από Παντελή Καψή

δημοσιεύθηκε στο Έθνος

 

Σήμερα το πρωί ένας νεαρός με διέγραψε από φίλο του στο facebook λόγω βλακείας. Δικής μου, όχι δικής του. Μπήκα στο προφίλ του να καταλάβω πού οφείλω αυτή την ευγένεια. Αρκέστηκα στην τελευταία του δημοσίευση. Τι νόημα έχει να καθόμαστε στις πλατείες και να διαδηλώνουμε – αναρωτιόταν. Ήρθε ο καιρός να πάρουμε τα όπλα και να κάνουμε αντάρτικο πόλεων!

Ο εκπαιδευτικός στο mail του ήταν πιο ευγενικός. Με χαρακτήρισε έντιμο και καλών προθέσεων ?ευχαριστώ και ανταποδίδω, όπως λένε?, πλην όμως γιατί συνεχίζω να στηρίζω ένα «προδοτικό πολιτικό κατεστημένο» που ευθύνεται για το ξεπούλημα της χώρας.

Η πρώτη μου σκέψη ήταν να απαντήσω επί της ουσίας. Δηλαδή, αν δεν είχαμε «υποκύψει», αν τα είχαμε σπάσει με τη Γερμανία και είχαμε αποδεχθεί την πολιτική Σόιμπλε για συναινετικό διαζύγιο με την Ευρωζώνη και τώρα ήμασταν στη δραχμή με 50% κάτω εισοδήματα και καταθέσεις, ποιος θα ήταν ο προδότης και ποια η προδοσία;

Μου φάνηκε, ωστόσο, εκτός θέματος. Γιατί το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ποια πολιτική είναι η καλύτερη ?μπορούμε να διαφωνούμε όσο τραβάει η ψυχή μας? αλλά γιατί έχει διαχυθεί σε τέτοιο βαθμό η βία στην καθημερινότητά μας. Γιατί βία δεν είναι μόνο να προπηλακίζεις κάποιον αλλά και να τον χαρακτηρίζεις προδότη.

To ότι ο χαρακτηρισμός αφορά συλλήβδην όσους υποστηρίζουν μια συγκεκριμένη άποψη και ενδεχομένως όσους τους ψηφίζουν -κοντά το 40% του ελληνικού λαού- απλώς περιπλέκει ακόμα περισσότερο τα πράγματα. Γιατί, αν τα οικονομικά μας εξελιχθούν καλά, μπορεί και να ηρεμήσουμε. Αν όχι; Θα φαγωθούμε μεταξύ μας;

Προφανώς, έχουν δοθεί πολλές και γενικά σωστές απαντήσεις. Από την οικονομική κρίση που λειτούργησε σαν θρυαλλίδα σε ένα ήδη βίαιο, ωστόσο, πολιτικό σκηνικό -το 2008 κάηκε η Αθήνα- έως τον πολιτικό λόγο των κομμάτων. Μέσα στη Βουλή ακούστηκε το φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους και όχι από χρυσαυγίτη.

Εκείνο που ίσως δεν έχει γίνει απόλυτα κατανοητό είναι οι επιπτώσεις της τηλεόρασης. Και δεν αφορά αυτό απλώς κάποιους ακραίους τηλεπαρουσιαστές που κάνουν καριέρα βρίζοντας ή προσκαλούν τα πάσης φύσεως νούμερα για να ανεβάσουν τα δικά τους νούμερα της τηλεθέασης. Από τη δεκαετία του 1990, με την εκρηκτική είσοδο της ιδιωτικής τηλεόρασης, περάσαμε ουσιαστικά σε έναν διαφορετικό πολιτικό πολιτισμό. Τον πολιτισμό της ατάκας.

Πολιτικοί που ήταν στα όρια του γραφικού έγιναν ξαφνικά λαϊκοί ήρωες. Πλάι στο παλιό πρότυπο του σοβαρού πολιτικού με συγκροτημένο λόγο και ικανότητες διαχείρισης άνθησε το πρότυπο του πολιτικού που τα λέει έξω από τα δόντια.

Το ίδιο έγινε και με τον δημόσιο λόγο, ιδίως τον λόγο των τηλεοπτικών δελτίων. Ολα κινούνται ανάμεσα στο μαύρο και το άσπρο, οι ενδιάμεσες αποχρώσεις έχουν χαθεί και μαζί ένας νηφάλιος διάλογος επιχειρημάτων.

Προφανώς, δεν ανακάλυψε η τηλεόραση τον λαϊκισμό. Βοήθησε, ωστόσο, καθοριστικά στο να κυριαρχήσει. Και, βέβαια, η τάση ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο μέσα από το Ιντερνετ που τείνει να καταργήσει τη διαφορά ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό λόγο.

Ο Τατσόπουλος προκάλεσε θύελλα όχι γιατί είναι σεξιστής και ομοφοβικός, αλλά ακριβώς γιατί υπηρετεί αυτό το νέο πρότυπο πολιτικού των κοινωνικών δικτύων και δεν μπόρεσε να καταλάβει πότε περνάς τη διαχωριστική γραμμή.

Ενδεχομένως, βέβαια, να αντιπροσωπεύει το μέλλον. Η μάχη για έναν δημόσιο λόγο στοιχειώδους αλληλοσεβασμού και επιχειρημάτων μπορεί να έχει ήδη χαθεί. Αυτός, όμως, είναι ένας ακόμα λόγος για να επιμείνουμε!

Πηγή: http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=28243&subid=2&pubid=63750073