από Χριστόφορο Ματιάτο
δημοσιεύθηκε στο www.attikovima.gr
Η ναυτική ορολογία των Επτανησίων στα χρόνια της Γαληνότατης Ενετικής Δημοκρατίας δεν είναι πλέον ιδιαίτερα οικεία στον μέσο σημερινό Έλληνα αναγνώστη. Στην καλύτερη των περιπτώσεων έχει διαβάσει τον «Σοπρακόμιτο» του Διονυσίου Ρώμα και, αν η μνήμη του εξακολουθεί να παρέχει κάποιου επιπέδου υπηρεσίες, ίσως θυμάται μερικά πράγματα. Εν πάση περιπτώσει, τον καιρό εκείνο, η ναυτική δύναμη των κρατών της Μεσογείου μετριόταν σε γαλέρες ή κάτεργα, ωραία πλοία εξωτερικά, εσωτερικά όμως λιγότερο συμπαθή. Κινητήρια δύναμή τους ήταν οι μυς των κωπηλατών, ερετών ή κατεργάρηδων (η τελευταία λέξη απέκτησε μη θετική σημασία, επειδή συνέβαινε οι μετερχόμενοι την δραστηριότητα αυτή να μην είναι πάντοτε καλά παιδιά). Η ικανοποιητική λειτουργία ενός συνθέτου και πολύπλοκου μηχανισμού όπως μία γαλέρα απαιτούσε οργάνωση, συντονισμό, πειθαρχία. Βασικό στοιχείο ήταν κάθε κατεργάρης να είναι στον μπάγκο του, διαφορετικά η δυσλειτουργία ήταν μοιραία.
Πέρα όμως από την χωροταξία των κατεργάρηδων, στις δύσκολες και κρίσιμες καταστάσεις ενός αγώνα, όταν η γαλέρα έπρεπε να δώσει όλες της τις δυνατότητες, όταν επρόκειτο να ακουστεί το παράγγελμα:
«Αράγκα!» (πρόσω ολοταχώς), ήταν προφανές πως έπαιρνε ξεχωριστή σημασία και κάτι άλλο. Οι κατεργάρηδες όφειλαν να σιωπούν στις φάσεις που επέβαλλαν την μέγιστη δυνατή προσπάθεια. Έτσι ώστε οι ίδιοι να είναι απερίσπαστοι στο έργο τους και να αφήνουν τους συναδέλφους τους στο δικό τους. Σε τέτοιες στιγμές εθεωρείτο ότι λόγοι, μονόλογοι, διάλογοι, αγορεύσεις, ανταλλαγές απόψεων, εκμυστηρεύσεις, επιφωνήματα, επικρίσεις, κρίσεις, συνεντεύξεις, σχόλια ήταν εκτός τόπου και χρόνου. Θα αποτελούσαν άσκοπη κατανάλωση ενέργειας, επικίνδυνη στους ίδιους τους κατεργάρηδες και στο κάτεργο, στο οποίο άλλωστε ήταν συχνά αλυσοδεμένοι, υποχρεωμένοι να το ακολουθήσουν στην τύχη του και στον πάτο, σε περίπτωση απευκταίου.
Ύστερα ένα πρακτικό μέσο για να αποθαρρύνονται οι κατεργάρηδες από τη φλυαρία. Το μέσο αυτό ήταν η τάπα. Κατά τον Ρώμα: «… μια λαιμαριά που κατέληγε σ’ ένα χοντρό κομμάτι φελλό.» Όταν οι κουβέντες κρίνονταν πλέον περιττές και με την διαταγή: «Τις τάπες!» που συνήθως πήγαινε μαζί με το «Αράγκα!», οι υπεύθυνοι των κωπηλατών τους υποχρέωναν να τοποθετήσουν αυτό το αντιπαθές εξάρτημα στο στόμα. Με αποτέλεσμα να καθίστανται άφωνοι. Ακραία μέτρα, κάτω από ακραίες περιστάσεις, σε άλλες εποχές, με άλλες αντιλήψεις, διαφορετικές, τελείως διαφορετικές. Υπήρξε σημαντική πρόοδος έκτοτε.
Η παλαιά όμως αυτή ιστορία έχει κάποιο σύνδεσμο με πρόσφατες καταστάσεις. Είναι γνωστό ότι συχνά η πολιτεία «παρομοιάζεται με σκάφος έχον ανάγκην καλής διακυβερνήσεως», όπως γράφει κάποιο λεξικό. Το σκάφος της πολιτείας, όπως και τα κοινά σκάφη μπορεί να ξεμείνει μεσοπέλαγα, να πλέει ακυβέρνητο, μπορεί να εξοκείλει, να πάει φούντο. Μπορεί να έχει επίσης προβλήματα με το πλήρωμά του, την κυβέρνησή του δηλαδή. Είναι ενδεχόμενο τα μέλη του, στην περίπτωση που η πολιτεία είναι, ως πλοίο, κάτεργο, να πρέπει να τραβήξουν κουπί. Ασφαλώς, αυτό δεν είναι πάντοτε ευχάριστο ως εργασία. Υπενθυμίζεται όμως ότι αντίθετα με τους παλαιούς κατεργάρηδες που, συνήθως, ήσαν κατάδικοι ή σκλάβοι, οι σημερινοί ερέτες του σκάφους της πολιτείας είναι εθελοντές και ως εκ τούτου, έχουν περισσότερες ευθύνες, οι δε παροχές και απολαβές που λαμβάνουν δικαιολογούν μεγαλύτερες απαιτήσεις και προσδοκίες.
Καλό είναι, επίσης, ο καθένας από τους κωπηλάτες – υπουργούς να κάθεται στον μπάγκο του, αποφεύγοντας να εισπηδά σε αλλότριους μπάγκους, διαταράσσοντας το ομαλό τέμπο της κωπηλασίας. Κινδυνεύοντας, έτσι, να εμπλακεί σε μονομαχία με συνερέτη, έχοντας κουπί στη θέση πιο παραδοσιακού όπλου.
Προς Θεού, όμως, κυρίως όχι λόγους, λόγια και λογύδρια την ώρα της κωπηλασίας. Πριν και μετά, ίσως, έστω, γιατί όχι; Αλλά όχι κατά την διάρκεια, δεν ενδείκνυται καθόλου. Δεδομένων και των δυσκολιών, ακόμα και για τους αρίστους, να κάνουν επιτυχώς δύο δουλειές συγχρόνως. Είναι αλήθεια, επίσης, πως σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς, ο μέσος πολιτικός λόγος προκαλεί αντιδράσεις του είδους: «Εδώ ήλθαμε, πάμε να φύγουμε» ή «Τα είπαν και άλλοι». Αν τουλάχιστον τα λόγια είχαν ίχνη μαγικής ιδιότητας και ήταν σε θέση να εξορκίσουν την πραγματικότητα, θα ήταν καλά· δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει, ούτε και πρόκειται να συμβεί στο προσεχές μέλλον. Ασφαλώς, η λογοδιάρροια δεν μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική λύση ή υποκατάσταση του κωπηλατείν ούτε είναι δυνατόν οι ενδιαφερόμενοι να αυταπατώνται και να απατούν στο θέμα αυτό. Ο περιορισμός των λόγων που εξαπολύονται για κάθε τι, ανά πάσα στιγμή και των οποίων τα σύγχρονα μέσα πολλαπλασιάζουν την ακροαματικότητα, θα εξοικονομούσε αρκετό χρόνο και ικανή ενέργεια που θα μπορούσαν να διατεθούν με τρόπο πιο χρήσιμο για την προσπάθεια να προχωρήσει λίγο η γαλέρα, κατά το δυνατόν και κατά προτίμηση προς τη σωστή κατεύθυνση. Άλλωστε, τα πάντα και τα αντίθετά τους έχουν λεχθεί και επαναληφθεί, συχνά από τους ίδιους και, όχι σπάνια, έχουν διαψευστεί από τα γεγονότα.
Γι’ αυτό και οι στωμύλοι κωπηλάτες μπορούν να περιορίσουν την πρώτη τους δραστηριότητα χωρίς να έχουν τύψεις ότι θα προκαλέσουν στους ακροατές τους αισθήματα έλλειψης και δυσαναπλήρωτου κενού.
Πηγή: Αττικό Βήμα
Got something to say? Go for it!