Απόσπασμα της έκθεσης «Το Δόγμα της Κλάιν» του Johan Norberg (κριτική στο γνωστό βιβλίο της Ναόμι Κλάιν με τίτλο «Το Δόγμα του Σοκ») που μεταφράσθηκε από τα μέλη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών Σπύρο Ντόβα και Νίκο Χαραλάμπους

Ο ισχυρισμός της Κλάιν ότι οι κρίσεις ωφελούν την ελεύθερη αγορά και τον περιορισμό του κράτους είναι τουλάχιστον αντιφατικός. Στην πραγματικότητα, οι πολιτικοί και οι κυβερνητικοί παράγοντες συχνά χρησιμοποιούν τις κρίσεις ως μια ευκαιρία για να αυξήσουν τους προϋπολογισμούς τους και τις εξουσίες τους.

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος οδήγησε τη Ρωσία στον κομμουνισμό, και ο υπερπληθωρισμός και η ύφεση οδήγησαν τη Γερμανία στον εθνικοσοσιαλισμό. Ο πόλεμος και οι καταστροφές είναι σπάνια φίλοι της ελευθερίας. Ο οικονομικός ιστορικός Robert Higgs έδειξε στο κλασικό του έργο «Κρίση και Λεβιάθαν» ότι η μεγέθυνση του κράτους στις ΗΠΑ συνέβη κατά τη διάρκεια κρίσεων όπως η Ύφεση και οι Παγκόσμιοι Πόλεμοι.

Όταν η κρίση τελειώσει, το κράτος δεν επιστρέφει στην προηγούμενή του κατάσταση, αντίθετα κρατάει κάποιες από τις εξουσίες και τα χρήματα που άδραξε για να αντιμετωπίσει την κρίση. Είναι το κράτος και όχι η αγορά που μεγαλώνει κατά τη διάρκεια κρίσεων.

     «Ο πόλεμος είναι φίλος του κράτους Σε περίοδο πολέμου, η κυβέρνηση θα αναλάβει εξουσίες και θα κάνει πράγματα που κανονικά δεν θα έκανε» είπε ένας διάσημος οικονομολόγος εξηγώντας γιατί αντιτίθεται στον πόλεμο του Ιράκ. Αυτός ο οικονομολόγος ήταν ο Μίλτον Φρήντμαν – το πρόσωπο το οποίο η Κλάιν ισχυρίζεται πως επιθυμούσε τον πόλεμο και τις καταστροφές για να προωθήσει το laissez-faire. Ο Φρήντμαν είχε δίκιο, σε ό,τι αφορούσε τον πόλεμο του Ιράκ. Η κυβέρνηση Μπους χρησιμοποίησε τον πόλεμο για να επεκτείνει δραματικά τις εξουσίες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και ο Μπους αύξησε τις ομοσπονδιακές δαπάνες περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο πρόεδρο από την εποχή του Lyndon Johnson (ο οποίος ήταν ακόμα ένας πρόεδρος εμπόλεμης περιόδου), ακόμα και αν αφαιρέσουμε τις δαπάνες για το στρατό και την εθνική ασφάλεια. Και αυτό δεν είναι απλά η εντύπωση των απογοητευμένων φιλελεύθερων. Μια έρευνα σε 15 περιφέρειες – κλειδιά λίγο πριν από τις εκλογές του 2006 έδειξε ότι περισσότεροι από το 55% των Αμερικανών πίστευε ότι οι Ρεπουμπλικάνοι ήταν ένα κόμμα υπέρ του Μεγάλου Κράτους.

Θα σκεφτόταν κανείς ότι η Κλάιν θα δυσκολευόταν να συμπεριλάβει αυτή τη μείζονα εξαίρεση στο συλλογισμό της. Δεν δυσκολεύτηκε καθόλου. Αντίθετα, χρησιμοποιεί τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά τις 11/9 ως ένα κύριο παράδειγμα υπέρ της δικής της θέσης. Ισχυρίζεται ότι οι τρομοκρατικές επιθέσεις έδωσαν στην Κυβέρνηση Μπους την ευκαιρία να εφαρμόσει τις ιδέες του Φρήντμαν, μέσα από την εξυπηρέτηση φίλων στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας, δίδοντάς τους συμβόλαια και χρήματα χωρίς προηγούμενο.

Η Κλάιν πουθενά δεν παρέχει μια καθαρή εξήγηση γιατί κάτι τέτοιο είναι φρηντμανικό. Στον πραγματικό κόσμο, ο Φρήντμαν «πάντα τόνιζε τη σπατάλη στις δαπάνες άμυνας και τους κινδύνους που έθετε ο μιλιταρισμός για τις πολιτικές ελευθερίες» σύμφωνα με τη βιογράφο του Lanny Ebenstein. Είναι πιθανό η Κλάιν να κάνει αυτή τη σύνδεση για έναν μόνο λόγο – η Κλάιν ποτέ δεν ορίζει ξεκάθαρα ποιες είναι και ποιες δεν είναι οι ιδέες του Φρήντμαν και δεν δίνει καμιά ένδειξη ότι τις αντιλαμβάνεται κιόλας. Έτσι συγχέει τον φιλελευθερισμό του περιορισμένου κράτους που υποστηρίζει ο Φρήντμαν με το νεοσυντηρητισμό και τον στυγνό κορπορατισμό – την απόδοση δηλαδή ειδικών προνομίων σε εταιρείες πέραν αυτού που θα μπορούσαν να επιτύχουν χωρίς κυβερνητική βοήθεια.

Όπως το βλέπει η Κλάιν, στην Αμερική του Μπους «έχεις κορπορατισμό: μεγάλες επιχειρήσεις και μεγάλο κράτος που συνδυάζουν τις ανυπέρβλητες τους δυνάμεις για να ρυθμίσουν και να ελέγξουν τους πολίτες«. Αυτό ακούγεται, αρκούντως απίθανα, ως υγιής φιλελεύθερη κριτική κατά τις κυβέρνησης. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι η Κλάιν νομίζει πως αυτό είναι «το αποκορύφωμα της αντεπανάστασης που εξαπέλυσε ο Φρήντμαν» και ότι η ομάδα του Μπους που το υλοποίησε ήταν «φρηντμανικοί μέχρι το μεδούλι.»

Ακόμα και όταν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση παραβαίνει όλους τους κανόνες του βιβλίου του Φρήντμαν, η Κλάιν κατηγορεί τον Φρήντμαν γι’ αυτό. Σε ένα σημείο η Κλάιν γράφει για το ότι η αγορά στο Ιράκ δεν ήταν αρκετά ανοικτή:

«Όλες οι μεγάλες εταιρείες των ΗΠΑ που ήταν στο Ιράκ για να επωφεληθούν από την ανοικοδόμηση ήταν μέρος μιας τεράστιας προστατευτικής συμμορίας, για την οποία η κυβέρνηση των ΗΠΑ είχε δημιουργήσει την αγορά μέσω του πολέμου, είχε αποκλείσει τους ανταγωνιστές της από τη συμμετοχή στην αγορά και μετά τους πλήρωσε για να κάνουν τη δουλειά ενώ τους εξασφάλιζε σίγουρο κέρδος – όλα με δαπάνες των φορολογουμένων»

Και πάλι, αυτή θα μπορούσε να είναι μια έξοχη φρηντμανική κριτική σχετικά με το πώς οι κυβερνήσεις κάνουν πλούσιους τους φίλους τους με δαπάνες των φορολογουμένων, αν η Κλάιν δεν ολοκλήρωνε την παράγραφο έτσι: » Η Σταυροφορία της Σχολής του Σικάγο … έφτασε επί τέλους στο αποκορύφωμά της με αυτό το εταιρικό New Deal«.

Πηγή: Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών