Η θέση που θα προσπαθήσω να αποδείξω ισχυρίζεται ότι η πραγματική και η μελλοντική επίδοση του καπιταλιστικού συστήματος διαψεύδει την ιδέα περί κατάρρευσης του υπό το βάρος της οικονομικής αποτυχίας ‘ απεναντίας, ακριβώς λόγω της επιτυχίας του το καπιταλιστικό σύστημα υπονομεύει τους κοινωνικούς θεσμούς που το προστατεύουν, δημιουργώντας «αναπόφευκτα» τις συνθήκες εξαιτίας των οποίων θα εξαφανιστεί και οι οποίες αναδεικνύουν ως μοναδικό του κληρονόμο το σοσιαλισμό…

…Αλλά εάν το μοναστήρι γέννησε το διανοούμενο του μεσαιωνικού κόσμου, ο καπιταλισμός ήταν εκείνος που τον απελευθέρωσε και του έκανε το δώρο του τυπογραφικού πιεστηρίου. Η αργή εξέλιξη του κοσμικού διανοούμενου ήταν πολύ απλά μια πτυχή της καπιταλιστικής διαδικασίας ‘ η ταυτόχρονη εμφάνιση ουμανισμού και καπιταλισμού είναι δηλωτική. Οι ουμανιστές ήταν καταρχήν φιλόλογοι που όμως – απηχώντας θαυμάσια την άποψη που παραθέσαμε προ ολίγου – σύντομα στράφηκαν σε θέματα που αφορούσαν την καλότροπη συμπεριφορά, την πολιτική, τη θρησκεία και τη φιλοσοφία. Τούτο δεν οφειλόταν μονάχα στο περιεχόμενο των κλασικών έργων, το οποίο ερμήνευαν παράλληλα με τη γραμματική του – η απόσταση ανάμεσα στην κριτική ενός κειμένου και την κριτική μιας κοινωνίας είναι μικρότερη από όση δείχνει. Παρ’ όλα αυτά, ο τυπικός διανοούμενος δεν διασκέδαζε με την ιδέα της πυράς που περίμενε ακόμη τους αιρετικούς. Κατά κανόνα του ταίριαζαν πολύ περισσότερο οι δάφνες και οι ανέσεις… 

Ο εξελικτικός χαρακτήρας της καπιταλιστικής διαδικασίας

  Το σημαντικό στοιχείο που πρέπει να συγκρατήσει όποιος ασχολείται με τον καπιταλισμό είναι ότι πρόκειται για μια εξελικτική διαδικασία. Φαίνεται περίεργο το ότι ορισμένοι αποτυγχάνουν να δουν ένα τόσο προφανές γεγονός το οποίο, επίσης, είχε εδώ και καιρό τονίσει ο Καρλ Μαρξ. Η αποσπασματική ανάλυση που κυριαρχεί στο πλήθος των υποθέσεων μας για τη λειτουργία του σύγχρονου καπιταλισμού εξακολουθεί να το αγνοεί. Ας διευκρινίσουμε το σημείο αυτό και ας δούμε τον τρόπο με τον οποίο επιδρά στο πρόβλημα μας.

Ο καπιταλισμός, υπό τη συγκεκριμένη προϋπόθεση, είναι από τη φύση του μια μορφή ή μέθοδος οικονομικής αλλαγής και δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι, ούτε θα μπορούσε να γίνει, στατικός. Ο εξελικτικός χαρακτήρας της καπιταλιστικής διαδικασίας δεν οφείλεται μονάχα στο γεγονός ότι ο οικονομικός βίος διεξάγεται στο πλαίσιο ενός κοινωνικού και φυσικού περιβάλλοντος, το οποίο αλλάζει και το οποίο λόγω της μεταβολής του μεταλλάσσει τα δεδομένα της οικονομικής δράσης ‘ το γεγονός αυτό είναι σημαντικό και οι αλλαγές του περιβάλλοντος (πόλεμοι, επαναστάσεις και άλλα) συχνά συμμετέχουν στη βιομηχανική αλλαγή, δεν αποτελούν όμως το πρωταρχικό της αίτιο. Ούτε οφείλεται ο εξελικτικός αυτός χαρακτήρας σε μια ημιαυτόματη αύξηση του πληθυσμού και του κεφαλαίου ή στις ιδιοτροπίες των νομισματικών συστημάτων για τα οποία ισχύει ακριβώς το ίδιο πράγμα. Η πρωταρχική ώθηση που θέτει και διατηρεί σε κίνηση τον καπιταλισμό προέρχεται από τα νέα καταναλωτικά προϊόντα, τις νέες μεθόδους παραγωγής ή μεταφοράς, τις νέες αγορές, τις νέες μορφές οργάνωσης της βιομηχανίας που γεννά η καπιταλιστική επιχείρηση.

Η διαδικασία της δημιουργικής καταστροφής

   Το άνοιγμα καινούργιων αγορών, εγχώριων ή ξένων, και η οργανωσιακή ανάπτυξη από το εργαστήριο και το εργοστάσιο στο σχηματισμό συγκροτημάτων όπως η U.S. Steel, αναπαριστούν την ίδια διαδικασία βιομηχανικής μετάλλαξης – αν μπορώ να χρησιμοποιήσω τον όρο της βιολογίας – η οποία επαναστατικοποιεί διαρκώς* εκ των έσω, καταστρέφει αδιάκοπα την παλαιά και δημιουργεί συνεχώς τη νέα. Η διαδικασία αυτή της δημιουργικής καταστροφής είναι το θεμελιώδες γεγονός του καπιταλισμού. Σε αυτό συνίσταται ο καπιταλισμός και εντός του πρέπει να ζήσει κάθε καπιταλιστικός σχηματισμός.

*Οι επαναστάσεις αυτές δεν είναι απολύτως συνεχείς ‘ συμβαίνουν με τη μορφή ασταθών κυματισμών ανάμεσα στους οποίους παρεμβάλλονται περίοδοι σχετικής ηρεμίας. Η διαδικασία ως σύνολο, λειτουργεί ακατάπαυστα, με την έννοια ότι πάντοτε συμβαίνει είτε μια επανάσταση είτε η απορρόφηση των αποτελεσμάτων μιας επανάστασης, σχηματίζοντας έτσι τους επιχειρηματικούς κύκλους.

Καπιταλισμός και φεουδαρχία

   Η καπιταλιστική εξέλιξη κατέστρεψε πρώτα από όλα, ή σε μεγάλη έκταση, τα θεσμικά μορφώματα του φεουδαρχικού κόσμου – το φέουδο, το χωριό, τη συντεχνία. Τα γεγονότα και οι μηχανισμοί της εν λόγω διαδικασίας μας είναι αρκετά γνωστά για να μας απασχολήσουν περισσότερο. Η καταστροφή επήλθε με τρεις διαφορετικούς τρόπους. Ο κόσμος των τεχνιτών καταστράφηκε καταρχάς μέσω των αυτόματων αποτελεσμάτων του ανταγωνισμού που προερχόταν από τον καπιταλιστή επιχειρηματία ‘ οι πολιτικές κινήσεις που σκόπευαν στην απομάκρυνση ατροφικών οργανισμών και ρυθμίσεων απλώς επικύρωσαν το τελικό αποτέλεσμα. Ο κόσμος του ηγεμόνα και του γεωργού καταστράφηκε καταρχάς μέσω της πολιτικής – και σε ορισμένες περιπτώσεις της επαναστατικής – δράσης και ο καπιταλισμός απλώς καθόρισε τις προσαρμοστικές μεταμορφώσεις των γερμανικών, παραδείγματος χάριν, φεουδαρχικών οργανώσεων σε μεγάλης κλίμακας αγροτικές μονάδες παραγωγής. Οι επαναστάσεις αυτές στη βιομηχανία και στη γεωργία συμβάδιζαν με μια όχι λιγότερο επαναστατική αλλαγή στη γενική νοοτροπία της νομοθετικής αρχής και της κοινής γνώμης. Ταυτόχρονα με την παλιά οργάνωση της οικονομίας εξαφανίζονταν τα οικονομικά και πολιτικά προνόμια των τάξεων ή των ομάδων που έπαιζαν στους κόλπους της τον ηγετικό ρόλο, ιδιαίτερα οι απαλλαγές από φόρους και τα πολιτικά προνόμια των ευγενών γαιοκτημόνων, των κατώτερων ευγενών και του κλήρου.

    Από οικονομική άποψη όλα αυτά σήμαιναν για την αστική τάξη την απελευθέρωση της από ένα πλήθος δεσμών και την κατάργηση πάρα πολλών εμποδίων. Από πολιτική άποψη η διαδικασία αυτή συνεπαγόταν την αντικατάσταση μιας τάξης πραγμάτων, στην οποία ο αστός ήταν ταπεινός υπήκοος, από ένα καθεστώς που συμφωνούσε περισσότερο με το πνεύμα του ορθολογισμού και τα άμεσα συμφέροντα του…

Το χαρακτηριστικότερο επίτευγμα του καπιταλισμού

  Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο εργαζόμενος της εποχής μας έχει στη διάθεση του ορισμένα αγαθά τα οποία ο ίδιος ο Λουδοβίκος ο XIV πολύ θα ήθελε αλλά δεν μπορούσε να έχει – τις υπηρεσίες της σύγχρονης οδοντιατρικής, για παράδειγμα. Συνολικά, ωστόσο, ένα τόσο παχύ πορτοφόλι δεν είχε να κερδίσει πολλά από τα κατορθώματα του καπιταλισμού. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι ακόμη και η συντόμευση των ταξιδιωτικών διαδρομών θα είχε μικρή αξία για έναν τόσο ευυπόληπτο άντρα. Το ηλεκτρικό φώς δεν είναι σπουδαίο όφελος για κάποιον που έχει τα χρήματα να αγοράσει τον απαραίτητο αριθμό κεριών και τους υπηρέτες που θα του τα άναβαν. Τα κατορθώματα του καπιταλισμού είναι τα φθηνά ρούχα, το φθηνό βαμβάκι, τα υφάσματα από συνθετικό μετάξι, οι αρβύλες και τα αυτοκίνητα, δίχως οι πρόοδοι αυτοί να σημαίνουν κατ’ ανάγκην κάτι για τους πλουσιότερους. Η βασίλισσα Ελισάβετ είχε μεταξωτές κάλτσες. Το χαρακτηριστικότερο επίτευγμα του καπιταλισμού δεν είναι ότι παράγονται περισσότερες κάλτσες για τις βασίλισσες, αλλά ότι μπορούν να τις αποκτήσουν οι εργάτριες των εργοστασίων μοχθώντας ολοένα και λιγότερο!

Καρλ Μαρξ

O Μαρξ θέλησε να ορίσει τον καπιταλισμό ακολουθώντας τη μέθοδο ορισμού της ταξικής διαίρεσης. Λίγη σκέψη πείθει τον αναγνώστη ότι αυτό δεν είναι ούτε αναγκαίο ούτε φυσικό. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα τολμηρό άλμα στην αναλυτική στρατηγική του, το οποίο συνέδεσε τη μοίρα του φαινομένου των τάξεων με τη μοίρα του καπιταλισμού, με αποτέλεσμα ο σοσιαλισμός, ο οποίος στην πράξη δεν έχει καμία σχέση με την απουσία ή την παρουσία κοινωνικών τάξεων, να γίνει εξ ορισμού η μοναδική αταξική κοινωνία πέραν των πρωτόγονων κοινοτήτων. Αυτή η ιδιοφυής ταύτιση δεν θα αποδεικνυόταν τόσο ισχυρή αν ο Μαρξ δεν επέλεγε το συγκεκριμένο ορισμό των τάξεων και του καπιταλισμού – που χρησιμοποιεί ως κριτήριο την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Έπρεπε λοιπόν να υπάρχουν μόνο δύο τάξεις, των ιδιοκτητών και των ακτημόνων και, κατ’ επέκταση, όλα τα άλλα κριτήρια διάκρισης, μεταξύ των οποίων και μερικά περισσότερο προφανή, να αποσιωπηθούν ή να αναχθούν στο ένα και μοναδικό κριτήριο της ιδιοκτησίας.

Η υπερβολή με την οποία παρουσιάστηκε το ζήτημα της διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα σε καπιταλιστές και προλετάριους ήταν ηπιότερη συγκριτικά με την έμφαση που δόθηκε στον ταξικό ανταγωνισμό. Όσοι δεν έχουν αποχαυνωθεί προσευχόμενοι στο μαρξικό κομποσχοίνι ανά χείρας είναι σε θέση να αντιληφθούν ότι η σχέση των δύο τάξεων σε καιρούς ειρήνης είναι κυρίως σχέση συνεργασίας και όποια θεωρία υποστηρίζει το αντίθετο πρέπει να παραπέμψει σε παθολογικές καταστάσεις για να επιβεβαιωθεί. Στην κοινωνική ζωή ανταγωνισμός και συναγωνισμός είναι πανταχού παρόντες και, με την εξαίρεση σπάνιων περιπτώσεων, κατά κανόνα αχώριστοι. Μπαίνω στον πειρασμό να πω ότι η παλιά θεωρία περί αρμονίας – η οποία επίσης έβριθε από ανοησίες – ήταν σε απόλυτους όρους λιγότερο βλακώδης από ότι η μαρξική κατασκευή του αγεφύρωτου χάσματος μεταξύ κατόχων και χειριστών μηχανημάτων. Ωστόσο, όπως είπαμε, ο Μαρξ δεν είχε άλλη επιλογή, όχι εξαιτίας της επιθυμίας του να φθάσει σε επαναστατικά συμπεράσματα – κάτι που μπορούσε να πετύχει εκκινώντας από μια σωρεία άλλων δυνατών υποθέσεων – αλλά λόγω των απαιτήσεων της ίδιας του της ανάλυσης. Εφόσον η ταξική πάλη αποτελούσε το κεντρικό θέμα της ιστορίας, όπως επίσης και το μέσον για την έλευση της σοσιαλιστικής εποχής και, αφού έπρεπε να υπάρχουν μονάχα δύο διακριτές τάξεις, τότε η σχέση τους έπρεπε να είναι για λόγους αρχής ανταγωνιστική, αλλιώς το σύστημα της κοινωνικής δυναμικής θα έχανε όλη του την ορμή…..

Αντικαπιταλιστικές δοξασίες

Το εχθρικό κλίμα εναντίον του καπιταλισμού, το οποίο θα πρέπει αμέσως να δικαιολογήσουμε, καθιστά πολύ δυσκολότερη από όσο θα έπρεπε να είναι τη διατύπωση μιας ορθολογικής εκτίμησης των οικονομικών και πολιτισμικών επιτευγμάτων του. Η κοινή γνώμη έχει σχηματίσει τόσο άσχημη εντύπωση γι’ αυτόν, ώστε η καταδίκη του καπιταλισμού και όλων των έργων του να θεωρείται αυτονόητη – σχεδόν να αποτελεί απαίτηση των καλών τρόπων κάθε συζήτησης. Ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων, κάθε συγγραφέας ή ομιλητής σπεύδει να συμμορφωθεί με τον κώδικα αυτό και να υπογραμμίσει την κριτική του στάση, την απόσταση του από κάθε είδους «ικανοποίηση», την πίστη του στις ανεπάρκειες των καπιταλιστικών κατορθωμάτων, την αποστροφή του για τα καπιταλιστικά και τη συμπάθεια του για τα αντικαπιταλιστικά συμφέροντα. Οποιαδήποτε άλλη στάση δεν θεωρείτε απλώς ανόητη και αντικοινωνική αλλά και ένδειξη μιας ανήθικης δουλοπρέπειας. Όλα αυτά είναι απολύτως φυσιολογικά. Κάθε νέα κοινωνική θρησκεία έχει αυτά τα αποτελέσματα. Μόνο που δεν διευκολύνει καθόλου το έργο της ανάλυσης: το 300 μ.Χ. ήταν το ίδιο δύσκολο να υποστηρίξεις μπρος στον ένθερμο οπαδό του χριστιανισμού τα επιτεύγματα του αρχαίου πολιτισμού. Από τη μία, εξαφανίζονται a limine* περίτρανες αλήθειες, από την άλλη, διατυπώνονται ή χειροκροτούνται εξόφθαλμες ανακρίβειες…

*Υπάρχει βεβαίως μία ακόμη μέθοδος για να απαλλαγούμε από τις οφθαλμοφανείς αλλά δυσάρεστες αλήθειες, η μέθοδος να διασύρουμε την κοινοτοπία τους. Ο διασυρμός αυτός αντικαθιστά την αντίκρουση, καθώς το μέσο ακροατήριο αγνοεί κατά κανόνα πλήρως το γεγονός ότι ένας διασυρμός αυτού του είδους καλύπτει συχνά την αδυναμία διάψευσης – ένα υπέροχο παράδειγμα από την κοινωνική ψυχολογία.

Καπιταλισμός και αστικός τρόπος ζωής

Σε αντίθεση με την τάξη των φεουδαρχών, η αστική τάξη των εμπόρων και των βιομηχάνων αναδείχθηκε μέσω της επιχειρηματικής επιτυχίας της. Η αστική κοινωνία σχηματίστηκε από καθαρά οικονομικά μεγέθη: τα θεμέλια της, τα έργα και οι ημέρες της αποτελούνται εξολοκλήρου από τα υλικά της οικονομίας. Το οικοδόμημα είναι στραμμένο στην οικονομική πτυχή της ζωής. Ποινές και αμοιβές μετρώνται σε χρήμα. Άνοδος και πτώση σημαίνουν κέρδος ή απώλεια χρημάτων. Κανένας, βεβαίως, δεν μπορεί να το αρνηθεί. Θα ήθελα όμως να προσθέσω ότι, εντός των πλαισίων του, ο κοινωνικός αυτός διακανονισμός έχει, ή σε κάθε περίπτωση είχε, μοναδική αποτελεσματικότητα. Εν μέρει επικαλείται και εν μέρει δημιουργεί ένα σύνολο κινήτρων μοναδικής απλότητας και δύναμης. Οι υποσχέσεις και οι απειλές για πλουτισμό και απαξίωση που κραδαίνει, εκτελούνται με αδυσώπητη ακρίβεια. Όπου επικρατεί ο αστικός τρόπος ζωής σκιάζει το λίκνο των άλλων κοινωνικών κόσμων, ενώ οι υποσχέσεις του είναι αρκετά ισχυρές για να δελεάσουν την πλειονότητα των μεγαλοφυών ανθρώπων και να ταυτίσουν την επιτυχία με την επιχειρηματική επιτυχία…

Συμβολή των κλασικών οικονομολόγων στην κατανόηση του ρόλου του κέρδους  στην ανθρώπινη κοινωνία

Από τη σκοπιά του οικονομικού αναλυτή, βασική αρετή των κλασικών αποτελεί το γεγονός της απομυθοποίησης της αφελούς ιδέας, ανάμεσα σε πολλά αλλά χονδροειδή σφάλματα, ότι η οικονομική δραστηριότητα στην καπιταλιστική κοινωνία, ακριβώς επειδή βασίζεται στο κίνητρο του κέρδους, έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα των καταναλωτών ’ ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, ότι η δημιουργία χρήματος απομακρύνει την παραγωγή από τον κοινωνικό σκοπό ’ ή, τέλος, ότι τα ιδιωτικά κέρδη, από μόνα τους αλλά και λόγω των παραμορφώσεων που προκαλούν στην παραγωγική διαδικασία, συνεπάγονται πάντοτε για όλους καθαρή ζημιά πλην εκείνων που τα εισπράττουν, οπότε αποτελούν καθαρό όφελος εφόσον αντληθούν μέσω της κοινωνικοποίησης. Αν μείνουμε στη λογική των παραπάνω υποθέσεων, που κανείς μορφωμένος οικονομολόγος δεν σκέφτηκε ποτέ να υπερασπιστεί, τότε η απάντηση των κλασικών φαίνεται ανούσια. Μόλις όμως δούμε όλες εκείνες τις θεωρίες και τα συνθήματα που, συνειδητά ή υποσυνείδητα, τις προϋποθέτουν και που σήμερα μας σερβίρονται ξαναζεσταμένες, τότε θα νιώσουμε μεγαλύτερο σεβασμό για τα κατορθώματα τους. Ας μου επιτραπεί να προσθέσω σε αυτό το σημείο ότι οι κλασικοί αντιλήφθηκαν καθαρά, αν και με κάποια δόση υπερβολής, το ρόλο της αποταμίευσης και της συσσώρευσης και ότι συνέδεσαν την αποταμίευση με το ποσοστό της «προόδου» που παρατηρούσαν, με τρόπο κατά βάση σωστό. Πάνω από όλα στο δόγμα των κλασικών υπήρχε ένα είδος πρακτικής σοφίας, μια υπεύθυνη μακροπρόθεσμη οπτική και ένας αρρενωπός τόνος που έρχεται σε χαρακτηριστική αντιπαράθεση με τις σύγχρονες υστερίες…

Καπιταλισμός, ορθολογισμός και σύγχρονος πολιτισμός

Η ορθολογική στάση επικράτησε στο μυαλό των ανθρώπων κατά κύριο λόγο εξαιτίας της οικονομικής ανάγκης ’ η καθημερινή εργασία μας ως οικονομικά όντα είναι το στοιχείο στο οποίο οφείλουμε, ως είδος , τη στοιχειώδη μας μόρφωση στον ορθό λόγο και στην ορθολογική συμπεριφορά – δεν θα δίσταζα καθόλου να πω ότι ολόκληρη η λογική απορρέει από το παράδειγμα των οικονομικών αποφάσεων, ή, για να χρησιμοποιήσω μια αγαπημένη μου φράση , ότι ο οικονομικός σχεδιασμός αποτελεί τη μήτρα της λογικής. Αυτό φαίνεται εύλογο για τον εξής λόγο. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος «πρωτόγονος» χρησιμοποιεί το πλέον υποτυπώδες εργαλείο που υπάρχει, το ραβδί, που επίσης χρησιμοποιούν οι συγγενείς μας οι γορίλες, και ότι αυτό σπάει στα χέρια του. Αν προσπαθήσει να αποκαταστήσει τη ζημιά επικαλούμενος κάποια μαγική συνταγή – θα μπορούσε παραδείγματος χάριν να ψιθυρίσει τις λέξεις «προσφορά» και «ζήτηση» ή τις λέξεις «πρόγραμμα» και «έλεγχος» με την προσδοκία ότι, εφόσον τις επαναλάβει εννιά φορές, τα σπασμένα μέρη θα ενωθούν – τότε ο φίλος μας βρίσκεται στην επικράτεια της σκέψης που προηγείται του ορθολογισμού. Αν προσπαθήσει να κολλήσει τα σπασμένα κομμάτια ή να φτιάξει ένα καινούργιο ραβδί, τότε ο άνθρωπος μας δρα ορθολογικά όπως το εννοούμε εμείς. Και οι δύο συμπεριφορές είναι εξίσου πιθανές. Όμως είναι λογικό να σκεφτεί κανείς ότι η αποτυχία δράσης της μαγικής συνταγής, σε αυτήν και σε παρόμοιες οικονομικές περιπτώσεις, είναι πολύ πιο πρόδηλη από ότι θα ήταν στην περίπτωση μιας μάχης ή ενός έρωτα ή της ανακούφισης της συνείδησης από το βάρος κάποιας ενοχής. Αυτό οφείλεται στον ξεκάθαρο προσδιορισμό και, στις περισσότερες περιπτώσεις, στον ποσοτικό χαρακτήρα που διακρίνει την οικονομική σφαίρα από τις άλλες σφαίρες του ανθρώπινου βίου, ίσως και στον δίχως πάθος, μονότονο και αέναο ρυθμό που δείχνουν να ακολουθούν οι οικονομικές ανάγκες και η ικανοποίηση τους. Από τη στιγμή που θα επικρατήσει, η συνήθεια του ορθολογισμού μεταδίδεται μέσα από την παιδαγωγική επίδραση ευχάριστων εμπειριών στις άλλες σφαίρες της ζωής και παράλληλα ετοιμάζει τον άνθρωπο να αναγνωρίσει ένα ακόμα εκπληκτικό πράγμα: το γεγονός.

Η διαδικασία αυτή είναι ανεξάρτητη από τη μορφή με την οποία εμφανίζεται η οικονομική, άρα και η καπιταλιστική, δραστηριότητα. Το ίδιο ισχύει με το κίνητρο του κέρδους και με το ατομικό συμφέρον. Ο άνθρωπος που προηγείται του καπιταλισμού δεν είναι λιγότερο «άπληστος» από τον άνθρωπο του καπιταλισμού. Οι δουλοπάροικοι ή οι άρχοντες πολεμιστές, για παράδειγμα, διεκδικούν τα συμφέροντα τους με χαρακτηριστικά βάναυσο τρόπο. Ο καπιταλισμός όμως αναπτύσσει τον ορθολογισμό, προσδίδοντάς του ακόμη μεγαλύτερη οξύτητα με δύο αλληλένδετους τρόπους.

Πρώτον, ανάγει το νόμισμα – το ίδιο δεν είναι έργο του καπιταλισμού – σε λογιστική μονάδα. Πράγμα που σημαίνει ότι η καπιταλιστική πρακτική μετατρέπει τη νομισματική μονάδα σε εργαλείο ορθολογικού υπολογισμού του κόστους και του κέρδους, ιστορικό μνημείο του οποίου αποτελεί η λογιστική της διπλής εγγραφής. Χωρίς να εμβαθύνουμε στο συγκεκριμένο θέμα, παρατηρούμε ότι η αριθμητική λογιστική του κόστους-κέρδους, αποτέλεσμα αρχικά της εξέλιξης του οικονομικού ορθολογισμού, επιδρά με τη σειρά της στον ίδιο τον ορθολογισμό’ μέσω της αριθμητικής αποκρυστάλλωσης και του αριθμητικού προσδιορισμού, η λογιστική μετατρέπεται σε ισχυρή κινητήρια δύναμη της επιχειρηματικής λογικής. Αυτού του είδους η λογική, ή στάση, ή μέθοδος, προσδιορισμένη και ποσοτικοποιημένη στο πεδίο της οικονομίας, αρχίζει να κατακτά, να υποτάσσει – να εξορθολογίζει – τα εργαλεία και τη φιλοσοφία του ανθρώπου, τις πρακτικές της ιατρικής, την εικόνα που έχει ο άνθρωπος για τον  κόσμο, την ματιά του πάνω στη ζωή, σχεδόν όλα όσα τον αφορούν, μεταξύ των άλλων τις ιδέες του για το ωραίο και το δίκαιο, αλλά και τις πνευματικές του φιλοδοξίες.

Από αυτή τη σκοπιά έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι η σύγχρονη μαθηματικο-πειραματική επιστήμη αναπτύχθηκε κατά το δέκατο πέμπτο, δέκατο έκτο και δέκατο έβδομο αιώνα, όχι απλώς παράλληλα με την κοινωνική εξέλιξη, που συνήθως ταυτίζεται με την άνοδο του καπιταλισμού, αλλά και εκτός των τειχών της σχολαστικής σκέψης, αντιμέτωπη με την περιφρονητική εχθρότητα της τελευταίας. Το δέκατο πέμπτο αιώνα τα μαθηματικά καταπιάνονταν κυρίως με ζητήματα της αριθμητικής του εμπορίου και με αρχιτεκτονικά προβλήματα. Οι πρακτικές μηχανές που επινοήθηκαν από τις τάξεις των τεχνητών αποτέλεσαν σημαντικούς σταθμούς στη σύγχρονη φυσική. Ο σκληρός ατομισμός του Γαλιλαίου ήταν ο ατομισμός της ανερχόμενης αστικής τάξης. Ο χειρούργος άρχισε να διαφοροποιείται από τη μαμή και τον κουρέα. Ο καλλιτέχνης που εκείνη την εποχή ήταν ταυτόχρονα μηχανικός και επιχειρηματίας – ένας τύπος που πέρασε στην αθανασία μέσα από μορφές όπως ο Vinci, ο Alberti, ο Cellini ‘ ακόμη και ο Dürer ασχολήθηκε με οχυρωματικά σχέδια – δείχνει με τον καλύτερο τρόπο αυτό που θέλω να πω. Μέσα από τον αναθεματισμό όλων αυτών, οι δάσκαλοι του σχολαστικισμού έδειξαν ότι αντιλαμβάνονταν περισσότερο τη σημασία τους από ότι εμείς σήμερα. Το πρόβλημα δεν βρισκόταν στις ανορθόδοξες προτάσεις που διατύπωνε κάθε ένας ατομικά. Οποιοσδήποτε ικανός δάσκαλος του σχολαστικισμού θα μπορούσε να ερμηνεύσει τα κείμενα με τρόπο που να ταιριάζει στο κοπερνίκειο σύστημα. Οι δάσκαλοι αυτοί, όμως, διέβλεπαν πολύ σωστά το πνεύμα που κρυβόταν πίσω από αυτά τα κατορθώματα – το πνεύμα του ατομικού ορθολογισμού, το οποίο γεννιόταν με την άνοδο του καπιταλισμού.

Δεύτερον, ο ανερχόμενος καπιταλισμός δεν γέννησε μονάχα την πνευματική στάση της σύγχρονης επιστήμης, μια στάση που συνίσταται στη διατύπωση συγκεκριμένων ερωτημάτων και στην μεθοδική τους απάντηση, αλλά επίσης τους ανθρώπους και τα μέσα της επιστήμης. Διαρρηγνύοντας το φεουδαρχικό πλαίσιο και διαταράσσοντας την πνευματική ειρήνη που επικρατούσε στο τιμάριο και στο χωριό  (παρόλο που στα μοναστήρια υπήρχαν, φυσικά, πλήθος θεμάτων για συζήτηση και διαφωνίες), ιδίως με το να δημιουργήσει μια νέα τάξη, που βασιζόταν σε όσα κατόρθωναν τα άτομα στο πεδίο της οικονομίας, ο καπιταλισμός προσέλκυσε στο πεδίο της οικονομίας τα ισχυρότερα πνεύματα και τις μεγαλύτερες φιλοδοξίες. Η προκαπιταλιστική οικονομική ζωή δεν άφηνε περιθώρια για επιτεύγματα που θα ξεπερνούσαν τα ταξικά όρια, ή, για να το πούμε διαφορετικά, δεν έδινε τη δυνατότητα σχηματισμού κοινωνικών θέσεων συγκρίσιμων με εκείνες των κυρίαρχων τάξεων της εποχής. Όχι ότι απέκλειε την κοινωνική άνοδο εν γένει. Αλλά η επιχειρηματική δραστηριότητα ήταν, σε γενικές γραμμές, ουσιαστικά υποδεέστερη δραστηριότητα, ακόμη και στο ζενίθ της επιτυχίας της συντεχνίας των επαγγελματιών, σπανίως δε έδινε τη δυνατότητα για κοινωνική κινητικότητα. Η κύρια οδός προς την πρόοδο και τα μεγάλα προνόμια ήταν η εκκλησία – σχεδόν το ίδιο προσιτή την εποχή του Μεσαίωνα όπως και σήμερα – στην οποία μπορούμε να προσθέσουμε τις καγκελαρίες των μεγάλων μεγιστάνων της περιφέρειας και την ιεραρχία των ιπποτών – εύκολα προσιτή σε κάθε σωματικά και ψυχικά προικισμένο άνθρωπο, ως τα μέσα του δωδέκατου αιώνα, αλλά μέχρι κάποιο βαθμό και αργότερα. Μόνο όταν η καπιταλιστική επιχείρηση – πρώτα εμπορική και χρηματοδοτική, έπειτα μεταλλευτική και, στο τέλος, βιομηχανική – έδειξε τις δυνατότητες της, άρχισαν να βλέπουν, όσοι διακρίνονταν για τις υπερφυσικές τους ικανότητες και φιλοδοξίες, την επιχείρηση ως μια τρίτη οδό κοινωνικής ανάδειξης. Η επιτυχία ήταν γρήγορη και ορατή, έχει όμως υπερτιμηθεί αρκετά ως προς την κοινωνική της βαρύτητα στα πρώτα της βήματα. Αν δούμε προσεκτικά την πορεία ανθρώπων όπως ο Jacob Fugger, λόγου χάριν, ή ο Agostino Chigi, δεν θα χρειαστεί πολύ για να πειστούμε ότι επηρέαζαν ελάχιστα την κατεύθυνση της πολιτικής του Καρόλου του Ε’ ή του Πάπα Λέοντος του Γ’ και ότι πλήρωναν πολύ ακριβά τα προνόμια που απολάμβαναν. Παρ’ όλα αυτά η επιχειρηματική επιτυχία γοήτευε τους πάντες, εκτός από τα ανώτατα στρώματα της φεουδαρχικής κοινωνίας, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να προσελκύσει τα ισχυρότερα πνεύματα και έτσι να γίνει ακόμη εντονότερη – δίνοντας έτσι ακόμη μεγαλύτερη ώθηση στη μηχανή του εξορθολογισμού. Συνεπώς, με αυτή την έννοια, ο καπιταλισμός – και όχι απλώς η οικονομική δραστηριότητα – αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη για τον εξορθολογισμό της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Τώρα ερχόμαστε αντιμέτωποι με τον άμεσο στόχο στον οποίο εξαρχής ήθελε να καταλήξει το πολύπλοκο αλλά ατελές επιχείρημα μας. Προϊόν της καπιταλιστικής διαδικασίας δεν είναι μόνο το σύγχρονο εκμηχανισμένο εργοστάσιο και ο όγκος παραγωγής που συνεπάγεται, αλλά και η σύγχρονη τεχνολογία, η οικονομική οργάνωση, καθώς και κάθε άμεσο ή έμμεσο γνώρισμα και επίτευγμα του σύγχρονου πολιτισμού. Όλα αυτά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε οποιονδήποτε ισολογισμό και σε οποιαδήποτε ετυμηγορία αναφέρεται στα έργα και στις ημέρες του καπιταλισμού.