανεύθυνα και συνήθως λανθασμένα τις επιθυμίες και τις κρίσεις του.

Δύο παραδείγματα μπορεί να είναι διαφωτιστικά. Στις αποφάσεις που λαμβάνονται στις συνελεύσεις των  Πανεπιστημίων, συμμετέχει λιγότερο από το 10% των φοιτητών. Οι υπόλοιποι, μολονότι έχουν άποψη απέχουν επειδή δεν επιθυμούν να υποστούν την τρομοκρατία συγκεκριμένων ομάδων αλλά και  δεν εμπιστεύονται πια την εγκυρότητα της ίδιας της διαδικασίας. Η ηλεκτρονική ψηφοφορία θα οδηγούσε στη δημοκρατική θέληση της πλειοψηφίας, διασφαλίζοντας την αρχή της ισότητας. Στους δήμους οι πολίτες αγνοούν πλήρως τα θέματα που πρόκειται να αποφασιστούν στο δημοτικό συμβούλιο. Η διαδικτυακή συμμετοχή θα δημιουργούσε, με την ενημέρωση και τη δυνατότητα της ηλεκτρονικής ψήφου, ένα σώμα εκλεκτόρων που θα διευρύνεται συνεχώς. Είναι σαφές ότι όποιος  δημότης θέλει, θα μπορεί  πρώτα να ενημερώνεται και στη συνέχεια να ψηφίζει, ακόμα και κάθε εβδομάδα.

Στην  αντίπερα όχθη βρίσκεται ο «τεχνοφασισμός». Προφανώς ορίζουμε κάθε ολοκληρωτική ή αυταρχική  επέμβαση της τεχνολογίας στη δημοκρατική ζωή των πολιτών. Υποθέτω ότι «τεχνοφασισμό»  εννοούμε την κατευθυνόμενη τηλεοπτική προπαγάνδα, τη χειραγώγηση της καταναλωτικής συνείδησης από τις εξουσίες, δια μέσου  της  διαφήμισης, τη  στρατευμένη ηλεκτρονική είδηση, τη λογοκρισία και παρακολούθηση του διαδικτύου και ασφαλώς την ανάδειξη πολιτικών «ειδώλων» από τα ΜΜΕ. Στο τελευταίο μάλιστα η αριστερά έχει την τιμητική της, δεδομένου ότι οι προβεβλημένοι ηγέτες της αναδείχθηκαν και «έλαμψαν» μέσα από τις τηλεοπτικές οθόνες. 

Με λίγα λόγια, η συγκεντρωτική εξουσία των ΜΜΕ επιλέγει και αναδεικνύει με «φασιστικό» τρόπο όποιο πρόσωπο ή κόμμα προβάλλει επαναλαμβανόμενα στην κοινή γνώμη. Είναι απόλυτα σαφές ότι αυτή τη  στιγμή, στην Ελλάδα, τα παραδοσιακά ΜΜΕ στηρίζουν το πολιτικό σύστημα και προσφέρουν άλλοθι στην μικροπολιτική και στον ευτελισμό της δημοκρατίας. Να, λοιπόν ο «τεχνοφασισμός» και η «αποτελεσματική» εφαρμογή του.

Εαν λοιπόν η τεχνολογία, έως τώρα, αποδείχτηκε καλό εργαλείο στα χέρια των συγκεντρωτικών εξουσιών,  από δω και πέρα έχει  όλες τις προϋποθέσεις να τις μετατρέψει σε συμμετοχικές. Σε όλο τον πλανήτη αλλά και στην Ελλάδα, υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν καλά πως μπορεί να λειτουργήσει και να διευρυνθεί η ηλεκτρονική συμμετοχικότητα. Είναι φανερό βέβαια, ότι  η ελληνική κοινωνία είναι ακόμα ανώριμη να κατανοήσει  τη σχέση  τεχνολογίας και δημοκρατίας αλλά αυτό είναι θέμα ενημέρωσης και επιμονής στην πρακτική της διασύνδεσης.

Έχει αποδειχθεί  ότι η χειρότερη μορφή ολοκληρωτισμού είναι η χειραγώγηση των συνειδήσεων και η  αλλοίωση της πραγματικότητας προς όφελος της εξουσίας. Έχουμε χρέος  λοιπόν, να σκεφτούμε ότι η ποιότητα της ζωής μας δεν μπορεί να χτιστεί πάνω στο φόβο και στην πολιτική  τρομοκρατία. Αν  επιθυμούμε έναν κόσμο  στον οποίο η ζωή μας θα ταξιδεύει σε αληθινό χρόνο, πρέπει να  «απελευθερώσουμε» τον υπεύθυνο άνθρωπο. Η λήψη αποφάσεων είναι ζήτημα ψυχρής λογικής και όχι «άσκηση» του θυμικού και παιχνίδι συναισθημάτων.  Το επόμενο στοίχημα του σύγχρονου «διαφωτισμού» είναι η συμμετοχικότητα κι η τεχνολογία είναι το μεγαλύτερο όπλο για να την πετύχουμε. Όσο πιο γρήγορα καταλάβουμε την αναγκαιότητα  και τη διεύρυνση της «ηλεκτρονικής δημοκρατίας», τόσο πιο γρήγορα θα σπάσουμε τα δεσμά του  «τεχνοφασισμού»  και της κάθετης μαζικής επικοινωνίας.

* Ο κ. Ανδρέας Ζαμπούκας είναι Καθηγητής Κλασικής  Φιλολογίας

Πηγή: http://www.capital.gr/Articles.asp?id=1666270