από Αθανάσιο Παπανδρόπουλο

δημοσιεύθηκε στο www.europeanbusiness.gr

 

Στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα η Ελλάδα, τα ισχυρότερα ατού της για την επανεκκίνηση της πραγματικής οικονομίας είναι η βιομηχανία ειδών διατροφής και ο καινοτόμος αγροτικός τομέας

 

Ο Μ.Η. είναι από τα κορυφαία στελέχη της Γενικής Διεύθυνσης Βιομηχανίας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και αρκετά χρόνια τώρα παρακολουθεί την πορεία της ελληνικής μεταποίησης. «Στην σημερινή φάση ύφεσης και διαρθρωτικής κρίσης που αντιμετωπίζει η χώρα σας», μάς είπε πρόσφατα στις Βρυξέλλες, «η βιομηχανία ειδών διατροφής, σε συνεργασία με τον καινοτόμο αγροτικό τομέα, μπορούν να γίνουν εφαλτήρια επανεκκίνησης της πραγματικής οικονομίας της χώρας σας και ισχυρά στηρίγματα για την δημιουργία μιας θετικής εικόνας για την Ελλάδα σε διεθνές επίπεδο».

Την διάσταση αυτή της ελληνικής βιομηχανικής πραγματικότητας, ο κοινοτικός τεχνοκράτης την περιγράφει σε ένα πολύ ενδιαφέρον «non paper» που παρέδωσε στους αρμόδιους Επιτρόπους, δεδομένου ότι ο ίδιος συνταξιοδοτείται. Στο σημείωμα αυτό υπογραμμίζονται οι καλές δομές της εγχώριας βιομηχανίας ειδών διατροφής, οι καλές επιδόσεις της στο επίπεδο του μάρκετινγκ και της ποιότητας και τονίζονται οι σημαντικές της δυνατότητες για εξωστρέφεια. Βέβαια, ο συντάκτης του σημειώματος αυτού δεν παραλείπει να τονίσει και τα σοβαρά εμπόδια που αντιμετωπίζει στο εσωτερικό η ελληνική βιομηχανία ειδών διατροφής τα οποία, κατά κύριο λόγο, είναι διοικητικά. Σε μεγάλο δε βαθμό, το προαναφερθέν σημείωμα αναφέρεται σε επισημάνσεις που περιέχονται σε συνοπτική έκθεση του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων (ΣΕΒΤ) με τίτλο «Μάχη για την Ανάπτυξη».

Στην έκθεση αυτή, ο ΣΕΒΤ επισημαίνει ότι η ελληνική βιομηχανία τροφίμων μπορεί να προσφέρει ουσιαστικό έργο στην ανάπτυξη της οικονομίας, βασισμένη στην ανταγωνιστικότητα, στην εξωστρέφεια, στην καινοτομία και στην προώθηση νέων επενδύσεων με την βοήθεια της κυβέρνησης –όχι με επιδοτήσεις, αλλά με άρση των προβλημάτων που δυσκολεύουν την ανάπτυξη των ανωτέρω βασικών στόχων.

Χρήσιμον είναι, από την άποψη αυτή, να υπενθυμίσουμε ότι η έκθεση «10 Χρόνια Μπροστά» της εταιρείας McKinsey, τον Σεπτέμβριο του 2011, αναδεικνύει ξεκάθαρα την βιομηχανία τροφίμων ως έναν από τους βασικούς παράγοντες ανάπτυξης, ο οποίος, σε συνεργασία με την αγροτική παραγωγή, έχουν την δυνατότητα να καταγράψουν μελλοντικά υψηλούς ρυθμούς ανόδου.

Ένα παράδειγμα που αφορά την κλίμακα παραγωγής και την πρόσβαση στις ξένες αγορές είναι ότι η Ελλάδα είναι ο τρίτος μεγαλύτερος παραγωγός ελαιολάδου στον κόσμο και εξάγει το 60% της παραγωγής της χύδην στην Ιταλία. Με τον τρόπο αυτόν, όμως, χάνει υπεραξία μεταποίησης, την οποία βεβαίως καρπούνται οι Ιταλοί μεταποιητές-εξαγωγείς. Επίσης, η χώρα μας είναι πρώτη στον κόσμο στην εξαγωγή κομπόστας ροδακίνου, χωρίς όμως να έχει ποτέ κάνει μία συντονισμένη προσπάθεια καθιέρωσης του προϊόντος αυτού στις καταναλωτικές συνήθειες. Θα πρέπει ακόμα να τονιστεί ότι στην φέτα, που έχει κατοχυρωθεί και ως ονομασία, η Ελλάδα κατέχει μερίδιο της τάξης του 28% μόνον στην παγκόσμια αγορά του επώνυμου προϊόντος, ενώ στο προϊόν «ελληνικό γιαούρτι» κατέχει μόνον το 30% της αγοράς των ΗΠΑ.

Τα παραδείγματα αυτά και πολλά άλλα –ιδιαίτερης ποιότητας, έξυπνης μεταποίησης, εισαγόμενης πρώτης ύλης– δείχνουν ότι υπάρχουν σημαντικές ευκαιρίες προς αξιοποίηση. Ευτυχώς δε, κάποιοι Έλληνες καινοτόμοι επιχειρηματίες καταβάλλουν πράγματι σημαντικές προσπάθειες προώθησης των παραπάνω προϊόντων στις διεθνείς αγορές, χρησιμοποιώντας πλέον και τα επικοινωνιακά πλεονεκτήματα που προσφέρει το Διαδίκτυο. Αν κρίνουμε δε από τα αποτελέσματα των προσπαθειών αυτών, μπορούμε να πούμε ότι είναι απολύτως θετικά, ελπιδοφόρα και σίγουρα ανοίγουν νέους δρόμους για τα ελληνικά είδη διατροφής.

Το ίδιο ισχύει και με τις προσπάθειες που κάνει ο ΣΕΒΤ στο επίπεδο της διατροφικής καινοτομίας με τον διαγωνισμό Ecotrophelia, για την δημιουργία νέων οικολογικών καινοτομικών τροφίμων. Σκοπός του διαγωνισμού είναι, αφ’ ενός, η υποστήριξη νέων Ελλήνων φοιτητών που ασχολούνται με την επιστήμη των τροφίμων και, αφ’ ετέρου, να αποτελέσει ένα φυτώριο καινοτόμων ιδεών για την βιομηχανία τροφίμων.

Επίσης, πάντα με στόχο την καινοτομία και την προώθηση της γνώσης, κορυφαία πρώτη ύλη της εποχής μας, ο Σύνδεσμος, με την ιδιότητα του μέλους της οργάνωσης FoodDrinkEurope (FDE) πήρε την πρωτοβουλία για την συγκρότηση της Ελληνικής Τεχνολογικής Πλατφόρμας Τροφίμων «Food For Life». Ξεκίνησε έτσι η συνεργασία και επικοινωνία μεταξύ της επιχειρηματικής και της ακαδημαϊκής κοινότητας. Η Τεχνολογική Πλατφόρμα συγκροτήθηκε τον Μάϊο 2009, με πρωτοβουλία του ΣΕΒΤ και της ΕΤΑΤ Α.Ε., στο πλαίσιο της αντίστοιχης ευρωπαϊκής, και συγκεντρώνει τους κύριους «εταίρους» του κλάδου των τροφίμων, όπως μεγάλες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις του χώρου, επιχειρήσεις της πρωτογενούς παραγωγής, ερευνητικά κέντρα και πανεπιστήμια, ελεγκτικούς φορείς, παράγοντες πολιτικού σχεδιασμού, ενώσεις καταναλωτών, κλπ.

Μέχρι σήμερα, στην Εθνική Πλατφόρμα συμμετέχουν 26 πανεπιστήμια, ερευνητικοί και λοιποί φορείς, που εμπλέκονται ενεργά με την έρευνα στο πεδίο των τροφίμων και της διατροφής, καθώς και μεγάλος αριθμός επιστημόνων από τις επιχειρήσεις του κλάδου. Κύριος στόχος είναι να ενταχθούν σε ενιαία στρατηγική οι ερευνητικές προσπάθειες γύρω από τα τρόφιμα, η οποία θα στοχεύει στην μεγιστοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνας για την ωφέλεια του καταναλωτή και την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.

Είναι λοιπόν φανερό ότι δημιουργικές δυνάμεις και δυνατότητες υπάρχουν σε τούτη την χώρα. Το θέμα είναι πότε και πώς θα απαλλαγούν από το κρατικο-γραφειοκρατικό καρκίνωμα, ώστε να μάς οδηγήσουν με αξιώσεις στην «μάχη της ανάπτυξης».

 

Πηγή: European Business Review