από Μαρία Χασεκίδου

δημοσιεύθηκε στο www.maga.gr

 

Πέμπτη βραδάκι κατεβαίνω την Εθνικής Αμύνης και στρίβω σε ένα κάθετο στενό της για να κόψω δρόμο. Πηγαίνω να βρω φίλους, να πιούμε μια μπύρα, να πούμε τα νέα μας. Ζούμε στην ίδια πόλη και έχουμε να βρεθούμε κοντά είκοσι μέρες. Μας κατάπιε η καθημερινότητα, χανόμαστε. Έχω ακουστικά στα αυτιά, ακούω μουσική, αφηρημένη, χαμένη σε σκέψεις.

Μποτιλιάρισμα στην Τσιμισκή, ψιλοβρέχει, σκοτάδια στο δρομάκι μου. Δεν φοβάμαι που διάλεξα το σκοτεινό στενό για να κόψω δρόμο, γενικά δεν έχω την αίσθηση του φόβου (κακώς!), νιώθω οικεία στην πόλη που μεγάλωσα και ζω όλα μου σχεδόν τα χρόνια και είναι και νωρίς το βράδυ. Η άκρη του ματιού μου αντιλαμβάνεται μια σκιά που σαλεύει. Η μουσική στα αυτιά μου έχει απομονώσει τους άλλους θορύβους (κακώς και πάλι!) και προσπαθώ να ξεχωρίσω τι είναι αυτή η κουλουριασμένη σκιά, που τελικά την αντιλήφθηκα σε απόσταση αναπνοής. Είναι κάπου στα 20 και κάτι, σταράκια κόκκινα, σκισμένο τζιν, σακίδιο στον ώμο, σκυμμένος, κρατάει χοντρό μαρκαδόρο στο χέρι και κάτι γράφει στο μάρμαρο της εισόδου της πολυκατοικίας. Γυρίζει απότομα προς το μέρος μου, τρομάζουμε για ένα δευτερόλεπτο, σχεδόν ταυτόχρονα. Ακολουθεί χαμόγελο αμηχανίας, εγώ βγάζω το ένα ακουστικό από το αυτί για να αποκτήσω επιτέλους ακουστική επαφή με το περιβάλλον και μου απολογείται: «σόρυ αν σε τρόμαξα…». Σηκώνεται και αποκαλύπτεται το σημαδεμένο μάρμαρο:

«Παράτα τα όλα και έλα να χορέψουμε τανγκό με τις πυτζάμες»

Σκαλώνω να το χαζεύω. Χαμογελώ. «Ελπίζω να κατέβει», λέω και συνεχίζω τον δρόμο μου. Προτού ξαναβυθιστώ στη μουσική, τον ακούω να μου εύχεται καλό βράδυ. Έχω μαγευτεί! Για δες τον μάγκα σκέφτομαι, στα παλιά του τα σταράκια η κρίση, το χρέος, η επιμήκυνση, τα χαράτσια και η εφορία. Ο πόνος του δεν είναι αν θα απεργούν αύριο τα λεωφορεία, αν έκλεψε και πόσα ο Ψωμιάδης, πότε θα τελειώσει το μετρό, αν κέρδισε ο ΠΑΟΚ. Το μόνο που θέλει είναι να χορέψει με το κορίτσι που γουστάρει. Ο έρωτας του έχει πάρει τα μυαλά.

Σημάδεψε την πόρτα του σπιτιού της με την επιθυμία του, έστειλε το μήνυμα του σε αυτή την καρδιά (ελπίζω όχι σκληρή καρδιά) που μάλλον θα έχει χαθεί μέσα στα καθημερινά προβλήματα, θα έχει ξεχάσει τις μικρές χαρές. Σκοπός του να την συγκινήσει, να της δώσει το χέρι για να δραπετεύσουν μαζί από τη μιζέρια, την κλάψα, το «δεν μπορώ», «δεν αντέχω», «δεν έχω δουλειά», «δεν έχω λεφτά». Τρόπος απλός: ένας χορός. Να αγγίξει ο ένας τον άλλο, να τον νιώσει, να τους παρασύρει η μουσική, να τα ξεχάσουν όλα, μακριά από likes, posts, tweets, τη βοή του κόσμου. Και ας φορούν και πυτζάμες. Πολλή σημασία έχουμε δώσει στο περιτύλιγμα όλα αυτά τα χρόνια, ας ρίξουμε και μια ματιά στην ουσία, λοιπόν.

Φτάνω στην παρέα μου. Πίνουμε, μιλάμε δυνατά, σχολιάζουμε την επικαιρότητα, συζητάμε για μια ταινία που είδαμε πρόσφατα. Να και μια συνήθεια που μας έμεινε από τις «παλιές» ευτυχισμένες μέρες (πόσο μακρινές μας φαίνονται), που βρισκόμασταν κάθε μέρα σχεδόν και ανάμεσα στο αλκοόλ και στο φαγητό αναπτύσσαμε τα πρώτα και τα δεύτερα επίπεδά μας, συζητώντας για τέχνη και επανάσταση.

Καθόμαστε έξω, οι ψιχάλες σταμάτησαν, χαζεύουμε τον κόσμο που βολτάρει. Το αποζητάμε το «έξω» πια, γιατί εδώ και καιρό ο κόσμος κλειδαμπαρώνεται στα σπίτια του, δεν προσμένει πια την Παρασκευή και το Σάββατο να βγει.Τα τσίπουρα και τα κοκτέιλ έγιναν η δόση της εφορίας, το σαββατοκύριακο έχασε την αίγλη του. Όταν είσαι άνεργος όλες οι μέρες είναι ίδιες, μουντές, μονότονες. Και εμείς τις παρακολουθούμε να περνούν από μπροστά μας. Και όταν αντιδρούμε, το κάνουμε βίαια. Τα πάντα γύρω μας είναι βίαια πλέον, οι φωνές μας, οι σιωπές μας, οι επιθυμίες μας.

Στο μυαλό μου φέρνω πάλι το παλικάρι με το μαρκαδόρο. Άραγε το είδε το μήνυμα η κοπέλα; Άραγε θα τα παρατήσει όλα έστω και για λίγο; Άραγε θα του παραχωρήσει απλόχερα το χορό που ζητάει;

Πηγή: maga.gr