από Αθάνασιο Παπανδρόπουλο
δημοσιεύθηκε στο www.pro-europa.eu/gr
Εκείνο το μεσημέρι της 12ης Ιανουαρίου 1990, το ξενοδοχείο της «Μεγάλης Βρεταννίας» ήταν κατάμεστο. Οι εκδόσεις Παπαζήση είχαν προσκαλέσει πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο για την παρουσίαση του Β’ Τόμου του βιβλίου «Κώστας Μητσοτάκης: Πολιτική Βιογραφία, περίοδος 1961-1974». Την παρουσίαση θα έκανε ο συγγραφέας του βιβλίου Θανάσης Διαμαντόπουλος, καθηγητής πολιτικής επιστήμης, και θα ακολουθούσε συζήτηση με γνωστούς και επώνυμους δημοσιογράφους του πολιτικού ρεπορτάζ.
Η ΝΔ συμμετείχε τότε στην τρικομματική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Ξενοφώντα Ζολώτα και οι προσεχείς εκλογές θα γίνονταν τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς. Εκείνη την περίοδο, τον Δεκέμβριο 1989 συγκεκριμένα, χάρη σε κοινοτική επέμβαση και βοήθεια, η Ελλάδα είχε αποφύγει το ενδεχόμενο μιας πτωχεύσεως και παράλληλα αντιμετώπιζε έναν κόσμο που, με αφορμή την κατάρρευση του κομμουνισμού, άλλαζε ριζικά. Αυτές δε οι αλλαγές έμελλε να σημαδέψουν την μετέπειτα κυβέρνηση της ΝΔ. Μία κυβέρνηση με πλειοψηφία έναν δανεικό από την Δημοκρατική Ανανέωση του Κωστή Στεφανόπουλου βουλευτή, χάρη στον οποίο είχε παρακαμφθεί ο εκλογικός νόμος του ΠΑΣΟΚ, που στην ουσία απώτερο στόχο είχε την πλήρη παρεμπόδιση της εναλλαγής κομμάτων στην εξουσία.
Στην εκδήλωση της Μεγάλης Βρεταννίας θυμάμαι πολύ καλά μία ολιγόλεπτη συζήτηση με τον πρόεδρο της ΝΔ, τον οποίον είχα ρωτήσει πόσο τον ανησυχούσε η πορεία της οικονομίας. «Η κατάσταση είναι δραματική», μού είχε απαντήσει ο Κων.Μητσοτάκης. «Η χώρα είναι παγιδευμένη στον φαύλο κύκλο των ελλειμμάτων, της υπερχρέωσης, των υποτιμήσεων και του αρνητικού ισοζυγίου πληρωμών. Θα χρειαστεί πολύ μεγάλη και δύσκολη προσπάθεια για να τα βγάλουμε πέρα…».
Στο σημείο αυτό, υπενθύμισα στον πρόεδρο της ΝΔ ότι το 1964, με αφορμή την συζήτηση για τον προϋπολογισμό του 1965, ως υπουργός Οικονομικών είχε εισηγηθεί ο ίδιος στον τότε πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου μείωση των παροχών, «καθ’ όσον το 1965 διεγράφετο ζοφερόν». «Ναι, έτσι είναι», μού απάντησε ο Κων. Μητσοτάκης και έσπευσε να διακόψει την συζήτηση. Προφανώς, αυτό το έκανε γιατί την περίοδο εκείνη δεν ήθελε να πει δημοσίως πράγματα που θα τροφοδοτούσαν όχι τόσο τους εκτός ΝΔ αντιπάλους του όσο τους εντός αυτής.
Εξάλλου, όπως αναφέρεται στο τελευταίο βιβλίο με τίτλο «Μπροστά από την Εποχή της», την δραματική και τότε, αλλά αναστρέψιμη, κατάσταση της χώρας περιέγραφε σε επιστολή του προς τον πρωθυπουργό Ξεν. Ζολώτα ο τότε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζακ Ντελόρ, ο οποίος τον Μάρτιο του 1990 μεταξύ άλλων τόνιζε: «Η κατάσταση στην Ελλάδα επιδεινώθηκε και πάλι σοβαρά, έτσι ώστε να αποτελεί σήμερα η οικονομική και δημοσιονομική κατάσταση της χώρας σας σοβαρή αιτία ανησυχίας για όλους μας. Οι σημαντικότεροι οικονομικοί δείκτες, καθώς και οι πληροφορίες που συνέλεξε η πρόσφατη αποστολή της Επιτροπής στην Αθήνα, δείχνουν πράγματι ότι η κατάσταση έγινε πολύ ανησυχητική. Η κατάσταση αυτή επιβάλλει την λήψη χωρίς καθυστέρηση δραστικών μέτρων και την εκπόνηση και εφαρμογή πολυετούς προγράμματος ανόρθωσης της οικονομίας το ταχύτερον δυνατόν».
Αυτή, λοιπόν, την ανόρθωση της οικονομίας ανέλαβε να φέρει εις πέρας τον Απρίλιο του 1990 η κυβέρνηση της ΝΔ, η οποία, με πρωθυπουργό τον Κων. Μητσοτάκη, έπρεπε άμεσα και αποτελεσματικά να σπάσει τον ολέθριο φαύλο κύκλο ελλείμματος, δημοσίου χρέους και πληθωρισμού, ο οποίος απειλούσε την χώρα με δημοσιονομικό εκτροχιασμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Κων. Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του ήταν ζωτική ανάγκη να ανταποκριθούν, αλλά και εν τέλει να κερδίσουν, ένα τριπλό στοίχημα, από την έκβαση του οποίου θα εξαρτάτο και το μέλλον της Ελλάδας, ενώ ο 20ος αιώνας είχε μπει στην τελική προ του τέλους του ευθεία.
Έτσι, όπως αναφέρεται στο βιβλίο που παρουσιάζουμε, η δημοσιονομική εξυγίανση ήταν το πρώτο και βασικότερο στοίχημα της κυβέρνησης. Δεν ήταν όμως μόνον αυτό. Την δεκαετία του 1980 η ελληνική οικονομία είχε απονευρωθεί και είχε καταστεί δέσμια του κομματικού κράτους και των πελατειακών σχέσεων που καλλιεργήθηκαν συνειδητά από το ΠΑΣΟΚ σε αγαστή συνεργασία με συνδικαλιστικά και άλλα συμφέροντα. Ο εκσυγχρονισμός και η απελευθέρωση της οικονομίας από αυτά τα δεσμά με όχημα τις διαρθρωτικές αλλαγές ήταν το δεύτερο μεγάλο στοίχημα για την κυβέρνηση 1990-93. Το τρίτο στοίχημα ήταν η επαναβεβαίωση του δυτικού προσανατολισμού της χώρα. Την προηγούμενη δεκαετία, η «αδέσμευτη» εξωτερική πολιτική του ΠΑΣΟΚ –το οποίο είχε αναπτύξει προνομιακές σχέσεις με τριτοκοσμικά και δικτατορικά καθεστώτα– είχε οδηγήσει την Ελλάδα σε μιαν ιδιότυπη διεθνή απομόνωση και την είχε θέσει στο περιθώριο των ευρωπαϊκών εξελίξεων. Σήμερα, ειδικά αυτή η τελευταία πρόκληση, ενδεχομένως πολλούς να ξενίζει, καθώς η θέση της Ελλάδας μεταξύ των προηγμένων χωρών του δυτικού κόσμου είναι πλέον αυτονόητη. Αυτή όμως ήταν εκείνη την εποχή η αδήριτη πραγματικότητα για μία χώρα η οποία, μετά από μία δεκαετία του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, είχε πρώτα από όλα απόλυτη ανάγκη να ανακτήσει την χαμένη της αξιοπιστία.
Για την ιστορία υπενθυμίζουμε τις απίθανες ελληνικές θέσεις κατά του πολωνικού συνδικάτου «Αλληλεγγύη», υπέρ της κατάρριψης του νοτιοκορεατικού τζάμπο από τους Σοβιετικούς, την άρνηση του Έλληνα προέδρου της Βουλής να επισκεφθεί το Τείχος του Βερολίνου, την φιλοσοβιετική ειρηνιστική πολιτική του Ανδρέα Παπανδρέου, την άρνηση της Μελίνας Μερκούρη να υπογράψει την «Χάρτα ’’77» του Β. Χάβελ, μετέπειτα προέδρου της Τσεχίας, και τους ύμνους υπέρ του Πολωνού δικτάτορα στρατηγού Γιαρουζέλσκι. Οι επιλογές αυτές είχαν κυριολεκτικά απομονώσει την Ελλάδα στον διεθνή χώρο και, σε συνδυασμό με την δράση της 17 Νοέμβρη στο εσωτερικό, απομάκρυναν την χώρα κα από τις ξένες άμεσες επενδύσεις τις οποίες τόσο είχε ανάγκη.
Το 1990 ήταν, λοιπόν, από πολλές πλευρές μία κρίσιμη χρονιά. Πριν απ’ όλα δε, ο Κων. Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του έπρεπε να κερδίσουν την μάχη της οικονομίας ώστε να ξεφύγει η χώρα από τον κίνδυνο αποκλεισμού της από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Στο πλαίσιο αυτής της ανάγκης, το 1990 για πρώτη φορά ο ετήσιος προϋπολογισμός του κράτους εντάχθηκε σε ένα κυλιόμενο 3ετές πρόγραμμα δημοσιονομικής σταθερότητας και ανάπτυξης, με βασικό στόχο του την διασφάλιση της υγιούς και πραγματικής ανάπτυξης μέσω της δημοσιονομικής, εισοδηματικής και νομισματικής σταθερότητας. Επιγραμματικά, ορισμένες από τις επιτυχίες του προγράμματος αυτού είναι: Το τεράστιο έλλειμμα του 17,6% του ΑΕΠ το 1989 μειώθηκε στο 8,8% το 1992 και οδήγησε στην δημιουργία πρωτογενούς πλεονάσματος ίσου προς το 1,7% του ΑΕΠ. Ο πληθωρισμός, παρά τον διπλασιασμό των τιμών αργού πετρελαίου που προκλήθηκε από τον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου, μειώθηκε από 20,4% το 1990 στο 14,4% στο τέλος του 1993. Παρά τον πρωτοφανή ρυθμό μείωσης του ελλείμματος, το μείγμα της πολιτικής ήταν τέτοιο που το ΑΕΠ σε σταθερές τιμές μόνον το 1990 σημείωσε μικρή ύφεση (-0,3%), για να ακολουθήσουν αυξήσεις 4,3% το 1991, 1,3% το 1992 και 2% το 1993.
Πέρα από όλα αυτά, την περίοδο της διακυβέρνησης Κων. Μητσοτάκη παρατηρήθηκε και μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι είχαν διπλασιαστεί στην πρώτη πασοκική περίοδο και είχαν φθάσει τις 500.000 –από 247.000 το 1981.
Το γεγονός αυτό οφείλουμε να επισημάνουμε ότι κάθε άλλο παρά ευνοϊκά αντιμετώπιζαν κάποιοι μέσα στην ΝΔ. Ιδιαίτερα δε επικριτική ήταν η υπό τον Μιλτιάδη Έβερτ ομάδα καραμανλικών βουλευτών κυρίως, οι οποίοι δεν έχαναν καμμία απολύτως ευκαιρία υπονομεύσεως του πρωθυπουργού. Υπενθυμίζουμε επίσης την κατάπτυστη δημοσιογραφία που κινητοποιήθηκε τότε από συγκεκριμένα συμφέροντα και για συγκεκριμένους λόγους κατά του πρωθυπουργού και του κυβερνητικού του έργου, με ολέθρια αποτελέσματα για την λήψη ζωτικών αποφάσεων στον τομέα των ιδιωτικοποιήσεων.
Για το επιχειρηματικό κατεστημένο που συνέβαλε τα μέγιστα στην μεγάλη ληστεία και στην οικονομική καταστροφή της χώρας, οι φιλελεύθερες πολιτικές του Κων. Μητσοτάκη αποτελούσαν «κόκκινο πανί». Έπρεπε λοιπόν με κάθε τρόπο και με κάθε μέσον να παρεμποδιστούν. Τον ρόλο αυτόν ανέλαβαν συγκεκριμένοι πραιτωριανοί του χώρου των μέσων μαζικής επικοινωνίας (ΜΜΕ), οι οποίοι δημιούργησαν και το πιο δυσώδες και βαθύτατα διεφθαρμένο δημοσιογραφικό-εκδοτικό κύκλωμα που υπάρχει στον αναπτυγμένο κόσμο.
Παρόλα αυτά, η κυβέρνηση Κων. Μητσοτάκη –χάρη σε συγκεκριμένους υπουργούς της, πρέπει να ομολογήσουμε– κατάφερε τότε πράγματα ακατόρθωτα, λαμβανομένης υπ’ όψιν της κοινοβουλευτικής της πλειοψηφίας. Πριν απ’ όλα, κατάφερε να εκτονώσει την εκρηκτική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στα δημόσια οικονομικά με ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης, εκσυγχρονισμού και σταδιακής απελευθέρωσης της οικονομίας. Το πρόγραμμα αυτό είχε γίνει θετικά αποδεκτό από τη Ευρωπαϊκή Επιτροπή, από την οποία τότε η Ελλάδα πήρε και σταθεροποιητικό δάνειο –και για την εποχή εκείνη αυτή η βοήθεια της Επιτροπής ήταν σημαντική, δεδομένου ότι επί Ανδρέα Παπανδρέου η χώρα είχε επίσης ζητήσει σταθεροποιητικό δάνειο χωρίς ποτέ να τιμήσει τις υπογραφές και τις υποχρεώσεις της.
Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι εκείνη την περίοδο, ως αποτέλεσμα της κυβερνητικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ, το έλλειμμα και το δημόσιο χρέος πολλαπλασιάζονταν ανεξέλεγκτα από την υπόγεια αύξησή τους, την οποία προκαλούσαν τα κρυφά ελλείμματα και χρέη που είχε δημιουργήσει παντού στον ευρύτερο δημόσιο τομέα η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στην διάρκεια της δεκαετίας του 1980. Αυτά τα κρυφά χρέη είχαν δημιουργηθεί με τρεις κυρίως μεθόδους. Πρώτον, με την χορήγηση εγγυήσεων του Δημοσίου για την σύναψη δανείων υπέρ των ελλειμματικών ΔΕΚΟ, τα οποία ουδέποτε μπορούσαν να ξεπληρωθούν, με αποτέλεσμα την κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών. Δεύτερον, με την πληρωμή ενισχύσεων, κυρίως στους αγρότες, όχι από το ίδιο το κράτος αλλά από τους κομματικά ελεγχόμενους συνεταιρισμούς με δάνεια της ΑΤΕ τα οποία ουδέποτε καλύπτονταν από το κράτος. Τρίτον, από τα τεράστια ελλείμματα κοινωνικοποιημένων επιχειρήσεων του Οργανισμού Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων (ΟΑΕ), συνεταιριστικών οργανώσεων και εκατοντάδων άλλων επιχειρήσεων και φορέων του δημόσιου τομέα που χρηματοδοτούντο χαριστικά από τις ελεγχόμενες από το κράτος τράπεζες, αλλά τελικά επιβάρυναν το Δημόσιο. Οι αναγνώστες μας θα πρέπει να θυμηθούν ότι, όπως απεκαλύφθη από τον επί ΝΔ πρόεδρό του, ο ΟΑΕ είχε πριμοδοτηθεί με 1.000 δισεκατ. δραχμές, ποσό που τότε αντιστοιχούσε σε 42 εκατ. δραχμές ανά πριμοδοτούμενο εργαζόμενο!
Αυτή την λεηλασία η κυβέρνηση Κων. Μητσοτάκη προσπάθησε να την σταματήσει, υβριζόμενη και χλευαζόμενη από ανθρώπους που σήμερα ζητούν και τα ρέστα για τα ανομήματά τους.
Πάντως, την περίοδο 1990-93, ορισμένες από τις πλέον ενδεικτικές μεταρρυθμίσεις που έφεραν αποτέλεσμα στην ελληνική οικονομία είναι, μεταξύ άλλων: Η απελευθέρωση των αγορών και του τραπεζικού συστήματος, που έφερε νέες τράπεζες στην χώρα και χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας. Η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων και σε άλλους τομείς, όπως οι τηλεπικοινωνίες με την δημοπράτηση δύο αδειών κινητής τηλεφωνίας. Η καινοτόμος αναμόρφωση της φορολογίας με μειώσεις συντελεστών, διασταυρώσεις και μηχανοργάνωση με το σύστημα TAXIS. Η αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος, που το διέσωσε για μία 20ετία. Η μετατροπή των ΔΕΚΟ σε ανώνυμες εταιρείες, με δικαίωμα του κράτους να πωλεί μέχρι και το 49% του κεφαλαίου τους. Οι μηδενικές απώλειες κοινοτικών πόρων με την πλήρη απορρόφηση και αξιοποίησή τους και η εξασφάλιση αυξημένων πόρων από το Β’ ΚΠΣ. Η εκκίνηση κατασκευής μεγάλων έργων, όπως το Μετρό Αθηνών, η Αττική Οδός, το Αεροδρόμιο Σπάτων, η Γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου, η Εγνατία Οδός, οι λιμνοδεξαμενές στα νησιά, τα νέα νοσοκομεία σε πολλές περιοχές της χώρας, οι βιολογικοί καθαρισμοί, και άλλα που αναφέρονται αναλυτικά στα διάφορα κεφάλαια του βιβλίου που παρουσιάζουμε.
Θα πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι την περίοδο 1990-93 σταθεροποιήθηκε η ελληνική θέση στην Ευρώπη και η χώρα επανατοποθετήθηκε στον σκληρό πυρήνα των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπογράφοντας την Συνθήκη του Μάαστριχτ. Αν τότε είχαν ακολουθηθεί οι πολιτικές που προβλέπονταν από την διαδικασία της οικονομικής και νομισματικής ένωσης (ΟΝΕ) και της ολοκλήρωσης της ενιαίας αγοράς, η σημερινή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας θα ήταν ριζικά διαφορετική. Πιθανότατα δε η ένταξή μας στην ευρωζώνη να είχε γίνει και με άλλους νομισματικούς όρους.
Διότι τα τρία στοιχήματα που με κόπο και αντίξοες συνθήκες κερδήθηκαν από την κυβέρνηση της ΝΔ και τον πρόεδρό της, όπως είναι φυσικό είχαν ως αποτέλεσμα την κατακόρυφη άνοδο της αξιοπιστίας της χώρας, κυρίως στο εξωτερικό. Είναι ενδεικτικές οι κατά καιρούς δηλώσεις ξένων αξιωματούχων και σε πολλές περιπτώσεις τα θετικά σχόλια του ευρωπαϊκού Τύπου, σε μία περίοδο μάλιστα που η Ελλάδα ήταν, όπως και σήμερα, έστω και με άλλους όρους, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Στα επί μέρους κεφάλαια δίνονται πολλά συγκεκριμένα παραδείγματα στα οποία επίσημοι αξιωματούχοι και όργανα της ΕΕ (Επίτροποι, υπηρεσίες, Συμβούλια) προβάλλουν την Ελλάδα της εποχής εκείνης ως παράδειγμα προς μίμηση. Τα αποτελέσματα αυτά γίνονται ακόμη πιο εντυπωσιακά από το γεγονός ότι επιτεύχθηκαν σε περίοδο αρνητικής διεθνούς συγκυρίας, αφού από το 1991 μέχρι και το 1993 η παγκόσμια οικονομία μπήκε σε περίοδο ύφεσης. Αν ληφθούν επίσης υπ’ όψιν οι λυσσώδεις και πολλές φορές βίαιες αντιδράσεις από τα οργανωμένα συμφέροντα και τις δυνάμεις της αδράνειας στο εσωτερικό της χώρας για να μην εφαρμοστούν οι μεταρρυθμίσεις, η αξία των επιτευγμάτων της κυβέρνησης καθίσταται ακόμη μεγαλύτερη.
Αν αντιπαραβάλλουμε την πραγματικότητα αυτή, που με ενάργεια αναλύεται στα διάφορα κεφάλαια του βιβλίου που παρουσιάζουμε, με την κρατούσα αντίληψη της ελληνικής κοινής γνώμης για την κυβέρνηση εκείνη, θα διαπιστώσουμε ότι οι μύθοι που έντεχνα καλλιεργήθηκαν εις βάρος της για να αποκρύψουν την πραγματικότητα κυριάρχησαν για μία 20ετία στον δημόσιο διάλογο. Μόλις τώρα η κοινή γνώμη, ζώντας τον εφιάλτη της ουσιαστικής χρεοκοπίας και τις συνέπειές του στην ζωή μας, αρχίζει δειλά-δειλά να αναλογίζεται ότι, αν το 1993 η κυβέρνηση είχε αφεθεί να ολοκληρώσει το έργο της μέχρι το 1994, και ενδεχομένως και σε μία δεύτερη τετραετία, τώρα δεν θα υπήρχαν κρίση χρέους, τρόϊκα και ΔΝΤ. Η μεγάλη διαφορά με το σήμερα είναι ότι εκείνη την περίοδο υπήρχε μία κυβέρνηση η οποία ήθελε, είχε την βούληση και τις αντοχές να κάνει ό,τι επέβαλαν περιστάσεις εξίσου δύσκολες. Δεν ήθελαν όμως οι άλλοι.
Δεν ήθελαν οι μόνιμο εχθροί της ανοικτής ελληνικής κοινωνίας και του φιλελεύθερου ευρωπαϊκού προσανατολισμού της. Και οι εχθροί αυτοί είναι πάντα εδώ. Παίζουν το τελευταίο τους χαρτί.
Αν λοιπόν δεν είχε πέσει άδοξα η τότε κυβέρνηση, θα είχε ισχύσει αυτό που δήλωνε πριν έναν χρόνο στον γράφοντα ο τέως αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Επίτροπος αρμόδιος για τα Οικονομικά, κ.Henning Christophersen (ο Όλι Ρεν της εποχής): «Αν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του είχαν αφεθεί να ολοκληρώσουν το μεταρρυθμιστικό τους έργο, η σημερινή Ελλάδα θα ήταν στις πρώτες θέσεις των οικονομικά επιτυχημένων χωρών της ευρωζώνης». Γιατί στην ουσία η εξυγιαντική και μεταρρυθμιστική πολιτική της κυβέρνησης εκείνης ήταν ένα ελεύθερο, «δικό μας Μνημόνιο», που θα ήταν πηγή αγαλλίασης για όλους τους σημερινούς πολιτικούς, ακόμα και τους πλέον «αντιμνημονιακούς».
Πηγή: Pro Europa
Got something to say? Go for it!