από Τάκη Θεοδωρόπουλο

δημοσιεύθηκε στα Νεα

 

Ακουσα προχθές στην εκπομπή του Γιάννη Πρετεντέρη «Ανατροπή» τον Γιώργο Κιμούλη να εξηγεί πως για τα οικεία δεινά ευθύνεται κατά κύριο λόγο το σύστημα. «Εχει όνομα αυτό το σύστημα», πρόσθεσε. «Λέγεται καπιταλισμός και η συγκεκριμένη του μορφή λέγεται νεοφιλελεύθερη χρηματοπιστωτική».
 
Μετά την περιεκτική ανάλυση του συστήματος προέβη και σε σύντομη, λόγω ελλείψεως χρόνου, έκθεση των προτάσεών του. Αφού πρότεινε την κατάργηση του καπιταλισμού ως μόνη λύση επιχειρηματολόγησε διατυπώνοντας τους στρατηγικούς του στόχους: «Ευαγγελίζομαι ένα σύστημα που δεν θα έχει το κέρδος ως πρωταρχική αξία του ανθρώπου. Δεν θα στηρίζεται στην ιδιωτική ιδιοκτησία». Ενθυμούμενος δε πως οι καιροί απαιτούν ρεαλισμό και ουδείς δικαιούται να αφήνει τις ουτοπίες του και τα οράματά του ξεκρέμαστα ανέπτυξε, πάντα εν συντομία, την τακτική που θα μας επιτρέψει να φτάσουμε στην κατάργηση της ιδιοκτησίας: «Για να μπορεί να πετύχει ο στρατηγικός στόχος πρέπει να πετύχουμε ορισμένους αντικειμενικούς σκοπούς (sic).
 Ενας απ’ αυτούς είναι η κατάργηση της μνημονιακής πολιτικής». Υποθέτω ότι αν είχε περισσότερο χρόνο θα μιλούσε και για την κατάργηση της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο, έκφραση που περίμενα για να ολοκληρωθεί η πνευματική και πολιτική μου ευεξία.
 
Οφείλω όμως να πω ότι, ακόμη και χωρίς αυτήν, ακούγοντας μια τόσο ολοκληρωμένη πρόταση για την επίλυση όλων των προβλημάτων μας ξανάνιωσα. Αισθάνθηκα σαν να βρίσκομαι ξανά σε κάποιο από τα αμφιθέατρα όπου, όσο ήμουν νέος, έλυνα πολλά προβλήματα της ανθρώπινης κακοδαιμονίας και τσακωνόμουν μέχρι πρωίας με συντρόφους και συναγωνιστές για την ορθή ερμηνεία της ποίησης του προέδρου Μάο και τις παρεκτροπές της 4ης Διεθνούς – που αρνιόμασταν να την αναφέρουμε στη γενική για να μη μολύνει το τριτόκλιτο τη δημοτική μας συνείδηση. Ιδανικός για την αίσια κατάληξη του φλερτ ήταν ο Μαρκούζε, διανθισμένος με κάποιον στίχο Μαγιακόφσκι. Σκέφτηκα δε, με κάποια πίκρα, πως ορισμένοι από εμάς ξέχασαν ή πρόδωσαν τις ωραίες ουτοπίες της νεότητάς μας, άλλοι όμως, αν και επιτυχημένοι ως είδος, εξακολουθούν να κρατούν άσβεστη τη φλόγα τους.
 
Δυστυχώς, έχω πάψει προ πολλού να αισθάνομαι αειθαλής πιονιέρος. Και η σκέψη μου έχει χάσει προ πολλού τη φρεσκάδα που σου επιτρέπει να επαναλαμβάνεις τις ωραίες κοινοτοπίες με τη σεμνότητα του ανθρώπου που νομίζει πως εφηύρε την πυρίτιδα. Οσο για την ορμή της νεότητας, αυτή που σε κάνει να γεύεσαι το bouquet των ιδεών, αυτή με έχει εγκαταλείψει προ πολλού.
 
Κατά τα άλλα δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με τον κ. Κιμούλη. Οταν στην πισίνα ανήμερα τα Φώτα δεν βουτάει παρά ένας για να πιάσει τον Σταυρό, κι αυτός Βορειοηπειρώτης, όπως εύστοχα σημείωσαν οι πολυπολιτισμικοί ρεπόρτερ της τηλεόρασης, αυτό σημαίνει πως η ψυχή μας έχει πλακωθεί για τα καλά. Και για να ξαναφουσκώσει λίγο χρειάζεται κάποιους που θα διασκεδάσουν τον πόνο της. Ο κ. Χαϊκάλης μου φαίνεται λίγος, και πολύ εύκολος, ο κ. Ψωμιάδης δυστυχώς συνταξιοδοτήθηκε, ο δε κ. Παπακωνσταντίνου μάλλον μας πλήττει με τα ιψενικά του δράματα. Μια ανατροπή του καπιταλισμού, με την κατάλληλη σκηνοθεσία και τους κατάλληλους πρωταγωνιστές, θα ήταν ό,τι πρέπει.