από Τηλέμαχο Μαράτο

δημοσιεύθηκε στην Εστία στις 22 Ιουνίου 2013

 

Συμπαθής – επαγγελματικής χροιάς – φωνή, μου τηλεφώνησε με διάφορες ερωτήσεις. Η πρώτη ήταν εάν είμαι εγώ. Παλαιότερα η παρέα μου, και εγώ, συνηθίζαμε να απαντάμε σε τηλεφωνήματα (λάθος) προσποιούμενοι ότι (φέρ’ ειπείν) είμαστε πράγματι ο λαδέμπορος που περίμενε τα βαρέλια με το λάδι. «Τι να τα κάνω τώρα;» ρωτούσε ο νταλικέρης. «Να τα αφήσεις στο πεζοδρόμιο!» και άλλα τέτοια, πιο χοντρά όταν κάποιος ρωτούσε – εκνευρισμένος – αν είναι εκεί μια κυρία και εμείς λέγαμε ότι κοιμάται ή είναι στο μπάνιο. Γελάγαμε πολύ, αλλά ήμασταν σχεδόν έφηβοι. Το είδος του χιούμορ μας ήταν ακριβώς του γνωστού ιταλικού φίλμ «Amici miei» πολλά χρόνια πριν αλλά και πολλά χρόνια μετά την επτανησιακή παράδοση των χοντρών – και περίπλοκων – αστείων που λέγονται στην Ζάκυνθο «Μάντσια». Τέλος πάντων, στην παρούσα περίπτωση η κοπέλα ήθελε την γνώμη μου για μια δημοσκόπηση, η «Γκάλοπ».

    Η ερώτησις ήταν εάν νομίζω ότι η φοροδιαφυγή ήταν το σοβαρότερο πρόβλημα, ή η πάταξις της διαφθοράς, για την ανάκαμψη της οικονομίας. Ευκαιρίας δοθείσης (occasione data) που λέγαμε στα λατινικά, απήντησα ότι ούτε το ένα ούτε το άλλο είναι το σοβαρότερο πρόβλημα, έστω και αν ήταν ευκταίο να μην υπήρχε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Η εμμονή με την φοροδιαφυγή, και την ξαδέρφη της διαφθορά, μου «μυρίζουν» ότι έχουν υποσυνείδητα κίνητρα τον φθόνο, και επιπλέον την ζήλεια εκείνων που δεν έχουν την ευκαιρία να κάνουν ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ενώ λοιπόν από ηθικής και θρησκευτικής πλευράς και τα δύο είναι αμαρτίες, από καθαρά οικονομικής ενισχύουν την αγορά, όπως δείχνει η ευμάρεια των «φορολογικών παραδείσων». Αυτή η σκέψις είναι δύσπεπτος και δεν πιστεύω ότι θα βρει πολλούς οπαδούς…

   Η μάλλον πρωτότυπη αυτή απάντησις πάντως εκίνησε το ενδιαφέρον της συμπαθούς δημοσκόπου, η οποία με ρώτησε, εάν είναι έτσι, ποιο νομίζω ότι είναι το σοβαρότερο πρόβλημα. Χωρίς δισταγμό της απήντησα ότι είναι οι πολιτικοί. «Παράδειγμα;» «πως κατορθώνουν να λένε τέτοια κατάφωρα ψέματα χωρίς να κοκκινίζουν!» Πως είναι δυνατόν Συνταγματολόγος να ερμηνεύει, ξεδιάντροπα, το Σύνταγμα αντίθετα από εκείνο που πρωτοετείς Λυκείου καταλαβαίνουν, επειδή έτσι ταιριάζει στην ιδεολογία του (και με συγχωρείτε για την λέξη). Πως είναι δυνατόν υπουργός που διορίστηκε για να εφαρμόσει σαφέστατα συγκεκριμένες δεσμεύσεις της χώρας να παρουσιάζεται, αυτάρεσκος, διότι δεν έκανε απολύτως τίποτε! Πολιτικοί στα πρόθυρα της λήθης και της ανυπαρξίας να κοκορεύονται ότι θα επιβάλλουν απόψεις ανύπαρκτων πλέον οπαδών και ούτω καθ’ εξής…

 «Λοιπόν, τι θα θέλατε να γίνει;». «Α! Ρομαντικές ουτοπίες.» «Ανατροπή;» «Όχι…αντιστροφή. Ακούστε. Κάθε πολιτικός πιστεύει ότι είναι καταλληλότερος από τους άλλους. Ιδίως του κόμματος του. Και δικαίως. Γιατί αν δεν πιστεύει ότι είναι ο καλύτερος, θα έπρεπε να κάθεται στην πολυθρόνα του και να ακούει άλλες μετριότητες στην τηλεόραση. Αφ’ ής στιγμής όμως μπήκε στον χορό, θα έπρεπε (ρομαντική ουτοπία) να ιεραρχήσει τις αποφάσεις του ακριβώς αντίστροφα». «Δηλαδή;» «Δηλαδή, να έχει γνώμονα πρώτα το συμφέρον της πατρίδας, ύστερα το συμφέρον του κόμματος του και τελευταίο την δική του πολιτική σταδιοδρομία. Σήμερα οι πολιτικοί κάνουν το ακριβώς αντίθετο. Δηλαδή πράττουν σύμφωνα με ότι τους συμφέρει, μετά ότι συμφέρει το κόμμα και τελευταία, ίσως, σκέπτονται το καλό του τόπου».

   Σε αυτό το σημείο η υπομονή της δημοσκόπου τέλειωσε και έμεινα μόνος σκεπτόμενος. Προ ετών έτυχε να συναντήσω τον Άγγλο πολιτικό, επίδοξο αρχηγό των συντηρητικών, Μάϊκλ Πορτίλλο. Ο Πορτίλλο είχε πει προσφάτως ότι η πρώτη, σχεδόν αποκλειστική, φροντίδα ενός κόμματος πρέπει να είναι η άνοδος στην εξουσία. Ασχέτως ιδεολογίας, δόγματος κ.τ.λ. Κατάπληκτος από τον ωμό κυνισμό της δηλώσεως τον ρώτησα αν ήταν αλήθεια. «Βεβαίως,» μου είπε «διότι εάν δεν έχουν την δυνατότητα να κάνουν τις ιδέες τους πράξη οι πολιτικοί απλώς διακινούν ζεστόν αέρα…»

    Η αφοπλιστική ειλικρίνεια του Πορτίλλο δεν τελεσφόρησε. Το νέο άστρο είναι ο Μπόρις Τζόνσον που τρέχει πίσω από τον Κάμερον και του «δαγκώνει τους αστραγάλους…» (Μέλη και οι δύο του ίδιου club στο Eton.) Έτη φωτός μακριά από τα κοινοβουλευτικά ήθη – εκεί που γεννήθηκαν – είναι ο κ. Κουβέλης. Δυσνόητος έως ακατανόητος απέτυχε, μαζί με το κομμάντο των δολιοφθορέων, να καταστρέψει ή να κατασκευάσει οτιδήποτε. Τώρα «ώχετο απιών» απαρατήρητος.