από Κώστα Χριστίδη

δημοσιεύθηκε στην Εστία στις 27 Ιουλίου 2013

 

Τρείς επιστήμονες συζητούν ποια επιστήμη είναι παλαιότερη. «Είναι η νομική», ισχυρίζεται ο νομικός. «Χωρίς νομικούς κανόνες, η ανθρώπινη συμβίωση θα ήταν αδύνατη». «Πριν λειτουργήσουν οι νόμοι της φυσικής», αντιτείνει ο μηχανικός, «ο κόσμος ήταν ένα χάος». «Και ποιος δημιούργησε το χάος;» ρωτά ο οικονομολόγος…

Η πλειοψηφία των εγχώριων οικονομολόγων – είτε είναι γραφειοκράτες των υπουργείων, είτε προέρχονται από τον ακαδημαϊκό χώρο – , αλλά ατυχώς ως φαίνεται, και κάποιοι «φωστήρες» από τους κύκλους της τρόϊκα, ασχολούνται με εφαρμογές περίπλοκων οικονομετρικών μοντέλων, πολλαπλασιαστές, ρεαλιστικές ή μη παραδοχές, και φαίνονται να παραβλέπουν τα βασικά. Ότι, δηλαδή, η οικονομική είναι μια κοινωνική επιστήμη που μελετά την οικονομική συμπεριφορά των ανθρώπων και, ειδικότερα, την κατανομή των πόρων που σπανίζουν μεταξύ διαφόρων χρήσεων που ανταγωνίζονται η μια την άλλη. Οι πόροι (μεταξύ των οποίων είναι τα διαθέσιμα κεφάλαια, η ποσότητα και η ποιότητα των καταβαλλομένων προσπαθειών, δηλαδή η εργασία, ο χρόνος κ.λ.π.) πάντοτε σπανίζουν διότι οι ανάγκες και οι επιθυμίες διαρκώς πολλαπλασιάζονται, πράγμα σύμφωνο με την έμφυτη τάση του ανθρώπου να βελτιώνει διαρκώς την κατάσταση του. Η πεμπτουσία της οικονομικής δραστηριότητας είναι η προσπάθεια για την επίτευξη των καλύτερων δυνατών αποτελεσμάτων με χρήση των δεδομένων πόρων ή – όπερ το αυτό – η επίτευξη των ιδίων αποτελεσμάτων με χρήση όσο το δυνατόν λιγότερων πόρων.

Όταν ένα υπερτροφικό, πελατο-κεντρικό κράτος υπόσχεται, δια των πολιτικών εκπροσώπων του, διορισμούς, επιδοτήσεις, εργασιακή ασφάλεια και, γενικώς, ανταποκρίνεται στις προσοδο-θηρικές τάσεις των οργανωμένων ομάδων πιέσεως (στις οποίες είναι κατανεμημένη ολόκληρη, σχεδόν, η ελληνική κοινωνία, πλην των ανέργων και των συνταξιούχων), σαφώς πραγματοποιείται αναποτελεσματική χρήση των πόρων που σπανίζουν. Περαιτέρω συνέπεια είναι η μη αύξηση ή, μάλλον, η μείωση του ΑΕΠ, της πίτας που τρέφει όλους μας. Τις επιπτώσεις αυτής της μείωσης – της παρατεταμένης ύφεσης –υφιστάμεθα άπαντες και, κυρίως, οι «εκτός συστήματος» (οι προαναφερθέντες άνεργοι και συνταξιούχοι).

Το πραγματικό ύψος των πόρων που μεταφέρονται ετησίως προς το αδηφάγο κράτος, με αντίστοιχη επιβάρυνση των πολιτών, προσδιορίζεται από το ύψος των δημοσίων δαπανών. Οι δαπάνες αυτές χρηματοδοτούνται δια των φόρων (πάσης φύσεως και ονόματος: φόρων άμεσων και εμμέσων, ασφαλιστικών εισφορών, εκτάκτων πλην μονιμοποιηθεισών εισφορών, ειδικών τελών κ.ο.κ.) και δια δανεισμού. Η τελευταία πηγή έχει από τριετίας στερέψει και η αναγκαία δημοσιονομική εξυγίανση επιχειρείται με μια φορολογική καταιγίδα, που κατά βάση αντιμετωπίζουν οι μέχρι σήμερα συνεπείς φορολογούμενοι. Είναι χαρακτηριστικό ότι εντός των επομένων έξι μηνών θα κληθούν να καταβάλουν φόρο επί των εισοδημάτων έτους 2012, τέλος επιτηδεύματος έτους 2012, ειδική εισφορά αλληλεγγύης έτους 2012, φόρο ακίνητης περιουσίας ετών 2011, 2012 και 2013, έκτακτο ειδικό τέλος ακινήτων έτους 2013, φόρο πολυτελούς διαβίωσης, τέλη κυκλοφορίας οχημάτων έτους 2014, πέραν των έμμεσων φόρων και των ασφαλιστικών εισφορών. Η φορο-καταιγίδα αυτή, από μόνη της, είναι ικανή να συνθλίψει κάθε αναπτυξιακή ικμάδα της ελληνικής οικονομίας.

Υπάρχει, εν τούτοις, εναλλακτική πορεία. Αυτή βασίζεται στην επιχειρηματολογία που χρησιμοποίησε η ελληνική κυβέρνηση για να πείσει την τρόϊκα να δεχθεί (πιλοτικά, για ένα πεντάμηνο) την μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση από 23% σε 13%. Σύμφωνα με τα λεχθέντα από τον Υπουργό Οικονομικών, «το χαμηλότερο κόστος στις υπηρεσίες εστίασης δίνει στην Ελλάδα ένα ακόμη ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, ως τουριστικό προορισμό, και βεβαίως στηρίζει και έναν σημαντικό για την οικονομία μας κλάδο. Από την αύξηση του τζίρου περιμένουμε πως θα μειωθεί σημαντικά το πιθανό κενό εσόδων από την μείωση του συντελεστή». Το ίδιο ορθό σκεπτικό ισχύει και για την φορολόγηση των ακινήτων, των Ι.Χ. αυτοκινήτων και, γενικώς, κάθε άλλου κλάδου και κάθε οικονομικής δραστηριότητας.

Περισσότερη, όμως, σημασία από την μείωση των φορολογικών συντελεστών έχει η απλοποίηση του φορολογικού συστήματος. Η σημερινή τραγελαφική κατάσταση έχει ως αποτέλεσμα κατά μήνα Ιούλιο 2013 – και εν μέσω βαθύτατης κρίσης – να μην έχουν υποβληθεί οι φορολογικές δηλώσεις εισοδήματος 2012 (!). Προς την κατεύθυνση αυτή θα ήταν ευεργετική η καθιέρωση ενιαίου φόρου εισοδήματος (flat tax), όπως με συνέπεια υποστηρίζει από ετών η «Εστία» στην αρθρογραφία της (και ο γράφων). Αυτό θα έλυνε και το πρόβλημα φορολογίας πολλών ταχυτήτων για ίδιο ύψος εισοδήματος, ανάλογα με την δραστηριότητα κάθε φορολογούμενου.

Ο ορθότερος, πάντως, δρόμος προς την δημοσιονομική εξυγίανση περνά μέσα από την μείωση των δημοσίων δαπανών, όχι με οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων, αλλά με συρρίκνωση του κράτους-μαμμούθ, με κατάργηση άχρηστων ή αντιπαραγωγικών υπηρεσιών και οργανισμών (είναι χαρακτηριστική η επιβίωση του επτάψυχου Οργανισμού Αποξηράνσεως της Λίμνης Κωπαΐδος!) και ταυτόχρονη βελτίωση του τρόπου λειτουργίας του με εφαρμογή αρχών και συστημάτων του σύγχρονου μάνατζμεντ.

Απλό και σταθερό φορολογικό σύστημα, πολιτική και νομισματική σταθερότητα, μικρότερο και πιο αποτελεσματικό κράτος, μείωση της γραφειοκρατίας, κλίμα φιλικό προς την επιχειρηματικότητα είναι οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την δημιουργία πλούτου, ο οποίος μόνον αφού υπάρξει, μπορεί και να κατανεμηθεί δικαιότερα. Απλές οικονομικές αλήθειες που συνήθως λησμονούνται…