από Χριστόφορο Ματιάτο

δημοσιεύθηκε στο Αττικό Βήμα στις 26 Ιουλίου 2013

 

Ειπώθηκε, ακούστηκε, γράφτηκε ότι φέρελπι πολιτικό κόμμα, αριστερό και υπέρ πάσης προόδου, αντιπολιτευόμενο αξιωματικώς, ασχολήθηκε πρόσφατα και με θέματα της Εθνικής Αμύνης. Κοινολογήθηκαν δε σχετικοί διαλογισμοί. Θεωρούνται, βέβαια, οι σκέψεις αυτές πνευματικό προϊόν συνιστώσας μόνον του κόμματος, ενός κλάσματος, κάποιου μορίου. Ελπίζεται, πάντως, ότι τέτοιες συνιστώσες, παρόμοια κλάσματα, ανάλογα μόρια, δεν επηρεάζουν το σύνολο.

Μεταξύ άλλων θέσεων που παρουσιάζουν αναμφίβολα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διατυπώνεται η σκέψη ότι «Οι εκλεγμένες και ανακλητές επιτροπές στρατιωτών και κατωτέρων αξιωματικών, πρέπει να αποφασίζουν για όλα τα ζητήματα που αφορούν την μονάδα.» Ακόμα καλύτερα, προτείνεται «Εκλογή και δικαίωμα ανάκλησης όλων των αξιωματικών από τους στρατιώτες.» Όλα αυτά, εκ πρώτης όψεως, αν μη τι άλλο, φαίνονται πρωτότυπα. Δεν είναι. Τα είπαν και άλλοι, άλλοτε, αλλού. Υπάρχουν περίοδοι όπου, σε πρώτη φάση, ιδεολογικοί ενθουσιασμοί επικρατούν της πείρας, της κοινής λογικής και άλλων λιγότερο υψιπετών πραγμάτων. Στην επόμενη φάση, τα ιδεολογήματα βρίσκονται μπροστά σε μια πεισματάρικη πραγματικότητα που αρνείται να συμμορφωθεί με ιδέες, θεωρίες κ.τ.λ. Συγκρούονται, λοιπόν, με αυτήν, ηττώνται και καταλήγουν στην ντουλάπα, με λίγη ή πολλή ναφθαλίνη.

Υπάρχουν δύο διατάγματα από την εποχή που η εξουσία των Μπολσεβίκων έκανε τα πρώτα αγνά ιδεολογικά της βήματα. Και τα δύο φέρουν την υπογραφή του Λένιν. Το πρώτο καταργούσε βαθμούς, διακριτικά και όλα τα σχετικά. Περιείχε δε την ενθουσιώδη διακήρυξη: «Ο στρατός της Ρωσικής Δημοκρατίας αποτελείται τώρα από ελεύθερους και ίσους μεταξύ τους πολίτες, που φέρουν τον έντιμο τίτλο του στρατιώτη του επαναστατικού στρατού.» Το δεύτερο διάταγμα καθιέρωνε την εκλογή εκ των κάτω των «υπευθύνων», συμπεριλαμβανομένου και του αρχιστρατήγου. Ήδη όμως στο διάταγμα αυτό διακρίνονται τα πρώτα ίχνη συμβιβασμού της ιδεολογικής καθαρότητας: γιατροί, αεροπόροι κ.τ.λ. έπρεπε να εκλέγονται ανάμεσα στους γιατρούς, αεροπόρους κ.τ.λ. Μάλλον είχε ήδη διαπιστωθεί ότι η επαναστατική αφοσίωση δεν επαρκούσε για να εγγυηθεί την θεραπεία των ασθενών, το ασφαλές πιλοτάρισμα κ.τ.λ.

Τα διατάγματα αυτά ίσχυσαν περιορισμένο χρονικό διάστημα και κατόπιν αρχειοθετήθηκαν. Η «κόκκινη φρουρά» που έγινε ο «κόκκινος στρατός των εργατών και των αγροτών», κατόπιν «κόκκινος στρατός» σκέτος, για να καταλήξει ως «σοβιετικός στρατός», προοδευτικά επανήλθε σε πιο παραδοσιακές αντιλήψεις. Οι εκλογές πήγαν περίπατο, οι βαθμοί επανεμφανίστηκαν, τα διακριτικά επέστρεψαν και τελικά, τον Ιανουάριο του 1943, επανέκαμψαν πανηγυρικώς και εν θριάμβω οι χρυσές τσαρικές επωμίδες. Η δε πειθαρχία, σκληρή, σιδερένια, χαλύβδινη που επιβλήθηκε και καλλιεργήθηκε στις τάξεις του συνέτεινε εξαιρετικά στο να βγει νικητής από την μεγάλη δοκιμασία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Μήπως αυτές οι εμπειρίες, αυτά τα προηγούμενα, θα έπρεπε να κατευνάσουν κάπως τον ριζοσπαστικό ενθουσιασμό του αξιωματικώς αντιπολιτευομένου κόμματος για την εφαρμογή ιδεών που αποδείχτηκαν αναποτελεσματικές, αρνητικές, άστοχες, ατυχείς; Κρίθηκαν δε τέτοιες από χώρες, καθεστώτα και πρόσωπα προς τα οποία το κόμμα αυτό τρέφει συμπάθεια και νοσταλγία.

Πάντως, για να εμπεδωθεί η αντίληψη ότι δεν αρκεί πάντοτε ο επαναστατικός ζήλος, οι θεωρίες και οι ιδεολογίες για την επίλυση στρατιωτικών προβλημάτων υπάρχει και η ακόλουθη ιστορία: Το φθινόπωρο του 1918, η δυσχερής στρατιωτική θέση της Γερμανίας οδήγησε σε ολοένα περισσότερα και σοβαρότερα κρούσματα απειθαρχίας, πρώτα στο ναυτικό και κατόπιν στον στρατό. Συμβούλια στρατιωτών υποκατέστησαν την ιεραρχία στις μονάδες. Τελικά κατέφθασε στο Σπα (Βέλγιο), όπου το γενικό στρατηγείο του γερμανικού στρατού, επιτροπή στρατιωτών με επαναστατικότατες διαθέσεις και, υποθέτει κανείς, τις ανάλογες ενδυματολογικές προεκτάσεις. Πρόθεσή τους: να αναλάβουν την διοίκηση. Ήταν 10 Νοεμβρίου 1918 η ανακωχή επρόκειτο να ισχύσει από την επομένη.

Τους υποδέχθηκε αντισυνταγματάρχης επιτελής, πιθανώς με μονύελον, κοινώς μονόκλ. Του γνωστοποίησαν τον σκοπό τους. Τους ευχήθηκε η ώρα η καλή, σιδηροκέφαλοι και εις ανώτερα. Επισήμανε όμως πως υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα. Τον διαβεβαίωσαν πως θα το έλυναν. Εξήγησε, λοιπόν, πως οι νικητές Σύμμαχοι απαιτούσαν, ήταν ένας από τους όρους της ανακωχής, την σύμπτυξη του γερμανικού στρατού ανατολικά του Ρήνου, σε συντομότατο χρονικό διάστημα.

Όσοι έμεναν πίσω θα αιχμαλωτίζονταν. Έπρεπε λοιπόν να μεταφερθούν πέρα από το ποτάμι, πίσω στις οικογένειες και στις εργασίες τους, δύο περίπου εκατομμύρια άνδρες. Και μαζί, αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες άλογα, απαραίτητα για την οικονομία. Επρόκειτο για κάτι που απαιτούσε άρτια επιτελική προπαρασκευή, άψογη οργάνωση, άριστη εκτέλεση.

Τα μέλη της επιτροπής κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, κοίταξαν έναν μεγάλο επιτελικό χάρτη με σημαιούλες που αντιπροσώπευαν μονάδες, συγκροτήματα, σχηματισμούς, είδαν δρόμους και σιδηροδρόμους, γέφυρες και ποτάμια. Μετά ξερόβηξαν, ξεροκατάπιαν και δήλωσαν πως αυτοί ήταν επαναστάτες άνθρωποι, έξω από τα νερά τους με τις τεχνικές λεπτομέρειες. Δεν είχαν λοιπόν αντίρρηση να τις αφήσουν στους επαΐοντες. Λίγες μέρες αργότερα, εξέδωσαν μάλιστα μια εξαιρετικά εποικοδομητική προκήρυξη. Άρχιζε με ένα «Σύντροφοι των Στρατιών της Δύσης!» Τους καλούσε όμως να τηρήσουν την τάξη και την πειθαρχία, να μην παρακωλύουν την λειτουργία των τραίνων, να μην λεηλατούν τρόφιμα και εφόδια, να μην καταστρέφουν όπλα και υλικά. Απειλούσε δε με τις αυστηρότερες των κυρώσεων τους παραβάτες συντρόφους. Η συνέχεια είναι άλλη ιστορία.

Αλλεπάλληλα «Κλίνατε επ’ αριστερά» έχουν τελικά ως αποτέλεσμα την επιστροφή στην αρχική θέση. Η αλήθεια είναι και πως με το «Κλίνατε επί δεξιά», το ίδιο συμβαίνει.

Πηγή: Αττικό Βήμα