από Αθανάσιο Παπανδρόπουλο

δημοσιεύθηκε στην Ναυτεμπορική

 

Παρά την κρίση του δυτικού κόσμου, οι Άλβιν και Χάϊντι Τόφλερ στο τελευταίο βιβλίο τους ανατέμνουν την μεταβιομηχανική κοινωνία στην οποία ζούμε και αποκαλύπτουν πώς, με πρώτη ύλη την γνώση, ο άνθρωπος έχει μπροστά του έναν απίστευτο και, κυρίως, ανεξάντλητο πλούτο

Το ζεύγος Άλβιν και Χάϊντι Τόφλερ κάθε άλλο παρά άγνωστο και τυχαίο είναι. Διάσημοι συγγραφείς του «Πρώτου και Δεύτερου Κύματος του Μέλλοντος», ο Άλβιν και η Χάϊντι δούλεψαν πέντε χρόνια σε εργοστάσια, έμειναν άνεργοι, έχασαν μετά από μακρά ασθένεια την μονάκριβη κόρη τους, αλλά ποτέ δεν το έβαλαν κάτω. Πάντα προσπαθούσαν να ανιχνεύσουν και να καταλαβαίνουν τον κόσμο μέσα στον οποίο ζουν και να προβλέπουν ποιες είναι οι πιθανές εξελίξεις και ανατροπές που θα τον σημαδέψουν.

Αυτό συμβαίνει και με το τελευταίο βιβλίο τους, «Ο Επαναστατικός Πλούτος» (Revolutionary Wealth), που εκδόθηκε το 2007 και έχει ήδη μεταφραστεί σε δέκα γλώσσες.

Αν και το βιβλίο εκδόθηκε την χρονιά αφετηρία της χρηματοοικονομικής κρίσης στις ΗΠΑ, εντούτοις κάνει λόγο γι αυτήν και εξηγεί ποιες είναι οι βαθειές μεταμορφώσεις του καπιταλισμού και οι συνέπειές τους. Ευθύς εξ αρχής δε, οι συγγραφείς εξηγούν πώς το σημερινό σύστημα παραγωγής πλούτου –με κύρια πρώτη ύλη του την γνώση και την άϋλη υπεραξία– θέτει υπό αμφισβήτηση την έννοια της ιδιοκτησίας και αυτού του ίδιου του καπιταλισμού. Δίνουν έτσι έμφαση στα άϋλα στοιχεία που όλο και περισσότερο συνδέονται με την υλική ιδιοκτησία και τονίζουν ότι η εξαΰλωση της τελευταίας επόμενον είναι να μεταβάλει και την φύση της.

«Ο κόσμος που το 2004 συνωστιζόταν για να αγοράσει μετοχές της Google, ήταν έτοιμος να επενδύσει σε μία επιχείρηση της οποίας οι δραστηριότητες και τα ιδιοκτησιακά της στοιχεία ήσαν άϋλα. Το ίδιο ισχύει και με αυτούς που επενδύουν στο λογισμικό της Oracle ή σε επιχειρήσεις ηλεκτρονικού εμπορίου. Στις περιπτώσεις αυτές, ούτε πρώτες ύλες υπάρχουν ούτε φούρνοι με κάρβουνο ούτε, βέβαια, φουγάρα εργοστασίων», γράφουν οι Άλβιν και Χάϊντι Τόφλερ. Για να επισημάνουν στην συνέχεια ότι, σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Μπρούκινγκς, το 2005 το 68% του ενεργητικού των παραδοσιακών αμερικανικών επιχειρήσεων ήταν το προϊόν άϋλων στοιχείων. Επίσης, σήμερα, 80 στις 100 νεοϊδρυόμενες αμερικανικές επιχειρήσεις έχουν, σε ποσοστό 90%, άϋλα ενεργητικά στοιχεία, γεγονός που προδικάζει ότι σε βάθος χρόνου οι ΗΠΑ θα είναι εκ νέου πρωταγωνιστές της παγκόσμιας οικονομίας –αυτή δε την φορά θα τελούν και υπό καθεστώς πλήρους ενεργειακής ανεξαρτησίας.

Κατά κύριο λόγο, αυτή η προβλεπόμενη αμερικανική κυριαρχία θα οφείλεται στο ότι η χώρα του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα διαχειρίζεται καλύτερα αυτά που τής προσφέρει η «δημοκρατία της πληροφορίας». Με άλλα λόγια, αξιοποιεί καλύτερα λογισμικά και υπηρεσίες του Διαδικτύου, που βοηθούν στο να εντοπίζει και να επεξεργάζεται κανείς πληροφορίες με τρόπο αδιανόητο πριν δέκα χρόνια. Κατ’ επέκταση, αυτό το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται πλέον και στο επίπεδο της άντλησης και επεξεργασίας γνώσεων. Πρόκειται για έναν χώρο που παρέχει τεράστιες προοπτικές ανάπτυξης και άρα προσφέρει ευκαιρίες δημιουργικού πλούτου.

«Ενώ η πληροφορία θέλει να είναι ελεύθερη, η γνώση προσκολλάται πιο εύκολα –είναι πιο δύσκολα μεταβιβάσιμη, πιο υποκειμενική, λιγότερο ευπροσδιόριστη. Για παράδειγμα, η γνώση που αποκτάς κατά τη διάρκεια της καριέρας σου –η εμπειρική γνώση, όχι αυτή που βρίσκεις σε βιβλία ή εγχειρίδια– καθορίζει την αξία που έχεις για τον οργανισμό στον οποίο εργάζεσαι. Η ικανότητά σου να συνθέτεις την γνώση σου με αυτή των συναδέλφων σου, των συνεργατών σου και των πελατών σου, μπορεί να κάνει την διαφορά ανάμεσα στην επιτυχία και στην αποτυχία –για σένα και για τον εργοδότη σου. Και όμως, σήμερα, ακόμη και το να εντοπίσεις πηγές γνώσεις μέσα σε πολύπλοκους οργανισμούς μπορεί να είναι εκφοβιστικό. Ωστόσο, όσο το λογισμικό γίνεται πιο έξυπνο και ικανό να αναλύει τον τρόπο με τον οποίον οι άνθρωποι σκέφτονται και εργάζονται, αρχίζει να τους βοηθάει να συνθέτουν και να διαχειρίζονται ακόμη και την γνώση», αναφέρουν οι Τόφλερ και διανθίζουν την αναφορά τους αυτή με αρκετά και εύγλωττα πρακτικά παραδείγματα.

Από τα τελευταία, όμως, προκύπτει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Στο μέτρο που ολόκληρη η βάση της ιδιοκτησίας γίνεται άϋλη και άρα ανεξάντλητη, ένα μεγάλο κομμάτι της διαχέεται χωρίς να έχει αντίπαλο. Τα προϊόντα της γνώσης είναι έτσι εκμεταλλεύσιμα από εκατομμύρια κόσμου, χωρίς να εξαφανιστούν. Το γεγονός αυτό συγκλονίζει κυριολεκτικά τα θεμέλια της ιδιοκτησίας και στην ουσία καταργεί τα πνευματικά δικαιώματα.

Ωστόσο, πέρα από την εξαΰλωση της ιδιοκτησίας, οι Τόφλερ μάς δίνουν και μιαν άλλη διάσταση της μεταμόρφωσης του καπιταλισμού, που είναι αυτή της διάχυσης του κεφαλαίου. Ο αναγνώστης του «Επαναστατικού Πλούτου» πληροφορείται ότι στις ΗΠΑ πάνω από 100 εκατομμύρια πολίτες, άμεσα και μέσω των συνταξιοδοτικών τους Ταμείων, κατέχουν σήμερα μετοχές αξίας 9 τρισεκατομμυρίων δολλαρίων. Επίσης, οι Αμερικανοί εργαζόμενοι κατέχουν πάνω από το 60% των μετοχών των εισηγμένων στο χρηματιστήριο εταιρειών –ποσοστό που αντιπροσωπεύει περί τα 50.000 δολλάρια ανά άτομο.

Όμως, η εντυπωσιακή αυτή διασπορά του κεφαλαίου, παρά την κρίση των χαμηλής ασφάλειας ενυπόθηκων δανείων, είναι ένα φαινόμενο που δεν συγκρατείται και οι Τόφλερ καλούν τον αναγνώστη να φανταστεί τί θα μπορούσε να συμβεί στην παγκόσμια οικονομία όταν στην Κίνα, όπως στις ΗΠΑ σήμερα, το 40% του πληθυσμού θα κατέχει μετοχές κινεζικών επιχειρήσεων. Θα προκύψει τότε μία πρωτοφανής και παγκόσμια υπερκινητικότητα του κεφαλαίου, το οποίο θα αναζητά όλο και αποδοτικότερες επενδύσεις, με τις τελευταίες να γίνονται όσο ποτέ άλλοτε εφήμερες. Θα παρατηρηθεί έτσι, κατά τους συγγραφείς, ένας αποσυγχρονισμός της χρηματοπιστωτικής οικονομίας και της αντίστοιχης «πραγματικής», με τα «πλείστα υψηλής ταχύτητας κεφάλαια» να μετακινούνται από χώρα σε χώρα, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα μακροοικονομικής ισορροπίας.

Υπό αυτές τις συνθήκες, οι Άλβιν και Χάϊντι Τόφλερ δεν αποκλείουν την δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς κεφαλαίων απόλυτα ενσωματωμένων σε παγκόσμιο επίπεδο. Σπεύδουμε να υπογραμμίσουμε ότι οι συζητήσεις για παρόμοια εξέλιξη έχουν ήδη δρομολογηθεί και δεν αποκλείεται τα αποτελέσματά τους να πάρουν καταληκτικό χαρακτήρα πολύ γρηγορότερα απ’ όσο φαντάζονται και αυτοί οι ίδιοι οι ειδικοί του χρηματοπιστωτικού κλάδου.

«Στο μέτρο, λοιπόν, που η ιδιοκτησία και το κεφάλαιο παρουσιάζουν τόσο βαθειές αλλαγές, θα πρέπει να θεωρείται βέβαιη και η μεταμόρφωση δύο άλλων ζωτικών συνιστωσών του καπιταλισμού, που είναι οι αγορές και το νόμισμα», επισημαίνουν οι συγγραφείς, ανοίγοντας ένα άλλο σημαντικό κεφάλαιο της οικονομίας. Ένα κεφάλαιο στο οποίο τα ηλεκτρονικά χαρτοφυλάκια, το εικονικό χρήμα, η ραγδαία εξατομίκευση των τιμών, οι διαδικτυακές πληρωμές και κρατήσεις και άλλα πολλά, μεταφέρουν τον αναγνώστη σε έναν πρωτόγνωρο αλλά απόλυτα υπαρκτό κόσμο, στον οποίο πλούτος αποκτάται και χάνεται με όλο κα πιο εντυπωσιακή ταχύτητα.

«Έχουμε να κάνουμε με ένα σύστημα υψηλής κατανάλωσης γνώσεων, που πολύ γρήγορα θα εξαπλωθεί και στον αναδυόμενο ασιατικό κόσμο και όχι μόνον. Το σύστημα αυτό, που εκ της φύσεώς του δημιουργεί τον επαναστατικό πλούτο, όλα δείχνουν ότι αλλάζει άρδην και τον μεταβολισμό του καπιταλισμού, με δύσκολα προβλέψιμες επιπτώσεις. Όμως, θα πρέπει να θεωρείται βέβαιον ότι το σύστημα αυτό θα προσφέρει πολύτιμα εργαλεία καταπολέμησης της παγκόσμιας φτώχειας, οι καταβολές της οποίας είναι διαφοροποιημένες και γι αυτό δύσκολες στην αντιμετώπισή τους. Πάντως, θα δούμε πολλές ανακατατάξεις και στον τομέα αυτόν όταν η Κίνα και η Ινδία θα πάρουν τα ηνία στην πορεία της παγκόσμιας οικονομίας», γράφουν οι Τόφλερ.

Είναι λοιπόν σαφές ότι στον ταχύτατα μεταβαλλόμενο κόσμο μας όλα είναι πλέον ρευστά κα ανοικτά, με την πολυπολικότητα να αποτελεί κα αυτή, όπως θα έλεγε ο Εντγκάρ Μορέν, ζωτικό συστατικό του.

Ο εφευρέτης Ρόμπερτ Μέτκαλφ σχολίασε κάποτε ότι η αξία ενός δικτύου είναι περίπου ίση με το τετράγωνο του αριθμού των ανθρώπων που το χρησιμοποιούν. Ο «Νόμος του Μέτκαλφ» εφαρμόζεται εξίσου στην γνώση: το να μπορούμε να αντλήσουμε από τους μεγαλύτερους διανοητές του κόσμου τόσο εύκολα όσο μπορούμε να βρούμε πληροφορίες στο Διαδίκτυο, θα φέρει επανάσταση στον επιχειρηματικό κόσμο, στην επιστήμη και στην εκπαίδευση. Κάτι τέτοιο κυριολεκτικά θα μεταμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο σκεπτόμαστε –και θα μάς βοηθήσει να πραγματώσουμε, επιτέλους, μία αληθινά παγκόσμια οικονομία της γνώσης.

Εδώ ασχολείται κανείς με αυτήν;