Γράφει ο Γιώργος Μπιλλίνης*

Δημοσιεύθηκε στο www.marketnews.gr

 

Ο Βαρώνος Τζων Μέϋναρντ Κέϋνς (1883 – 1946) ήταν Άγγλος οικονομολόγος, μαθηματικός, καθηγητής πανεπιστημίου, συγγραφέας και ανώτατος κρατικός υπάλληλος. Υπήρξε θιασώτης της κλασσικής οικονομικής σχολής, της φιλελεύθερης σκέψης για την οικονομία της αγοράς. Επινόησε όμως μία εκδοχή της, αυτή που έγινε γνωστή ως Κεϋνσιανή σχολή στην οικονομική επιστήμη.

Ο Κέϋνς πολύ γρήγορα, ήδη από το 1919, με το βιβλίο του «Οι Οικονομικές Συνέπειες της Ειρήνης» ξεδίπλωσε την οικονομική του σκέψη και μια προβλεπτικότητα καθοδηγούμενη από αντικειμενικά δεδομένα της εποχής, που όλοι οι σύγχρονοι του γνώριζαν, αλλά δεν ήσαν σε θέση να αξιολογήσουν ορθά. Υποστήριξε ότι η Γερμανία δεν είχε την ικανότητα να εξυπηρετήσει τις τεράστιες πολεμικές αποζημιώσεις που τις καταλόγισαν με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών οι νικήτριες δυνάμεις του Α Παγκοσμίου Πολέμου και ότι ο παραλογισμός της συμμαχικής εκδικητικότητας μοιραία θα οδηγούσε στην επανάληψη του φαινομένου σε ακόμη πιο καταστροφική κλίμακα. Προείδε δηλαδή το Β’ ΠΠ 20 χρόνια πρίν.

Το 1936 συγγράφει τη «Γενική Θεωρία της Απασχόλησης του Τόκου και του Χρήματος». Στο δεύτερο αυτό βιβλίο πραγματεύεται το μεγάλο πρόβλημα της ανεργίας που αντιμετώπιζε ο δυτικός κόσμος μετά το κραχ του 1929.

Πρότεινε λοιπόν τη χρηματοδότηση της οικονομίας και των επιχειρήσεων με κρατική παρέμβαση και δαπάνη, ώστε να αποτραπεί η αύξηση της ανεργίας και να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας με κάθε τρόπο. Κλασσική έμεινε η ατάκα του ότι «Για να σωθεί η οικονομία, το Κράτος πρέπει να προσλαμβάνει έναν εργάτη για να ανοίγει μια τρύπα και έναν άλλο εργάτη για να την κλείνει».

Η Κεϋνσιανή Σχολή συνιστά διανομή μέρους των κερδών του κεφαλαίου στις φτωχότερες τάξεις, με τη μορφή κοινωνικών και άλλων παροχών (όχι ως άμεσες εισοδηματικές ενισχύσεις), προκειμένου να αποφεύγονται η κοινωνική δυσαρέσκεια και οι αναταραχές, να προλαμβάνονται οι ρήξεις  και να μην τίθεται σε κρίση ο καπιταλισμός. Αυτή η πρόταση αποτέλεσε μεταπολεμικά τη Βίβλο της σοσιαλδημοκρατίας, επάνω στην οποία στηρίχθηκε το «Κοινωνικό Συμβόλαιο» μεταξύ κράτους και πολιτών. Έτσι γεννήθηκε, στήθηκε και διευρύνθηκε το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος. Προϋπόθεση βέβαια για να λειτουργήσει το «Συμβόλαιο» ήταν να υποστηρίζεται από μια στιβαρή οικονομική βάση. Να παράγεται δηλαδή πλούτος και πλεονάσματα, ώστε να υφίσταται το περιθώριο των κοινωνικών μεταβιβάσεων. Αυτό ήταν δυνατό μόνο στις ισχυρές βόρειες και κεντροευρωπαϊκές οικονομίες. Και σε αυτές ήταν τελικά που άνθησε και μακροημέρευσε η σοσιαλδημοκρατία.

Ο Κεϋνσιανισμός λειτούργησε αποτελεσματικά μέχρι τη πετρελαϊκή κρίση του 1973. Ύστερα η «συνταγή» του εμφάνισε σημεία αδυναμίας να αντιμετωπίσει τη κρίση. Η συνέχιση της εφαρμογής του από τις κυβερνήσεις οδήγησε σε στασιμοπληθωρισμό, κατά τη διάρκεια του οποίου ούτε ανάπτυξη επιτυγχανόταν, ούτε η ανεργία μειωνόταν, ενώ παράλληλα αυξανόταν ο πληθωρισμός.

Η εμμονή στην ίδια πολιτική βύθισε πολλές χώρες σε υπερχρέωση, χωρίς ανάπτυξη, και σε κοινωνική απορρύθμιση. Είχε φθάσει πιά η ώρα να εφαρμοστούν οι ιδέες του Φρήντμαν, που προέβλεπαν αποφυγή «νόθευσης» της λειτουργίας της αγοράς μέσω κρατικών παρεμβάσεων. Οι Ρήγκαν και Θάτσερ ανέλαβαν να τις υλοποιήσουν στον αγγλοσαξονικό χώρο. Η προσπάθεια τους στέφθηκε μερικώς με επιτυχία. Το τοπίο σε ΗΠΑ και Βρετανία μεταβλήθηκε αισθητά προς το καλύτερο. Την ίδια ώρα η υπόλοιπη Ευρώπη επέμενε Κεϋνσιανά. Και εισέπραττε τα επίχειρα της αποτυχίας.

Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι εκείνη την εποχή, την εποχή που κυριάρχησε η εφαρμοσμένη Κεϋνσιανή αντίληψη, η ευρωπαϊκή αριστερά την επέκρινε σφοδρά, χαρακτηρίζοντας την δεκανίκι για τη σωτηρία του καπιταλισμού και ξεροκόμματο που πετά το κεφάλαιο προς την εργατική τάξη, για να της κρατά το στόμα κλειστό.

Στην Ελλάδα από τη μεταπολίτευση και μετά εφαρμόστηκε ένα περίεργο μείγμα οικονομικής πολιτικής, που προσπαθούσε να μιμηθεί το Κεϋνσιανό μοντέλο, αλλά σε περιβάλλον απουσίας των βασικών προϋποθέσεων (υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, πλεονάσματα) που αυτό θέτει για να τυγχάνει εφαρμογής.

Ένα ιδιόμορφο μοντέλο αγοράς διανθισμένο από μία υπερβολική παρεμβατικότητα και έλεγχο του κράτους σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Ένα μοντέλο, που στηρίχτηκε στην ολοένα μεγαλύτερη συμμετοχή του κράτους στο ΑΕΠ, στην αποβιομηχάνιση, στη προσοδοθηρία, στις πελατειακές σχέσεις μεταξύ πολιτικού συστήματος και πολιτών. Το ελληνικό οικονομικό μοντέλο όχι άδικα αποκλήθηκε «πελατειακός παρεοκρατικός παρασιτικός καπιταλισμός» και δεν έχει καμία σχέση με τη Κεϋνσιανή λογική ή με τη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Εκεί επιχειρούσαν παραγωγικά και διένεμαν μέρος του παραχθέντος πλούτου. Εδώ διένεμαν από μία πίτα που δεν είχε ακόμη παραχθεί, ούτε υπήρχαν οι προϋποθέσεις για να μεγαλώσει.  Μετέτρεπαν με πελατειακά κριτήρια σε προσοδοθηρικά εισοδήματα τα δανεικά και τις κοινοτικές χρηματοδοτήσεις, που προορίζονταν για αναπτυξιακούς σκοπούς και για γεωργικές αναδιαρθρώσεις !!!

Κι όμως, ενάντια σε κάθε οικονομική λογική, η επεκτατική πολιτική με δημόσιο δανεισμό για ενίσχυση της κατανάλωσης, παρότι αποσταθεροποιούσε την οικονομία, άντεξε στο χρόνο. Ενισχύθηκε μάλιστα στο μέγιστο βαθμό μετά την ένταξη της χώρας στη νομισματική ένωση του ευρώ και την ευχέρεια για μεγαλύτερο και φθηνό δανεισμό που παρείχε η σταθερότητα και η ισχύς του νέου νομίσματος. Το διάστημα 2007-2009 η άγνοια κινδύνου και ο παραλογισμός του πολιτικού συστήματος οδήγησαν την πομφόλυγα της ελληνικής οικονομίας σε φάση διάρρηξης της. Η αμετροέπεια μετατράπηκε σε «ύβριν». Παραβιάστηκε κάθε κανόνας οικονομικής λογικής και σύνολη η χώρα ζούσε σε μια εικονική πραγματικότητα επίπλαστης ευημερίας. Το ξέσπασμα της κρίσης, που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ, αποκάλυψε και ανέδειξε τα προβλήματα της χώρας. Ελλείμματα και χρέος ξεπερνούσαν κάθε ανεκτό όριο. Η οικονομία διακρινόταν από παραγωγικό έλλειμμα και στηριζόταν συντριπτικά στη κατανάλωση. Οι εισαγωγές ήσαν τριπλάσιες από τις εξαγωγές. Το υπερτροφικό δημόσιο συνεχώς μεγεθυνόταν.

Οι αγορές σταμάτησαν να μας δανείζουν. Η κυβέρνηση οδηγήθηκε τελικά στην υπογραφή δανειακής σύμβασης με τη τριμερή ΕΕ – ΕΚΤ – ΔΝΤ, με σκοπό τη χρηματοδότηση ενός προγράμματος περιοριστικής πολιτικής, ήτοι δημοσιονομικής προσαρμογής, εξάλειψης των ελλειμμάτων, ανάκτησης ανταγωνιστικότητας, μείωσης της κατανάλωσης και παραγωγής πλεονασμάτων. Στο κρίσιμο αυτό σταυροδρόμι το πολιτικό σύστημα έθεσε καθοριστικά τη σφραγίδα του. Επέλεξε να μην προχωρήσει τη προσαρμογή με περιορισμό των δαπανών τόσο, όσο με αύξηση των εσόδων. Η αντιφιλελεύθερη, αλλά και αντικεϋνσιανή, φορομπηχτική αυτή πολιτική αποστράγγισε την αγορά και εξαφάνισε και τα τελευταία ίχνη ρευστότητας. Η ύφεση εκτροχιάστηκε. Η ανεργία απειλεί τη κοινωνική συνοχή. Οι απαραίτητες διαρθρωτικές αλλαγές, που θα άλλαζαν σελίδα στην οικονομία και θα αντιστάθμιζαν την ύφεση και την ανεργία, ολοένα αναβάλλονται, ακυρώνονται ή απονευρώνονται.

Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, όπου το ακολουθούμενο παλαιό και στρεβλό μοντέλο εξεμέτρησε το ζήν, έχοντας εξουθενώσει τις αντοχές της οικονομίας, οι ισχυρές αντιστάσεις πολιτικού συστήματος και κοινωνίας δεν επιτρέπουν την υιοθέτηση ενός νέου. Ακολουθούμε μέν (με άπειρες αντιστάσεις) τη συμφωνημένη πολιτική της δημοσιονομικής προσαρμογής, αλλά αναπολούμε  τις «καλές ημέρες» της πρότερης ευημερίας και κατά βάθος πιστεύουμε ότι, εφόσον ξεπεραστεί το βασικό στάδιο της κρίσης, θα μπορέσουμε να συνεχίσουμε στα μονοπάτια που τόσα χρόνια είχαμε συνηθίσει. Πέραν των ολιγάριθμων μεταρρυθμιστών, το σύνολο του πολιτικού συστήματος προσβλέπει στην άσκηση επεκτατικών πολιτικών εκ νέου. Ακόμη και οι προτάσεις όλου του φάσματος της αντιπολίτευσης συγκλίνουν στη θέση να εξασφαλίσει το κράτος χρήματα και να τονώσει τη κατανάλωση μέσω εισοδηματικών ενισχύσεων. Ο Κεϋνσιανισμός έφθασε να αποτελεί το κεντρικό πρόταγμα της αριστερής πρότασης για έξοδο από τη κρίση (;).

Η Κεϋνσιανή πολιτική ενδείκνυται ως ένα ισχυρό εργαλείο αντικυκλικής πολιτικής για περιπτώσεις κρίσεων που συνδέονται με μείωση της ζήτησης και της κατανάλωσης. Αναγκαία και ικανή συνθήκη όμως για την επιτυχή εφαρμογή της είναι η δημοσιονομική πολιτική να είναι ελλειμματική στη καθοδική φάση του κύκλου και πλεονασματική στην ανοδική, ώστε τότε να αναιρείται το χρέος που σωρεύεται κατά την υφεσιακή περίοδο της πιστωτικής επέκτασης. Σήμερα δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις για την άσκηση επεκτατικής πολιτικής, για μια σειρά από λόγους.

Ο βασικότερος λόγος είναι ότι η κρίση «συνέλαβε» υπερχρεωμένες τις περισσότερες οικονομίες της ευρωζώνης. Το χρέος υπερέβαινε κατά πολύ το όριο του 60% (όριο Μάαστριχτ). Η επεκτατική πολιτική στα χρόνια του ανοδικού κύκλου έχει υπονομεύσει τη δυνατότητα συνέχισης της και στα υφεσιακά χρόνια. Μόνο η Γερμανία, χάρις στην «ατζέντα Σρέντερ 2010», (και οι Ολλανδία, Αυστρία, Φινλανδία) αποθεματοποιούσαν πλεονάσματα, όταν ο Νότος σώρευε ελλείμματα και χρέη. Ειδικά στην Ελλάδα,  όπου εφαρμόστηκε επεκτατική πολιτική παροχών τα προηγούμενα 30 χρόνια αδιάλλειπτα,  το χρέος έχει σκαρφαλώσει σε δυσθεώρητα ύψη, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη περαιτέρω συνέχιση πολιτικών τόνωσης της ζήτησης. Πέραν του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν πρόθυμοι δανειστές, δεν πρόκειται να αποδώσει, διότι θα οδηγήσει σε ακόμη πιο αβίωτα επίπεδα το χρέος. Βέβαια, η πλειονότητα εκείνων που προτείνουν επαναφορά σε επεκτατικές πολιτικές, αντιλαμβανόμενοι την αδυναμία εξυπηρέτησης χρέους τέτοιου μεγέθους, εισάγουν στην ατζέντα ζήτημα διαγραφής μέρους αυτού. Αυτό όμως είναι αδύνατο να γίνει μονομερώς, χωρίς συναίνεση των πιστωτών. Αλλά αδύνατο είναι να αποδεχθούν και οι πιστωτές την απομείωση του, μιας και αυτοί πλέον είναι κράτη, λαοί και κεντρικές τράπεζες και όχι οι ριψοκίνδυνες αγορές..

Ένας δεύτερος λόγος είναι πώς η εφαρμογή επεκτατικής πολιτικής αποδείχθηκε εξαιρετικό εργαλείο για την αντιμετώπιση κυκλικών υφέσεων. Είναι όμως εργαλείο βραχυπρόθεσμης πολιτικής. Εάν η κρίση επιμένει και η οικονομία δεν γυρίζει ανοδικά, η επεκτατική πολιτική καθίσταται ανήμπορη και αδύνατη να συνεχιστεί επί μακρόν. Άλλωστε για πόσο διάστημα και μέχρι ποίου ορίου μπορεί να συνεχίζεται η συσσώρευση χρέους, από μια ήδη υπερδανεισμένη οικονομία;

Κατά τρίτον η «Κεϋνσιανή πρόταση» αδυνατεί να προσφέρει απάντηση όταν η κρίση δεν είναι κυκλική, αλλά οφείλεται σε διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας και παρουσιάζει ανάλογα χαρακτηριστικά. Όταν το πρόβλημα δεν είναι βραχυπρόθεσμο, αλλά διαρθρωτικό, προφανώς δεν επιλύεται με πολιτικές διαχείρισης της ζήτησης. Τότε η απάντηση στη κρίση δεν εξαντλείται στην επιλογή μεταξύ επεκτατικής ή περιοριστικής πολιτικής• επεκτείνεται στην ανάγκη εφαρμογής διαρθρωτικών αλλαγών, σειράς δηλαδή παρεμβάσεων στις ίδιες τις δομές και τα χαρακτηριστικά της οικονομίας, που θα την «απελευθερώσουν» από αγκυλώσεις, αναχρονισμούς και δεσμά και θα επιτρέψουν τη μετεξέλιξη και απεμπλοκή της από τη κρίση.

Η απροθυμία υλοποίησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων μοιραία οδηγεί σε μεγαλύτερη ύφεση. Είτε με περιοριστική, είτε με επεκτατική πολιτική. Τις συνέπειες της πρώτης περίπτωσης τις βιώνουμε ήδη 3,5 χρόνια. Τις συνέπειες της δεύτερης τις κατανοήσαμε πλήρως, όταν αποκαλύφθηκαν οι αιτίες που οδήγησαν στη κρίση. Επομένως δεν χρειάζεται να τις ξαναζήσουμε για δεύτερη φορά.
Βιβλιογραφία:
1. «Γενική Θεωρία της Απασχόλησης του Τόκου και του Χρήματος»: John Maynard Keynes. Εκδόσεις Παπαζήση. 2001.
2. «Οι όψιμοι φίλοι του Κέϋνς» : Πάσχος Μανδραβέλης. «Η Καθημερινή»/ «Τέχνες και Γράμματα», 7.10.2012.
3. «Η Ελλάδα στη κρίση» : Τάσος Γιαννίτσης. Εκδόσεις Πόλις. 2013.

*Aρχιτέκτονας μηχανικός – επιχειρηματίας. Διευθύνων Σύμβουλος κατασκευαστικής επιχείρησης.

Πηγή: MarketNews