από Παναγιώτη Ζιωτόπουλο
δημοσιεύθηκε στο Αττικό Βήμα στις 26 Ιουλίου 2013
Τον τελευταίο καιρό, ένα από τα θέματα που δημιουργούν διαρκές άγχος στους ταλαίπωρους Νεοέλληνες και τους κάνουν να βάζουν μηχανικά τα χέρια στις τσέπες τους, αλλά και να τα βγάζουν άδεια βλέποντας ότι δεν έχει απομείνει σχεδόν τίποτα, είναι το του «Ενιαίου φόρου ακίνητης περιουσίας» ή αλλιώτικα ΦΑΠ, που κυοφορείται εδώ και ένα έως δυο χρόνια. Για τους κατόχους ιστορικής μνήμης, πρόκειται περί «ξαναζεσταμένου και ξανασερβιρισμένου πιάτου» που υπάρχει στο φορολογικό μενού εδώ και πολλά χρόνια. Ποιος δεν θυμάται τον ΦΑΠ του αλήστου μνήμης υπουργού του ΠΑΣΟΚ κ. Ε. Δρεττάκη ή τον φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας ή το περίφημο ΕΤΑΚ του υπουργού κ. Γ. Αλογοσκούφη; Βεβαίως, ειδικώς για τους άνδρες που έχουν υπηρετήσει στις ένοπλες δυνάμεις, τα αρχικά ΦΑΠ και ΦΑΠΑ θυμίζουν κάτι άλλο εξ ίσου δυσάρεστο, δηλαδή είτε το «Φύλλο Ατομικής Πρόσκλησης Εφέδρου» είτε το «Φύλλο Ατομικής Πρόσκλησης Αυτοκινήτου». Με αυτά γίνονταν σε περίπτωση επιστράτευσης η κλήση εφέδρων υπό τα όπλα και η επίταξη οχημάτων. Όπως και να έχει το πράγμα, ο όρος ΦΑΠ είτε με την μια είτε με την άλλη έννοια, προκαλεί δυσάρεστες αναμνήσεις και συναισθήματα στους Νεοέλληνες, δεδομένου ότι κοινό σημείο είναι το ότι ούτως ή άλλως αντιστοιχεί σε «φάπα» για τον δύσμοιρο κάτοικο αυτής της χώρας. Επεχείρησαν και επιχειρούν ακόμα να μας πείσουν ότι ο φόρος αυτός θα είναι ο μοναδικός για την ακίνητη περιουσία, την στιγμή κατά την οποία ο τρόμος του ΕΤΗΔΕ, δηλαδή του «χαρατσίου της ΔΕΗ» εξακολουθεί να υφίσταται. Άραγε γιατί θα πρέπει να πληρώνουμε φόρο για την ακίνητη περιουσία; Είναι θεμιτό; Είναι σκόπιμο; Έτσι γινόταν πάντα; Μια μικρή ιστορική αναδρομή είναι απαραίτητη.
Από ιστορικής πλευράς κατά τους νεωτέρους χρόνους υποστηρίχθηκε ότι θα έπρεπε να επιβαλλόταν ένας μοναδικός φόρος (single tax, impot unique), σαν τέτοιος δε είχε προταθεί η «έγγειος πρόσοδος» (έσοδα από εκμετάλλευση της γης). Οπαδοί της άποψης αυτής ήταν οι Spinoza, Quesnay, Vauban, Henry Georges. Το σύστημα αυτό δεν επεκράτησε. Εξ άλλου, ο φόρος επί της ακινήτου περιουσίας θεωρείται φόρος επί των προσόδων γενικώς (και όχι επί των καθαρών προσόδων όπως είναι το εισόδημα). Τέτοιοι φόροι είχαν επιβληθεί παλαιότερα, καταργήθηκαν δε το 1919 και οριστικώς το 1931.
Οφείλουμε να αναφέρουμε, ότι φορολόγηση τόσον του κεφαλαίου όσον και του εισοδήματος περιλαμβανόταν στην περίφημη μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού κατά το δίπτυχο jugatio-onis (jugum = ζυγός) και capitation-onis (caput = κεφαλή). Κατ’ αυτήν φορολογούνταν τόσον η κτήση γης (η σπουδαιότερη τότε μορφή κεφαλαίου) όσον και η εργασία. Αυτό ίσχυσεν και κατά τους βυζαντινούς χρόνους, πλην όμως με αρκετές τροποποιήσεις. Η annona ήταν φόρος επί του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων. Όσοι δεν είχαν γη φορολογούνταν μόνο για τα κέρδη από την εργασία τους. Επί πλέον, περιοδικώς επιβάλλονταν και άλλοι φόροι για συγκεκριμένες ανάγκες, υπολογιζόμενοι βάσει του συνόλου της περιουσίας αλλά και των εισοδημάτων (χρυσάργυρον, επίμετρον, χρυσός τιρώνων, φόρος εσθήτος κ.λπ.). Αυτό το τελευταίο παραπέμπει ίσως σε όσα ακούγονται, περί του ότι το επιτελείο του κ. Στουρνάρα θα ζητεί από τους φορολογουμένους λεπτομερή δήλωση περί του, άκουσον άκουσον, «τρόπου διαβίωσης».
Ούτως ή άλλως, και συμφώνως προς τους γενικούς οικονομικούς κανόνες που πρέπει να διέπουν την φορολογία, ο φόρος θα πρέπει να μη πλήττει ει δυνατόν το κεφάλαιον αλλά μόνον το εισόδημα. Ο Άνταμ Σμιθ έλεγε ότι «…ο πιο φιλάργυρος τύραννος δεν θα έθιγε τα κεφάλαια των φορολογουμένων προκειμένου να μη μειώσει την παραγωγή και τις πηγές είσπραξης φόρων. Μόνο σε έκτακτες περιπτώσεις ή σε ειδικές περιπτώσεις (κληρονομία, μεταβίβαση…) θα έπρεπε να φορολογείται το κεφάλαιο αλλά μόνον εφ’ άπαξ. Κάτι άλλο που πρέπει να τονισθεί, είναι ότι η φορολόγηση των εκ μιάς πηγής εισοδημάτων (π.χ. οικίας) και αφ’ ετέρου ως πηγής εχούσης αξίαν καθ’ εαυτήν, αποτελεί κατ’ εξοχήν «διπλήν ή αμφιλαφή φορολόγησιν» Η οικία έχει αξίαν καθ’ εαυτήν μόνον εφ’ όσον ενοικιασθεί ή πωληθεί. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις δεν έχει αξίαν. Δεν πρόκειται περί δύο διαφορετικών βάσεων που ενδεχομένως θα δικαιολογούσαν την διπλή φορολόγηση, αλλά περί μετάπτωσης από το «δυνάμει στο ενεργεία» κατά την αριστοτελική έννοια. Όταν το ένα υπάρχει, το άλλο αυτομάτως παύει υπάρχον. Η ενοικίαση ή η πώληση της οικίας είναι η φορολογική εντελέχεια αυτής, για τα δύο δε αυτά προβλέπεται ούτως ή άλλως φορολόγηση. Γιατί άραγε θα πρέπει να πληρώνει ο φορολογούμενος φόρο και για το «δυνάμει ον», δηλαδή για το «ούπω ον»;
Σήμερα ο ταλαίπωρος ελληνικός λαός, με τα μέτρα των επιτελών του κ. Στουρνάρα και της «τρόικας», θυμούνται τακτικές και νοοτροπίες άλλων εποχών, χαλεπών και περασμένων, πλην όμως μη λησμονημένων. Τον φόρο που κυοφορείται ο λαός τον βλέπει ως φόρον κατοχής και το μυαλό του πηγαίνει ασυναίσθητα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας όπου ο πανίσχυρος και κύριος των πάντων σουλτάνος επέβαλε φόρους κατά βούλησιν. Εκτός από τον κεφαλικό φόρο που κατέβαλαν οι υπόδουλοι ραγιάδες, εξαγοράζοντας το δικαίωμα της ύπαρξης μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία (cizye), κατέβαλαν επί πλέον και το λεγόμενο haraci mukasama (= φόρος επί των προσόδων), καθώς και το λεγόμενο haraci muwazzaf (= έγγειος φόρος), δηλαδή φόρος επειδή ήταν καλλιεργητές γης, έστω κι αν η γη δεν τους ανήκε. Εννοείται ότι τους τελευταίους δύο φόρους κατέβαλαν και οι μουσουλμάνοι καλλιεργητές της γης. Επί Τουρκοκρατίας δηλαδή ο κοσμάκης επλήρωνε δύο φόρους για την ίδια πηγή εσόδων, δηλαδή την γη. Ένα για ό,τι παρήγε και ένα επειδή παρήγε. Κάτι παρόμοιο φαίνεται ότι γίνεται και σήμερα. Οι Έλληνες βλέπουν την δημοκρατική τους κυβέρνηση να τους ζητεί, εκτός από τον φόρο για τα εξ ενοικιάσεως οικοδομών έσοδά τους, να καταβάλουν και επιπρόσθετο φόρο «κατοχής». Άραγε το κράτος είναι ο πανίσχυρος σουλτάνος που ως κύριος πάντων παραχωρεί το δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης των έναντι ενιαυσίου τιμήματος;
Πηγή: Αττικό Βήμα
Got something to say? Go for it!