από Αθανάσιο Παπανδρόπουλο

δημοσιεύθηκε στο www.pro-europa.eu/gr

 

Ομιλία στην Ολλανδική Βουλή, Χάγη, 7 Φεβρουαρίου 1984.

 

Πριν από τριάντα έξη περίπου χρόνια, στις 7 και 8 Μαΐου 1948, μέσα σ’ αυτή την αίθουσα όπου έχω την τιμή να σας μιλώ τώρα, είδα να γεννιέται μια μεγάλη ιδέα. Λίγο μετά από έναν πόλεμο που είχε τελειώσει αφήνοντας την Ευρώπη να σφαδάζει χτυπημένη θανάσιμα, και τριάντα χρόνια μετά από έναν άλλο πόλεμο που είχε σκοτώσει τα νιάτα και την ελπίδα του 20ού αιώνα, οχτακόσιοι αντιπρόσωποι από είκοσι πέντε χώρες συγκεντρώθηκαν για να πραγματοποιήσουν, υπό την προεδρία του Ουίνστον Τσώρτσιλ, την Πρώτη Ευρωπαϊκή Σύνοδο.

Εκείνοι οι άνθρωποι, θλιμμένοι και χαροκαμένοι, βουτηγμένοι ακόμα στο αίμα και στο πένθος, ορκίσθηκαν να ξαναχτίσουν ή, καλύτερα, να δημιουργήσουν μαζί μια Ευρώπη Συμφιλιωμένη.

Ήμουν ένας από εκείνους. Κι έβλεπα τη ζωή να ξαναρχίζει μέσα απ’ την άνοιξη που μας συνέπαιρνε. Η συνάντηση του 1948 ήταν το πρώτο κεφάλαιο της κοινής μας ιστορίας. Ακολούθησαν τα άλλα μεγάλα στάδια: η δημιουργία του Συμβουλίου της Ευρώπης (1949), η διακήρυξη του Ρομπέρ Σουμάν στα 1950 που βρήκε την εφαρμογή της στην Ευρωπαϊκή Συνεργασία για τον Χάλυβα και τον Άνθρακα στα 1951, η υπογραφή της Συνθήκης της Ρώμης και η δημιουργία της Κοινής Αγοράς στα 1957.

Από τότε, η πορεία προς την ολοκλήρωση επιταχύνεται. Παρ’ όλα αυτά, η σύγκρουση των δύο αντίθετων τάσεων δεν σταμάτησε ποτέ: οι οπαδοί της ολοκλήρωσης πιστεύουν ότι «η Ευρώπη των λαών» πρέπει να ξεπεράσει το φράγμα των εθνικών κρατών και μάλιστα ορισμένοι επαγγέλλονται ένα ομοσπονδιακό σύστημα που θα συσπείρωνε τις «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης».

Αντίθετα, οι άλλοι υποστηρίζουν ότι η «Ευρώπη των πατρίδων» δεν μπορεί να αγνοήσει τη βαρύτητα των εθνών, γι’ αυτό πρέπει να στρέφεται προς το πρότυπο μιας Συνομοσπονδίας, σεβόμενη την κυριαρχία των κρατών, τα οποία όμως θα μπορούσαν ίσως κάποτε να οργανωθούν σε μια ένωση ακαθόριστη και ασαφή ακόμα.

Στην ευρωπαϊκή διάσκεψη κορυφής που πραγματοποιήθηκε στη Χάγη την 1 και 2 Δεκεμβρίου του 1969, λήφθηκαν τρεις σημαντικές αποφάσεις: η καθιέρωση του θεσμού των ιδίων πόρων, η οικονομική και νομισματική ενοποίηση, και η διεύρυνση της Κοινότητας.

Σ’ εκείνη τη φάση της εξέλιξης της, η Ευρώπη βρισκόταν στο δρόμο της επιτυχίας: είχε γίνει η πρώτη εμπορική δύναμη στον κόσμο, είχε ανακτήσει τη θέση της ανάμεσα στα κέντρα αποφάσεως του πλανήτη και είχε αποδείξει ότι παρά τη Συμφωνία της Γιάλτας, υπήρχε και πορευόταν μ’ ένα δικό της τρόπο που την διαφοροποιούσε τόσο από τις ΗΠΑ όσο και από την Σοβιετική Ένωση.

Μη έχοντας όμως καθορίσει το πολιτικό της πρόγραμμα την περίοδο της ευημερίας, βρέθηκε απροετοίμαστη για να αντιμετωπίσει την πετρελαϊκή κρίση του 1973-1974, με αποτέλεσμα να επικρατήσει η αμφιβολία για την σκοπιμότητα της ύπαρξης της. Παρά τις πρωτοβουλίες που κατέληξαν στη γέννηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, στην συγκρότηση του Ευρωκοινοβουλίου μετά από εκλογές στα κράτη-μέλη, στη διεύρυνση της Κοινής Αγοράς με την ένταξη της Μεγάλης Βρετανίας, της Ιρλανδίας, της Δανίας και της Ελλάδας, οι δυσκολίες που σ’ άλλες συνθήκες θα ‘πρεπε να ενισχύουν την κοινή θέληση, την εξασθένησαν σιγά σιγά.

Οι διαφωνίες των εμπειρογνωμόνων πολλαπλασιάζονταν. Η αποφασιστικότητα έδωσε τη θέση της στην αποθάρρυνση. Κάθε κυβέρνηση χρησιμοποιούσε την ενεργητικότητα της για την διασφάλιση των κεκτημένων της ή την διεκδίκηση μονομερών συμφερόντων και αναλωνόταν σε υπολογισμούς καθαρά αριθμητικούς.

Η Ευρώπη έμοιαζε μ’ ένα προμαχώνα που αφηνόταν στην εγκατάλειψη.

Η σύντομη και συνοπτική αυτή ιστορική αναδρομική αποδεικνύει ότι η παρούσα κατάσταση στην Κοινότητα δεν είναι τυχαία, αλλά απορρέει από μια αργή ψυχική παραίτηση.

Πώς μπορούμε, όμως, να διώξουμε την αμφισβήτηση; Από πού πρέπει να ξεκινήσουμε; Ποιο θα είναι το νέο σημείο αφετηρίας μας; Ποιες προοπτικές θα έχουμε; Τα ερωτήματα αυτά συνδέονται μεταξύ τους. Μόνο εάν τα θεωρήσουμε σύνολο και τα αντιμετωπίσουμε ενιαία θα μπορέσουμε να δώσουμε μια απάντηση. Οπωσδήποτε, κάθε συμφωνία προϋποθέτει αμοιβαίους συμβιβασμούς, θυσίες για όλους, αλλά η συμμετοχή και η κατανομή θα είναι, επιτέλους, δίκαια. Και αυτό είναι το πιο σημαντικό.

Πώς θα ξεπεράσουμε τις διαφωνίες;

Ας ξεκινήσουμε από μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα: τα έσοδα της Κοινότητας είναι περιορισμένα και πρέπει να τα διαχειρισθούμε με τον καλύτερο τρόπο. Οι πιστώσεις δεν χρησιμοποιήθηκαν πάντα ορθολογικά και λόγω της έλλειψης συγκεκριμένου προσανατολισμού ορισμένες στρατηγικές παγιδεύτηκαν σαν θύματα της ίδιας τους της επιτυχίας.

Σκέφτομαι, για παράδειγμα, την αγροτική πολιτική της Κοινότητας. Χάρις στη Συνθήκη της Ρώμης, που της επιφύλαξε μια ξεχωριστή θέση, εξασφαλίστηκε η επιβίωση και η ανάπτυξη ενός τομέα καίριου για τις οικονομίες μας, η εξισορρόπηση των κοινωνιών μας, η ενίσχυση της Ευρώπης και η παγκόσμια ακτινοβολία της. Όμως, η αύξηση της παραγωγής είχε αποτέλεσμα να προκύψουν υπερβολικά πλεονάσματα, που μπλοκάρουν την κοινοτική μηχανή.

Αναλύοντας τις αντιθέσεις και αναζητώντας την επίλυση του προβλήματος, κατέληξα στον καθορισμό τριών κανόνων που, αν δεν εφαρμοσθούν, η Ευρώπη θα συνεχίσει να βαδίζει στο δρόμο της πλάνης και της απώλειας.

Πρώτος κανόνας είναι ο έλεγχος της διόγκωσης του προϋπολογισμού. Η Συνθήκη της Ρώμης, στο άρθρο 203, καθορίζει το ανώτατο ποσοστό αύξησης των μη υποχρεωτικών δαπανών. Η επιβολή αυτού του κανόνα —μέσα στα πλαίσια των δικαιωμάτων του Ευρωκοινοβουλίου και της Κομισιόν— και η επέκταση του στο σύνολο του προϋπολογισμού θα επιτρέψει να εξετάσουμε μ’ ένα εντελώς διαφορετικό πνεύμα τα προβλήματα που εκκρεμούν, όπως το πρόβλημα της βρετανικής συνεισφοράς και της πλήρους συμμετοχής κάθε κράτους στην κάλυψη των δαπανών.

Ο δεύτερος κανόνας επιβάλλει την αύξηση των ιδίων πόρων που πρέπει να συνδυασθεί με μια αυστηρότερη διαχείριση των τωρινών εσόδων.

Η γαλλική Προεδρία θα χειρισθεί με εποικοδομητικό τρόπο το πρόβλημα της σταδιακής εκκαθάρισης των αγροτικών πλεονασμάτων, της επέκτασης των κοινοτικών εγγυήσεων στα προϊόντα των μεσογειακών χωρών και της λεπτομερούς εκτίμησης του κόστους των νέων πολιτικών, που θα ακολουθήσουμε.

Τον τρίτο κανόνα για την υλοποίηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δεν θα χρειαζόταν ίσως να τον υπενθυμίσουμε αν δεν είχαμε αποκτήσει την συνήθεια να τον παραλείπουμε: πρόκειται για την ενοποίηση της αγοράς και την αρχή της κοινοτικής προτίμησης.

Αυτές τις προτάσεις έχω ήδη αρχίσει να τις υποβάλλω στους εταίρους μας θα συνεχίσω στην ίδια κατεύθυνση επιθυμώντας να καταλήξουμε σε λύσεις που θα ταυτίζονται με το κοινό συμφέρον. Θα επισκεφθώ όλες τις πρωτεύουσες για να προωθήσω τις προτεινόμενες λύσεις και θα υποδεχθώ με μεγάλη χαρά στο Παρίσι όσους θελήσουν να συζητήσουν μαζί μου.

Παρ’ όλα αυτά, δεν προτίθεμαι να επιμείνω από τώρα πάνω στην επιτακτική αναγκαιότητα να επιτευχθεί μια συμφωνία. Βέβαια, το γεγονός ότι δεν υπάρχουν πια διαθέσιμοι πόροι στα κοινά ταμεία είναι πολύ δυσάρεστο. Όμως, εγώ θεωρώ πιο λυπηρό το γεγονός ότι χάνεται το ίδιο το πνεύμα της Ευρώπης.

Αν όμως πάψουμε να πιστεύουμε στην Ευρώπη, θα διαπράξουμε ένα τεράστιο λάθος ενάντια στις αξίες του πολιτισμού μας και πρέπει να αναλογιστούμε την έκταση των συνεπειών αυτού του λάθους. Εγώ όμως δεν πιστεύω ότι θα καταλήξουμε εκεί. Βλέπω την ελπίδα για την Ευρώπη να ξαναγεννιέται. Ας είμαστε σίγουροι και πεπεισμένοι γι’ αυτό, ας έχουμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας: μπορούμε να διώξουμε τις αμφιβολίες και την αμφισβήτηση. Είναι στο χέρι μας.

Ποιο θα είναι το νέο σημείο αφετηρίας μας;

Η Κοινή Αγορά γεννήθηκε και ήκμασε κατά το τέλος της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης, αλλά σήμερα δεν έχει ακόμη επωφεληθεί από την τρίτη βιομηχανική επανάσταση.

Γι’ αυτό, η Ευρώπη χρειάζεται μια ισχυρή πνευματική ώθηση, ένα ανανεωμένο βιομηχανικό ιστό και την στήριξη δυναμικών και παραγωγικών επιχειρήσεων. Ας μη διστάζουμε. Ας ενθαρρύνουμε την Κοινότητα στις προσπάθειες και τις πρωτοβουλίες της.

Η πρόκληση είναι τεράστια: θα μπορέσει η ήπειρος μας, το λίκνο του τεχνολογικού πολιτισμού, να ξεπεράσει την κρίση της ίδιας της της εξέλιξης και να ξαναπάρει την πρωτοπόρο θέση της;

Διαθέτουμε όλα τα μέσα, αλλά δεν διαθέτουμε συντονισμό. Ο καθένας ακολουθεί τη δικιά του πορεία, επιδιώκοντας τους δικούς του στόχους και δίνοντας συχνά προτεραιότητα στην συνεργασία με τους μεγάλους ανταγωνιστές της Ευρώπης, τη στιγμή που η αρχή της κοινοτικής προτίμησης είναι —ή θα έπρεπε να είναι— ο χρυσός κανόνας της Ένωσης μας.

Ας χαράξουμε μια κοινή στρατηγική για καθένα από τους σημαντικούς τομείς του μέλλοντος: πληροφορική, τηλεπικοινωνίες, βιοτεχνολογίες, υποδομή μεταφορών ας εισαγάγουμε μορφές συνεργασίας ανάμεσα στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις εφαρμόζοντας τα πρότυπα του προγράμματος «Esprit». Ας ανοίξουμε τις κλειστές αγορές, ας αυξήσουμε τις επιστημονικές ανταλλαγές, ας δραστηριοποιηθούμε ενάντια στον προστατευτισμό των άλλων ισχυρών βιομηχανικών δυνάμεων, ας δημιουργήσουμε ένα ευρωπαϊκό πεδίο για την βιομηχανία και την έρευνα.

Εάν πετύχουμε όλ’ αυτά, θα έχουμε πραγματοποιήσει σε λίγο χρόνο σημαντικά βήματα, όπως έκαναν οι πρωτοπόροι Robert Schuman και Jean Monnet.

Η πρόκληση είναι μεγάλη.

Η Ευρώπη μας που ξεκίνησε με την Συνεργασία για τον Άνθρακα και τον Χάλυβα θα γνωρίσει μια νέα απαρχή με την ηλεκτρονική και τη βιολογία. Οι λαοί μας προαισθάνονται ήδη ότι η ύπαρξη μας, η συνέχεια του πολιτισμού μας εξαρτάται από αυτή τη νέα αρχή και είναι έτοιμοι να μας συμπαρασταθούν.

Βέβαια, τίποτα το σταθερό δεν μπορεί να γίνει σ’ αυτό τον τομέα χωρίς την ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων. Γι’ αυτό η Ευρώπη πρέπει να καταπολεμήσει την ανεργία. Το επαναλαμβάνω για πολλοστή φορά και με την ίδια πάντα πεποίθηση: Η Ευρώπη δεν έχει μέλλον εάν οι νέοι της δεν έχουν ελπίδα

Εξάλλου, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει στέρεα συνοχή στον εργασιακό χώρο παρά μόνο εάν τα εκατομμύρια των ανέργων της ξαναβρούν την αξιοπρέπεια της εργασίας.

Ένα ευρωπαϊκό κοινωνικό πεδίο θα συμβάλει ο αυτό, με άξονα μερικές απλές ιδέες: συναινετική διευθέτηση των ωραρίων εργασίας, εντατικοποίηση και γενίκευση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και επιμόρφωσης, βελτίωση της κοινωνικής ασφάλισης, εργασιακό καθεστώς των ευρωπαίων εργαζομένων.

Ένα ακόμη «ευρωπαϊκό» κενό υπάρχει στον οπτικοακουστικό χώρο. Η Ευρώπη δεν αποτελεί ενιαία παραγωγική μονάδα, δεν έχει ισχυρή βιομηχανία. Τη στιγμή που η υπερανάπτυξη των μέσων μαζικής ενημέρωσης αλλάζει τον τρόπο που ζούμε, που σκεφτόμαστε και που αισθανόμαστε, τη στιγμή που διαθέτουμε τεράστιες δυνατότητες για ανταλλαγές και για δημιουργία, θα δεχόμαστε χωρίς αντίδραση τον καταιγισμό των εικόνων που προέρχονται από αλλού; Το ερώτημα αυτό προβάλλει επιτακτικά σήμερα, που διανύουμε την εποχή των δορυφόρων, των καλωδιακών δικτύων, των μαγνητοσκοπήσεων, της έκρηξης των μέσων επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους.

Πρέπει λοιπόν να βιασθούμε να δημιουργήσουμε το ευρωπαϊκό πολιτισμικό πεδίο μέσα στο οποίο οι κοινές παραγωγές θα πολλαπλασιασθούν.

Πολυάριθμες είναι οι φωνές που υψώνονται σήμερα, σχεδόν παντού, υπέρ μιας κοινής ευρωπαϊκής άμυνας.

Η ενίσχυση του ρόλου των δύο υπερδυνάμεων, οι επακόλουθες εντάσεις, η πυρηνική απειλή, ο αποκλεισμός της Ευρώπης ως δύναμης ικανής να έχει αυτόνομους σκοπούς, έχουν δημιουργήσει ανάγκες και έχουν αναζωπυρώσει επιθυμίες τις οποίες δεν μπορούμε να αγνοήσουμε. Πρόκειται για επιθυμίες βάσιμες, για φιλοδοξίες που αντανακλούν στο μέλλον. Παρ’ όλα αυτά, μια ειλικρινής ανάλυση του θέματος οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, με τις σημερινές συνθήκες, η Ευρώπη παραμένει μοιρασμένη ανάμεσα στην ασφάλεια που υπάρχει και στην ασφάλεια στην οποία ελπίζει.

Στην επιλογή της, όμως, βαρύνει το γεγονός ότι η Ατλαντική Συμμαχία δεν είναι έτοιμη να υποσκελισθεί από μια Ευρωπαϊκή Συμμαχία Κι αυτό γιατί καμία στρατιωτική δύναμη δεν βρίσκεται σε θέση να υποκαταστήσει την αμερικανική βιομηχανία όπλων.

Πάντως, η Γαλλία δεν θα χρησιμοποιήσει την πυρηνική ισχύ της παρά για τη στρατηγική της αποτροπής, και η Ευρώπη στο σύνολο της δεν θα ριψοκινδυνεύσει να βρεθεί ακάλυπτη.

Βέβαια, οι γάλλο-γερμανικές στρατιωτικές σχέσεις έχουν πάρει νέα στροφή, θέτοντας σε εφαρμογή τη Συνθήκη του Ελυζέ, που για είκοσι χρόνια παρέμενε, σ’ αυτό το σημείο, νεκρό γράμμα. Ανταλλάσσουμε πληροφορίες, συγχρονιζόμαστε, εναρμονίζουμε την πορεία μας. Το ίδιο κάνουμε και με την Μεγάλη Βρετανία. Αλλά η Γαλλία δεν έκρυψε ποτέ από τους συμμάχους της ότι θα αναλάμβανε την προστασία της Ευρώπης για λόγους που σχετίζονται με την προστασία όλων των εταίρων.

Η στρατηγική ασφάλεια της χώρας και οι συγκυρίες της διεθνούς πολιτικής που απορρέουν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο καθιστούν αδύνατη την διαχείριση από κοινού των γαλλικών πυρηνικών εξοπλισμών.

Παρ’ όλα αυτά, παραμένει ευρύ το φάσμα της αμυντικής πολιτικής όπου μπορούμε να οργανώσουμε μια κοινή Ασφάλεια. Όχι μόνο με τα συμβατικά όπλα αλλά και με τα νέα μέσα που εισβάλλουν στην διεθνή σκηνή. Πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα πέρα από τα πυρηνικά, εάν θέλουμε να προλάβουμε το «μέλλον» που είναι πολύ περισσότερο κοντά απ’ όσο πιστεύουμε.

Δεν θα αναφέρω παρά ένα μόνο παράδειγμα: την κατάκτηση του διαστήματος. Εάν η Ευρώπη μπορέσει να δημιουργήσει ένα διαστημικό σταθμό που θα της επιτρέπει να παρατηρεί, να μεταδίδει και κατά συνέπεια να αποτρέπει κάθε πιθανή απειλή, θα έχει πραγματοποιήσει ένα μεγάλο βήμα προς την εξασφάλιση του δικού της αμυντικού συστήματος. Εξάλλου, κάτι τέτοιο θα επιτάχυνε παράλληλα την πρόοδο στα συστήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και ηλεκτρονικής μνήμης καθώς και εκτόξευσης δορυφόρων. Μια Ευρωπαϊκή Κοινότητα, διεκδικήτρια στην κατάκτηση του διαστήματος, θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, η απάντηση που ανταποκρίνεται καλύτερα στην αυριανή στρατιωτική πραγματικότητα.

Ποιες είναι οι προοπτικές μας;

Αυτή είναι, η τρίτη και τελευταία ερώτηση που θέτω σε σας και στον εαυτό μου. Έχω την πεποίθηση ότι ούτε οι διαφωνίες θα ξεπερασθούν ούτε νέο ξεκίνημα θα υπάρξει εάν η Ευρώπη αρνηθεί να εμπλουτιστεί μ’ ένα πρόγραμμα πολιτικής συνεργασίας. Όλο το νόημα του σκεπτικού που σας ανέλυσα σχετικά με την κοινή άμυνα βρίσκεται σ’ αυτό το σημείο: μπορεί να φανταστεί κανείς μια στρατιωτική δύναμη —και τι δύναμη!— ανεξάρτητη από μια πολιτική εξουσία;

Ήρθε η στιγμή να δώσουμε στους θεσμούς μας τη συνοχή που τους λείπει.

Έτσι, το Συμβούλιο των Υπουργών θα ήταν ικανό να απαλλάξει τους αρχηγούς των κρατών από την ανομοιότητα των αποφάσεων που λαμβάνονται καθημερινά. Θα αποφεύγαμε τις επιζήμιες δυσχέρειες που έβλαψαν τις συναντήσεις κορυφής τα τελευταία χρόνια.

Οι εμπειρογνώμονες, που πιστεύαμε ότι τους είχαμε παραμερίσει στην τελευταία σύσκεψη, εισβάλλουν ξανά από το παράθυρο, ανακαταλαμβάνουν πανηγυρικά τις θέσεις τους και έχουν την τελευταία λέξη. Για να εμποδίσουμε τον πολλαπλασιασμό των οργάνων, τον διαμελισμό των προσπαθειών και την καταχρηστική ανακύκλωση των αρμοδιοτήτων, θα έβλεπα θετικά την θεσμοθέτηση μιας μόνιμης γραμματείας, όπως πρότεινε ο καγκελάριος Κολ κατά τη διάρκεια του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στην Στουτγάρδη.

Επίσης, θα ήταν καλοδεχούμενος ένας ενεργός συγχρονισμός ανάμεσα στη Συνέλευση και το Συμβούλιο των υπουργών σε θέματα διεθνούς πολιτικής, με τη συνδρομή της Κομισιόν.

Σταματώ όμως εδώ. Από τη στιγμή της ίδρυσης της, η Κοινότητα έχει πάμπολλες φορές υιοθετήσει ενδιαφέρουσες αποφάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ΔΑΣΕ, την Μέση Ανατολή, το Αφγανιστάν, την Κεντρική Αμερική, την Νότιο Αφρική, τις σχέσεις Ανατολής-Δύσης, τις υπανάπτυκτες χώρες.

Ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι οι συμφωνίες της ΛΟΜΕ αποτελούν μια από τις μεγαλύτερες της επιτυχίες; Βήμα βήμα, η πολιτική συνείδηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας συγκεκριμενοποιείται. Πρέπει όμως να προχωρήσει πιο μακριά. Τώρα περιμένουμε από την Ευρώπη να μας βοηθήσει να δώσουμε ένα καινούργιο νόημα σ’ αυτό τον κόσμο.

Πλούσια, με συμπυκνωμένη πείρα, ύστερα από τόσες ανακαλύψεις, τόσες εμπνεύσεις, τόση ικανοποίηση αλλά και από τόσες ρήξεις και τόσες διαφωνίες, η Ευρώπη μπορεί να ισχυρισθεί ότι μας προσφέρει ένα μήνυμα: της βάσιμης ελπίδας πως ο άνθρωπος μπορεί να ορίζει το μέλλον του.

 

Πηγή: Pro Europa