από Παντελή Καψή

δημοσιεύθηκε στο Έθνος στις 29/11/2012

 

Η Ελλάδα σε Μνημόνιο, η Πορτογαλία σε Μνημόνιο, η Ιρλανδία το ίδιο, η Ισπανία σε κρίση, τώρα και η Κύπρος σε Μνημόνιο. Τελικά μπορείτε να μου πείτε μια χώρα που ευνοήθηκε από το ευρώ; Η ερώτηση απευθύνθηκε σε μια ομάδα καθηγητών των Οικονομικών στη διάρκεια πρόσφατης εκδήλωσης. Και η απάντηση ήρθε σχεδόν αυθόρμητα: φυσικά η Γερμανία.

Πράγματι, το ευρώ, όλοι συμφωνούν, έχει βοηθήσει ιδιαίτερα τη Γερμανία και τις εξαγωγές της. Η συλλογιστική πηγαίνει περίπου ως εξής: αν είχε διατηρήσει το μάρκο, τότε η τιμή του θα ήταν υψηλότερη από το ευρώ και άρα οι γερμανικές εξαγωγές θα ήταν σημαντικά ακριβότερες.

Η ανταγωνιστικότητα της γερμανικής οικονομίας δηλαδή ενισχύθηκε σημαντικά από το ευρώ, με αποτέλεσμα υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Σύμφωνα με ορισμένες μελέτες, χωρίς το ευρώ το γερμανικό ΑΕΠ το 2010 θα ήταν κατά 50 με 60 δισεκατομμύρια ευρώ λιγότερο και η ανάπτυξη χαμηλότερη κατά 2%.

Οπως συνήθως συμβαίνει, ωστόσο, αυτό είναι μόνο το ένα μέρος της απάντησης. Γιατί η Γερμανία προετοιμάστηκε για το ευρώ και έκανε τη δική της εσωτερική υποτίμηση πριν ξεσπάσει η κρίση. Ετσι στη δεκαετία 1999 ? 2008 το κόστος εργασίας στη Γερμανία μειώθηκε κατά 15%. Στο ίδιο διάστημα το κόστος εργασίας στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 23%!

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό πως όταν ξέσπασε η κρίση, η αυστηρή κ. Μέρκελ αποδείχθηκε πολύ πιο κεϊνσιανή από όσο νομίζουμε, αυξάνοντας κατά τρεις μονάδες του ΑΕΠ τις δαπάνες για να αποφύγει την ύφεση. Και το έκανε ακριβώς γιατί είχε φροντίσει να έχει τα περιθώρια να το κάνει.

Ακριβώς ό,τι δεν έκανε η Ελλάδα. Μπήκαμε στο ευρώ πανηγυρίζοντας για τα πολιτικά και τα γεωπολιτικά πλεονεκτήματα, το ότι βρεθήκαμε στον πυρήνα της Ευρώπης και στο κέντρο λήψης των αποφάσεων. Τρομάρα μας! Συμπεριφερθήκαμε όμως σαν νεόπλουτοι.

Το ευρώ για την ελληνική οικονομία προσέφερε δύο σημαντικά πλεονεκτήματα. Χαμηλό πληθωρισμό και χαμηλά επιτόκια δανεισμού. Για τις ελληνικές επιχειρήσεις που παλαιότερα ήταν αντιμέτωπες με απαγορευτικό κόστος χρήματος ήταν μια μοναδική ευκαιρία να γίνουν ανταγωνιστικές διεθνώς.

Αν είχαμε αξιοποιήσει αυτά τα πλεονεκτήματα για να κάνουμε παραγωγικές επενδύσεις, σήμερα και η παραγωγικότητα θα είχε αυξηθεί και θα μπορούσαμε να απολαμβάνουμε υψηλότερα εισοδήματα. Αντί γι’ αυτά, χρησιμοποιήσαμε τα δάνεια για να χρηματοδοτήσουμε μια ψεύτικη ευημερία και για να αποκτήσουμε το μεγαλύτερο εμπορικό έλλειμμα στον κόσμο!

Η ένταξη στο ευρώ ήταν μια μεγάλη επιτυχία και μια κορυφαία στρατηγική επιλογή. Προϋπέθετε ωστόσο και τον ανάλογο στρατηγικό σχεδιασμό, πολιτικές που θα διασφάλιζαν ότι θα το αξιοποιούσαμε. Δυστυχώς, το πολιτικό σύστημα αποδείχθηκε ανίκανο να το κάνει. Και δεν έχει την παραμικρή δικαιολογία. Γιατί τους κινδύνους τους γνωρίζαμε από την πρώτη στιγμή.

Την αποτυχία αυτή, την αποτυχία δηλαδή να βάλει όλες εκείνες τις αναγκαίες ασφαλιστικές δικλίδες που θα απέτρεπαν τη δημοσιονομική εκτροπή, την ομολόγησε για πρώτη φορά δημόσια προχθές ο τότε υπουργός των Οικονομικών Νίκος Χριστοδουλάκης. Είναι όμως αργά.

Πολύ μεγαλύτερες φυσικά είναι οι ευθύνες των επόμενων κυβερνήσεων του κ. Καραμανλή, ευθύνες τις οποίες ουδείς είχε το θάρρος να τις αναλάβει. Οπως φυσικά ευθύνες είχαν τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης αλλά και τα Μέσα Ενημέρωσης. Στην κορύφωση της σπατάλης αντί να μιλάμε για αυτοσυγκράτηση φωνάζαμε για τη «φτωχοποίηση» της κοινωνίας. Και να ξέραμε τι ερχόταν.

 

Πηγή: http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=28243&subid=2&pubid=63746195