Επιλεγμένα αποσπάσματα από το κεφάλαιο «Λατινική Αμερική και Λαϊκισμός» του βιβλίου «Η εποχή των αναταράξεων» του Άλαν Γκρίνσπαν εκδόσεις Ωκεανίδα

 

Πώς κατάφερε η Λατινική Αμερική να μεταβαίνει από τη μια οικονομική κρίση στην άλλη και από πολιτικό σε στρατιωτικό καθεστώς και το αντίθετο στις δεκαετίες του 1970, του 1980 και του 1990; Η απάντηση είναι ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, η Λατινική Αμερική δεν είχε καταφέρει να απογαλακτιστεί από τον οικονομικό λαϊκισμό που είχε καταφέρει να παραλύσει μια ολόκληρη ήπειρο στην κούρσα του ανταγωνισμού με τον υπόλοιπο κόσμο. Αυτό που με στεναχωρούσε ιδιαίτερα ήταν οι σαφείς ενδείξεις ότι, παρά τις αναμφίβολα κακές οικονομικές επιδόσεις των πάσης φύσεως λαϊκιστικών πολιτικών που είχαν εφαρμοστεί κατά καιρούς απ’ όλες σχεδόν τις λατινοαμερικάνικες κυβερνήσεις, μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, αυτά τα άθλια αποτελέσματα δεν έδειχναν να αποθαρρύνουν τις τάσεις επιστροφής σε κάποιου άλλου είδους οικονομικό λαϊκισμό.

Είναι σαφές ότι ο 20ος αιώνας δεν φέρθηκε με το γάντι στους νότιους γείτονες των ΗΠΑ. Σύμφωνα με τον ιστορικό της οικονομίας Άνγκους Μάντισον, η Αργεντινή άρχισε τον αιώνα με πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα* μεγαλύτερο από εκείνο της Γερμανίας και σχεδόν στα ¾ του μεγέθους του κατά κεφαλήν εισοδήματος των ΗΠΑ. Ωστόσο στο τέλος του αιώνα, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Αργεντινής είχε πέσει πιο κάτω από το μισό του γερμανικού και του αμερικάνικου. Το Μεξικό, κατά τη διάρκεια του αιώνα, έπεσε από το 1/3 στο 1/4 του ΑΕΠ των ΗΠΑ. Η οικονομική έλξη του βόρειου γείτονα του δεν ήταν αρκετή για να αποτρέψει την κατρακύλα. Κατά τον 20ό αιώνα, το βιοτικό επίπεδο των ΗΠΑ, της Δυτικής Ευρώπης και της Ασίας ανέβαινε κατά το 1/3 σχεδόν γρηγορότερα από εκείνο της Λατινικής Αμερικής. Μόνο η Αφρική και η Ανατολική Ευρώπη τα πήγαιναν το ίδιο άσχημα.

Το λεξικό ορίζει το λαϊκισμό ως μια πολιτική φιλοσοφία που υποστηρίζει τα λαϊκά δικαιώματα και τη λαϊκή κυριαρχία, συνήθως απέναντι σε μια προνομιούχα άρχουσα τάξη. Κατά τη γνώμη μου, ο οικονομικός λαϊκισμός είναι μια αντίδραση ενός εξαθλιωμένου λαού σε μια αποτυχημένη κοινωνία, μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από μια κοινωνική άρχουσα τάξη που θεωρείται τάξη των καταπιεστών. Υπό καθεστώς οικονομικού λαϊκισμού, η κυβέρνηση ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των λαϊκών στρωμάτων αγνοώντας παντελώς τόσο τα ατομικά δικαιώματα όσο και την οικονομική πραγματικότητα του πώς ο πλούτος ενός έθνους μπορεί να αυξηθεί ή ακόμη να διατηρηθεί στο ίδιο επίπεδο. Με άλλα λόγια, οι αρνητικές οικονομικές συνέπειες των χρησιμοποιούμενων μεθόδων αγνοούνται, είτε εκούσια είτε κατ’ ανάγκην. Ο λαϊκισμός είναι πιο εμφανής, όπως θα περίμενε κανείς, σε οικονομίες με υψηλά επίπεδα ανισότητας στα εισοδήματα, όπως συμβαίνει στη Λατινική Αμερική. Και πράγματι, οι ανισότητες στις οικονομίες όλων των λατινοαμερικάνικων χωρών είναι από τις μεγαλύτερες στον κόσμο, πολύ μεγαλύτερες από αυτές που απαντούν σε οποιαδήποτε βιομηχανική χώρα και κυρίως πολύ μεγαλύτερες από οποιαδήποτε οικονομία της Ανατολικής Ασίας.

Οι ρίζες της λατινοαμερικανικής ανισότητας κρύβονται βαθιά στην ευρωπαϊκή αποικιοκρατία, η οποία, από τον 16ο αιώνα μέχρι τον 19ο, εκμεταλλευόταν τους ντόπιους πληθυσμούς μαζί με έναν πληθυσμό δούλων. Τα υπολείμματά της σήμερα, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, φαίνονται στις μεγάλες εθνικές διαφοροποιήσεις ως προς το εισόδημα. Αυτές οι προϋποθέσεις έκαναν τη Λατινική Αμερική γόνιμο έδαφος για την εμφάνιση του οικονομικού λαϊκισμού του 20ού αιώνα. Η εξουθενωτική φτώχεια υπάρχει πλάι πλάι με την οικονομική ευμάρεια. Οι οικονομικές ελίτ κατηγορούνται συστηματικά ότι χρησιμοποιούν την κυβερνητική τους εξουσία για να φουσκώνουν τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς…

…Ο οικονομικός λαϊκισμός επιζητεί τη μεταρρύθμιση, όχι την επανάσταση. Οι απολογητές του είναι εντελώς σαφείς σχετικά με τα προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν, αλλά οι συνταγές που προτείνουν είναι ασαφείς. Αντίθετα από τον καπιταλισμό ή το σοσιαλισμό, ο οικονομικός λαϊκισμός δεν ασχολείται με οποιαδήποτε ανάλυση των συνθηκών που είναι απαραίτητες για τη δημιουργία πλούτου και την άνοδο του βιοτικού επιπέδου. Δεν είναι καθόλου εγκεφαλικός. Μοιάζει περισσότερο με κραυγή πόνου.

Οι λαϊκιστές ηγέτες προσφέρουν σαφείς υποσχέσεις για τη θεραπεία πραγματικών ή φανταστικών αδικιών. Η αναδιανομή της γης και η τιμωρία της διεφθαρμένης άρχουσας τάξης, που υποτίθεται ότι κλέβει από τους φτωχούς, είναι συνηθισμένα θεραπευτικά μέσα των πάντων ‘ οι ηγέτες υπόσχονται γη, στέγη και ψωμί για όλους. Η «δικαιοσύνη» είναι άλλο ένα ζητούμενο και είναι γενικά αναδιανεμητική: μια καθαυτό δημοκρατική διαδικασία βρίσκεται πολύ χαμηλά στη λίστα των προτεραιοτήτων. Σε όλες του τις μορφές φυσικά, ο οικονομικός λαϊκισμός βρίσκεται στον αντίποδα του καπιταλισμού της ελεύθερης αγοράς. Όμως αυτή η στάση είναι εκ βάθρων λανθασμένη, και βασίζεται σε παρανόηση της έννοιας του καπιταλισμού. Εγώ και πολλοί άλλοι, τόσο εντός όσο και εκτός της περιοχής, θα λέγαμε ότι οι οικονομικοί λαϊκιστές έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να πετύχουν τους στόχους τους μέσω περισσότερου καπιταλισμού και όχι λιγότερου. Όπου έχει υπάρξει επιτυχία στο παρελθόν – όπου έχει ανέβει το βιοτικό επίπεδο για την πλειονότητα του κόσμου – , οι πιο ανοιχτές αγορές και η αυξημένη ιδιωτική ιδιοκτησία πάντα έπαιζαν ουσιαστικό ρόλο.

Η καλύτερη απόδειξη ότι ο λαϊκισμός είναι μια συναισθηματική αντίδραση και όχι μια αντίδραση βασισμένη κατά κύριο λόγο στις ιδέες είναι το ότι ο λαϊκισμός δεν δείχνει την  τάση να υποχωρεί όταν αποτυγχάνει επανειλημμένα. Η Βραζιλία, η Αργεντινή, η Χιλή και το Περού έζησαν πολλαπλά επεισόδια αποτυχημένης λαϊκίστικης πολιτικής από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου μέχρι σήμερα. Ωστόσο οι καινούργιες γενιές ηγετών δείχνουν να μην έχουν διδαχτεί από το ιστορικό μάθημα και εξακολουθούν να αναζητούν τις απλοϊκές λύσεις του λαϊκισμού. Εννοείται ότι στην πορεία έχουν καταφέρει να κάνουν τα πράγματα χειρότερα…

Ο οικονομικός λαϊκισμός φαντασιώνεται έναν πιο ευθύγραμμο κόσμο, έναν κόσμο στον οποίο ένα εννοιολογικό πλαίσιο μοιάζει εντελώς παράταιρο μπροστά στις προφανείς και πιεστικές ανάγκες. Οι αρχές του είναι απλές. Εάν υπάρχει ανεργία, τότε οι κυβερνήσεις πρέπει να προσλαμβάνουν τους άνεργους. Εάν υπάρχει οικονομική στενότητα και τα επιτόκια είναι κατά συνέπεια υψηλά, η κυβέρνηση πρέπει να βάλει πλαφόν στα επιτόκια ή να τυπώσει περισσότερο χρήμα. Εάν τα εισαγόμενα προϊόντα απειλούν θέσεις εργασίας, σταματήστε τις εισαγωγές. Γιατί αυτές οι λύσεις να είναι λιγότερο λογικές από το να δηλώνεις ότι, εάν θέλεις να βάλεις μπρος το αυτοκίνητο σου, πρέπει να γυρίσεις το κλειδί στη μίζα;

Η απάντηση είναι ότι σε οικονομίες όπου εκατομμύρια άνθρωποι εργάζονται και εμπορεύονται κάθε μέρα, οι επιμέρους αγορές είναι τόσο αλληλοεξαρτώμενες ώστε, εάν βάλεις πλαφόν για να σταματήσεις μια ανισορροπία, αμέσως προκαλείς μια σειρά από άλλες ανισορροπίες. Εάν βάλεις πλαφόν στην τιμή της βενζίνης, προκαλούνται αμέσως ελλείψεις και τεράστιες ουρές στα βενζινάδικα, όπως κατάλαβαν όλοι οι Αμερικάνοι το 1974. Η ομορφιά ενός συστήματος αγοράς βρίσκεται στο ότι, όταν λειτουργεί σωστά, όπως κάνει τον περισσότερο καιρό, τείνει να δημιουργεί τη δική του ισορροπία. Η λαϊκιστική άποψη είναι σαν να τηρεί κανείς λογιστικά βιβλία όπου γράφει μόνο τις πιστώσεις, όπως το άμεσο όφελος των χαμηλότερων τιμών στη βενζίνη. Οι οικονομολόγοι, υποθέτω, κατά κανόνα κρατούν βιβλία με δύο στήλες.

Στιγματισμένος από την έλλειψη μιας λεπτομερειακά επεξεργασμένης οικονομικής πολιτικής, ο λαϊκισμός, για να προσελκύσει οπαδούς, είναι υποχρεωμένος να προβάλλει κάποια ηθική δικαίωση. Αυτό σημαίνει ότι οι λαϊκιστές ηγέτες πρέπει να είναι χαρισματικοί και να δείχνουν σαφή σημάδια ηγετικών ικανοτήτων, ακόμη και αυταρχισμού. Πολλοί, ίσως οι περισσότεροι, ηγέτες αυτού του τύπου προήλθαν από τις τάξεις των στρατιωτικών. Δεν προσπαθούν να πείσουν για την εννοιολογική ανωτερότητα του λαϊκισμού απέναντι στις ελεύθερες αγορές. Δεν υιοθετούν τον πνευματικό φορμαλισμό του Μαρξ. Το οικονομικό τους μήνυμα είναι απλό: ρητορικά σχήματα με λέξεις όπως εκμετάλλευση, δικαιοσύνη και αγροτική μεταρρύθμιση, ποτέ λέξεις όπως ΑΕΠ και παραγωγικότητα

Ο οικονομικός λαϊκισμός δίνει μεγάλες υποσχέσεις, χωρίς να σκέφτεται πώς θα τις χρηματοδοτήσει. Πολύ συχνά η προσπάθεια υλοποίησης των υποσχέσεων απολήγει σε δημοσιονομική στενότητα, η οποία καθιστά αδύνατο το δανεισμό από τον ιδιωτικό τομέα ή από ξένους επενδυτές. Αυτό σχεδόν πάντα οδηγεί στην εξάρτηση από την Κεντρική Τράπεζα, η οποία καλείται να παίξει το ρόλο του ταμία. Η απαίτηση από μια κεντρική τράπεζα να τυπώσει χρήμα για να αυξήσει την αγοραστική δύναμη της κυβέρνησης οδηγεί κατά κανόνα σε πληθωριστική χιονοστιβάδα. Τα αποτελέσματα που βλέπουμε στην ιστορία είναι κατά κανόνα ανατροπές κυβερνήσεων και σοβαρή απειλή για τον κοινωνικό ιστό των κοινωνιών τους. Αυτό ακριβώς συνέβη στη Βραζιλία το 1994, στην Αργεντινή το 1989, στο Μεξικό στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και στη Χιλή δέκα χρόνια πριν. Οι επιπτώσεις στις αντίστοιχες κοινωνίες ήταν σαρωτικές. Όπως διαπιστώνουν οι γνωστοί διεθνείς οικονομολόγοι Ρούντιγκερ Ντόρνμπους και Σεμπάστιαν Έντουαρντς: «Στο τέλος κάθε λαϊκιστικού πειράματος, οι πραγματικοί μισθοί είναι χαμηλότεροι απ’ ότι στην αρχή». Ο υπερπληθωρισμός εμφανίζεται περιοδικά στα αναπτυσσόμενα κράτη – στην πραγματικότητα είναι μία από τις τάσεις που τα χαρακτηρίζει…

 

*Όλα τα κατά κεφαλήν εισοδήματα αναφέρονται σε πραγματικές τιμές.