από Αθανάσιο Παπανδρόπουλο
δημοσιεύθηκε στο www.pro-europa.eu/gr
Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) ψάχνει τον δρόμο του μέλλοντός της υπό αφόρητες συνθήκες πίεσης, γεγονός που την απομακρύνει από τους συνήθεις τρόπους λήψεως των αποφάσεών της
Ο Βέλγος πρώην πρωθυπουργός και νυν επικεφαλής της Ομάδας Φιλελευθέρων Δημοκρατών στο Ευρωκοινοβούλιο, Γκυ Βερχοφστάαντ, συμφωνεί σχεδόν σε όλα με τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ, μέγα τενόρο των Πρασίνων στην Ευρωβουλή και γνωστό πρωτεργάτη του παρισινού Μάη ’68. «Η Ευρώπη πρέπει να ξυπνήσει», λένε και οι δύο με μια φωνή και αναφέρονται στο κοινό βιβλίο τους «Ξύπνα Ευρώπη» που πρόσφατα κυκλοφόρησε και στα ελληνικά (εκδ. Μεταίχμιο).
Έντονα πολιτικοποιημένοι και οι δύο και ακραιφνείς ευρωπαϊστές, πιστεύουν –όχι αδίκως– ότι η σημερινή ευρωπαϊκή οντότητα τραντάζεται συθέμελα. Θεωρούν δε ότι η κρίση του ευρώ στην ουσία φανερώνει μία άλλη, μεγαλύτερη, η οποία έχει βαθύτερες αιτίες και σε τελευταία ανάλυση είναι μία κρίση υπαρξιακή. «Είναι μία κρίση πολλαπλή, που καλύπτει την δημογραφία, την οικονομία, την οικολογία, την πολιτική και τους θεσμούς», μάς λέει ο Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ. «Οι αναδυόμενες αγορές μάς έχουν φτάσει και πάνε να μάς ξεπεράσουν», τονίζει ο Γκυ Βερχοφστάαντ. «Δυστυχώς δε, εμείς οι Ευρωπαίοι δεν είμαστε ικανοί να αντιδράσουμε κατά τρόπον ευρηματικό. Δεν έχουμε να επιδείξουμε καμμία καινοτομία και η ανάπτυξη που επιτυγχάνουμε είναι ανεπαρκής. Επιπλέον, η Ευρώπη είναι μία ήπειρος με γκρίζα μαλλιά. Ο πληθυσμός της γερνάει ταχύτατα, ενώ ο πληθυσμός του υπόλοιπου πλανήτη εξακολουθεί να αυξάνεται κατά τρόπον εντυπωσιακό και να ανανεώνεται».
Την ίδια στιγμή, τονίζουν οι δύο Ευρωπαίοι πολιτικοί, η ΕΕ παραμένει μία ήπειρος πολιτικά διχασμένη, διαιρεμένη σε 27 κράτη μέλη, την στιγμή που είναι υποχρεωμένη να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό οικονομικών και πολιτικών δυνάμεων του μεγέθους της Κίνας, της Ινδίας, της Βραζιλίας, της Ρωσίας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Με λίγα λόγια, η Ευρώπη μοιάζει ολοένα και περισσότερο με ιστορικό μνημείο. Μία ήπειρος περιθωριοποιημένη, που παλεύει να επιβιώσει σε μία νέα εποχή και σε έναν νέο κόσμο. Μία ήπειρος που πάσχει από εθνικό στραβισμό, χωρίς φιλοδοξία, χωρίς προσδοκίες, χωρίς ελπίδα.
Το κατηγορητήριο είναι αυστηρότατο, αλλά όχι εντελώς άδικο. Πλην όμως, για την παρούσα κρίση την ευθύνη δεν φέρουν τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα αλλά τα εθνικά κράτη που απαρτίζουν την ΕΕ. «Η κρίση του ευρώ», αναγνωρίζει ο ελληνικής καταγωγής Γερμανός ευρωβουλευτής Γιώργος Χατζημαρκάκης, «είναι προϊόν της ανικανότητας εθνικών κρατών. Η ύφεση είναι αποτέλεσμα της ασυνάρτητης πολιτικής τους. Και είναι η τύφλωσή τους που έφερε την Ευρώπη σε δευτερεύουσα θέση στην παγκόσμια τάξη πραγμάτων. Είναι τα κτητικά τους ένστικτα και η στενόμυαλη αντίληψή τους για την εθνική κυριαρχία που οδήγησαν την Ευρώπη στην σημερινή κατάσταση. Έχουμε έτσι ένα υβρίδιο που αδυνατεί να εξασφαλίσει καλύτερο μέλλον στους πολίτες του, οι οποίοι σταδιακά απομακρύνονται από αυτό».
Όπως υποστηρίζουν πολλά άρθρα σε μεγάλες εφημερίδες και σημαντικά περιοδικά της ΕΕ, το διαζύγιο των πολιτικών ελίτ από την κοινωνία των πολιτών γίνεται όλο και πιο σοβαρό, αλλά και εξαιρετικά επικίνδυνο. «Πολλοί Ευρωπαίοι ιθύνοντες», γράφει στην εφημερίδα Λιμπερασιόν ο ανταποκριτής της στις Βρυξέλλες Ζαν Κατρμέρ, «με αφορμή την οξύτητα της κρίσης παραμένουν περιχαρακωμένοι στην παρωχημένη αντίληψη της Ευρώπης των κρατών-εθνών και ακυρώνουν έτσι κάθε πρωτοβουλία για την προώθηση μιας πιο δεμένης πολιτικής και οικονομικής Ευρώπης. Όμως, η σημερινή κρίση αποδεικνύει ότι η υπάρχουσα κατάσταση δεν αποτελεί βιώσιμη λύση. Ή προχωρούμε προς μία Ευρώπη πραγματικά ενωμένη και ομοσπονδιακή, ή μένουμε στα κράτη-έθνη –οπότε η ανάδυση μιας ισχυρής Ευρώπης μέσα στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο του 21ου αιώνα κινδυνεύει να ματαιωθεί αμετάκλητα».
Αυτή η διάσταση της Ευρώπης δεν φαίνεται να έχει πολλούς οπαδούς, ούτε σε λαϊκό επίπεδο ούτε και μεταξύ των ευρωπαϊκών ελίτ. Τα τελευταία στοιχεία που έφερε στην δημοσιότητα το Ευρωβαρόμετρο είναι απογοητευτικά –αλλά, αν κρίνει κανείς από τις ελληνικές απαντήσεις, τότε καταλαβαίνει και τις διαστάσεις του εγχώριου παραλογισμού. Διότι, όταν το 82% των κατοίκων μιας χώρας που σώθηκε από την πλήρη οικονομική κατάρρευση λόγω ΕΕ, δηλώνουν ότι δεν έχουν εμπιστοσύνη σε αυτήν, κάτι δεν πάει καθόλου καλά.
Πέρα, όμως, από την διαπίστωση αυτή, είναι γεγονός ότι η Ευρώπη πάσχει ταυτοχρόνως από πολιτική αδυναμία και από κρίση νομιμότητας. Και τα δύο αυτά συμπτώματα δεν εκδηλώνονται μόνον στις προβληματικές χώρες της ΕΕ. Επεκτείνονται και στις πιστώτριες χώρες, οι κάτοικοι των οποίων θεωρούν ότι πληρώνουν τα σπασμένα άλλων. Έτσι, στην σημερινή Ευρώπη της χαμηλής κοινής πολιτιστικής συνείδησης, η νομιμότητα προέκυπτε κυρίως από τις οικονομικές επιδόσεις και τις μεταφορές πόρων που αυτές επέτρεπαν. Η υψηλή οικονομική ανάπτυξη και το συναφές με αυτήν κράτος ευημερίας οδήγησαν σε μεγαλύτερη στήριξη των πολιτών στην υπόθεση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και το αντίστροφο. Σήμερα, όμως, τα αποθέματα αυτά νομιμότητας στερεύουν, γιατί στηρίζονταν αποκλειστικά στην οικονομική ανάπτυξη και τις εντυπωσιακές κάποια περίοδο παροχές της.
Όπως επισημαίνει και ο πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου Ζαν-Κλωντ Γιούνκερ, η Ευρώπη αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα νομιμότητας που μπορεί να οδηγήσει και σε κοινωνικές αντιπαραθέσεις. Από την άλλη πλευρά, οι διάφορες πολιτικές λιτότητας μπορεί να οδηγούν στον έλεγχο των ελλειμμάτων –αν και όχι στην μείωση του χρέους– αλλά δεν προάγουν ούτε θέσεις εργασίας, ούτε ανάπτυξη και επομένως δεν κατορθώνουν να έχουν στήριξη από την κοινή γνώμη, που είναι απαραίτητη για να συντηρηθούν. Αυτό που είναι χειρότερο είναι ότι, το να υποχρεώνονται οι κυβερνήσεις συστηματικά να παραβιάζουν τις προεκλογικές τους υποσχέσεις και να προχωρούν με τις ίδιες πολιτικές, ανεξαρτήτως πολιτικών αποχρώσεων, επίσης υπονομεύει την νομιμότητα των εθνικών πολιτικών θεσμών. Όπως προκύπτει από τις χώρες όπου υπάρχει παρέμβαση, τα πολιτικά συστήματα είτε εξασθενούν (όπως στην Ισπανία και στην Πορτογαλία), είτε καταρρέουν (όπως στην Ελλάδα και στην Ιταλία).
Από την άλλη πλευρά, η κυρίαρχη διάθεση στις πιστώτριες χώρες –όπου επίσης δεν υπάρχει οικονομική ανάπτυξη– είναι ότι οι χώρε του Νότου είναι ένα βαρύ φορτίο που τους τρώει τους περιορισμένους πόρους τους και συμπαρασύρει και την δική τους πρόοδο. Η δημιουργία στην Γερμανία ενός κόμματος που θέλει την έξοδο της χώρας από το ενιαίο νόμισμα και, γιατί όχι, από την ΕΕ σε κάποια φάση, εκφράζει ακριβώς αυτή την τάση και κατά την εκτίμησή μας είναι μία σημαντική πολιτική εξέλιξη για την πρώτη ευρωπαϊκή οικονομική δύναμη. Ίσως δε να σηματοδοτεί και την διαίρεση της ΕΕ σε βορρά και νότο, γεγονός που θα αποτελέσει βαρύτατο πλήγμα για την ευρωζώνη και το νόμισμά της.
Και το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον οι ευρωπαϊκές ηγεσίες, ανεξαρτήτως πολιτικού φάσματος στο οποίο ανήκουν, έχουν συνειδητοποιήσει ποιοι κίνδυνοι απειλούν το εξηντάχρονο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Ένα οικοδόμημα με αρκετά θεσμικά κενά, τα οποία σε τελική ανάλυση αποτελούν και σοβαρό πολιτικό εμπόδιο για την περαιτέρω ολοκλήρωση της ΕΕ. Ένα από τα κενά αυτά βρίσκεται στην ύπαρξη των τριών πυλώνων που συνθέτουν την αρχιτεκτονική της Ένωσης. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι η «συντακτική κοινοτική εξουσία» ανήκει στα κράτη μέλη, επιτρέπει στα τελευταία να «παίζουν» με την εκχώρηση αρμοδιοτήτων στην ΕΕ και άρα να εμποδίζουν την θεσμική εναρμόνιση της τελευταίας. Από την άλλη πλευρά, στο μέτρο που ο σκληρός πυρήνας αρμοδιοτήτων και κυριαρχικής εξουσίας, όπως είναι η εξωτερική και αμυντική πολιτική, ανήκει επίσης στα κράτη μέλη, η περί ομοσπονδίας συζήτηση παραπέμπεται …στο μέλλον.
Υπό αυτές τις συνθήκες, θα ήταν άδικο να λέγαμε ότι η ΕΕ δεν κάνει κάποια σωστά βήματα προς την σωστή κατεύθυνση. Ούτε μπορεί η ΕΕ να κατηγορηθεί για έλλειψη αλληλεγγύης, η οποία όμως επιδεικνύεται πάντα καθυστερημένα. Όχι. Το σοβαρότερο σήμερα πρόβλημα της ΕΕ είναι η εμπιστοσύνη προς τις ηγεσίες της, τα θεσμικά της όργανα και τις αποφάσεις της. Για να καταστεί η Ευρώπη λειτουργική και, κυρίως, γρήγορα αποτελεσματική θα πρέπει οι πολίτες της, από τον βορρά και τον νότο, από τις χρεωμένες και τις πιστώτριες χώρες, από το κέντρο και την περιφέρεια, να είναι πρόθυμοι να παρέχουν στους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τα κατάλληλα χρηματοοικονομικά και θεσμικά εργαλεία. Ωστόσο, κάτι παρόμοιο δεν θα συμβεί ποτέ αν η ΕΕ δεν αλλάξει άρδην τους τρόπους με τους οποίους επικοινωνεί με τις κοινωνίες των πολιτών.
Τον Ιούνιο του 2014 οι Ευρωπαίοι πολίτες θα κληθούν στις κάλπες. Εάν μέχρι τότε η εμπιστοσύνη τους στην ΕΕ δεν έχει αποκατασταθεί, οι εκπλήξεις θα είναι εξόχως δυσάρεστες. Και ίσως η διάσωση του ευρώ ως μέσου να έχει αποδειχθεί επαρκής, αλλά ανεπαρκέστατη ως σκοπού. Διότι, όταν το 69% των Γερμανών επιθυμεί την έξοδο από την ευρωζώνη, τα νέα δεν είναι καλά για κανέναν. Ούτε για τους πολίτες της Γερμανίας.
19-03-2013
Πηγή: Pro Europa
Got something to say? Go for it!