Γράφει ο Μιχάλης Μιχαηλίδης

Δημοσιεύθηκε στο www.eyedoll.gr

 

Στις 8 Ιουνίου του 2000 έπεφτε θανάσιμα τραυματισμένος στη Λ. Κηφισίας ο Βρετανός στρατιωτικός ακόλουθος Στίβεν Σάντερς, από τα πυρά των εκτελεστών της 17 Νοέμβρη.

Ήταν η τελευταία μεγάλη πράξη πολιτικής βίας της συγκεκριμένης οργάνωσης, που για εικοσιπέντε χρόνια ταλαιπώρησε την πολύπαθη δημοκρατία μας στο όνομα της αντιφασιστικής, αντιιμπεριαλιστικής δράσης της, με βομβιστικές ενέργειες, ληστείες τραπεζών, δολοφονίες πολιτικών, δημοσιογράφων, ανθρώπων του κεφαλαίου.

Δύο χρόνια αργότερα με αφορμή ένα τυχαίο γεγονός, ξεκίνησε το κουβάρι της εξάρθρωσης της, με τελικό στόχο τον αποδεκατισμό της, κάτι που η πολιτική τάξη αδυνατούσε να δρομολογήσει κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ετών.

Η ύπαρξη της οργάνωσης είχε δημιουργήσει ένα μύθο στο όνομα του αγώνα της λαϊκής πάλης εναντίον του καπιταλισμού, των ξένων δυτικών υπερδυνάμεων και της πολιτικής εξουσίας, με αποτέλεσμα να συνεχισθούν η λεηλασία περιουσιών, οι καταλήψεις δημόσιων κτηρίων, το αντάρτικο πόλης, με καινούργιους «πυρήνες» που έβρισκαν χώρο έκφρασης με πράξεις που εμπίπτουν στις διατάξεις του κοινού ποινικού δικαίου.

Έτσι, αμέσως μετά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, ένα «μαγικό χέρι» οδήγησε σε ένα συντονισμένο «κίνημα» με πρακτικές λεηλασίας και καταστροφής απ’ άκρου σε άκρο σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, με αποκορύφωμα την Αθήνα, όπου κατά τη διάρκεια της πορείας εκτυλίχτηκε το μεγαλύτερο πλιάτσικο που γνώρισε ποτέ η πρωτεύουσα.

Η κοινοβουλευτική αριστερά δεν τόλμησε να ερμηνεύσει το φαινόμενο με όρους πολιτικής βίας και εγκληματικής συμπεριφοράς, αλλά προτίμησε να αναγάγει το γεγονός σε απλή, εντατική, πολιτική διαμαρτυρία, του μαζικού νεολαιίστικου κινήματος.

Η πυρπόληση της Μαρφίν ενάμιση χρόνο αργότερα και ο χαμός τριών νέων ανθρώπων και ενός αγέννητου μωρού, αφενός επικύρωσε την αδυναμία των κυβερνήσεων, την «ένοχη σιωπή» τους στην εξέλιξη και αντιμετώπιση του φαινομένου, αφετέρου δε, αποτέλεσε το έναυσμα για την «οπισθοχώρηση» του αντιεξουσιαστικού μετώπου, δεδομένου ότι το θλιβερό γεγονός λειτούργησε διχαστικά μεταξύ των δυνάμεών του.

Η κρίση ήταν ήδη εδώ.

Η απότομη οικονομική δυσπραγία, οι συνέπειες των μνημονιακών συμβάσεων σε όλο και μεγαλύτερα στρώματα του πληθυσμού, η ρητορική της τυφλής αντιμνημονιακής οργής, επέτρεψαν με κινητήριο μοχλό πολλές χιλιάδες απλών πολιτών και την ψήφο τους, τη διόγκωση της πιο αποκρουστικής, θεωρητικά αντισυστημικής, κοινοβουλευτικής δύναμης της Χρυσής Αυγής.

Η  πλατεία ήταν γεμάτη, αλλά στο όνομα του αντικοινοβουλευτικού φανατισμού, ενώθηκαν οι φωνές δεξιών, αριστερών, απλών πολιτών, με αυτές του κεκαλυμμένου ναζισμού και του εθνολαϊκισμού. Έτσι σκεπάστηκε η διαχωριστική γραμμή των δυνάμεων του λεγόμενου συνταγματικού τόξου, ακόμα και του ΚΚΕ -που παρά τη δεδηλωμένη «ασέβεια» προς το Σύνταγμα, έχει ευπρεπή παρουσία στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας- με τα τάγματα εφόδου μιας οργάνωσης, που προτάσσει την ωμή φασιστική βία.

Η ικανότητα σύμπλευσης της οργάνωσης με ορισμένες από τις δυνάμεις της μόνης νόμιμης βίας, της κρατικής, λειτούργησε  θολώνοντας ακόμα περισσότερο το τοπίο, με αποτέλεσμα να απονομιμοποείται σε ορισμένες περιπτώσεις και η ίδια η κρατική βία.

Ο αδόκητος χαμός του Παύλου Φύσσα από το δολοφονικό χέρι του οπαδού του φασιστικού μορφώματος, υπήρξε η θρυαλλίδα μιας απροσδόκητης εξέλιξης, ενδεχομένως απρόσμενης για τα ελληνικά δεδομένα.

Η κυβέρνηση, στην οποία δεν μπορεί κανείς παρά να πιστώσει τη συντεταγμένη αντίδρασή της, είχε ήδη στοχεύσει τη ναζιστική παράταξη, προωθώντας πλέον στα αρμόδια όργανα της δικαιοσύνης σειρά φακέλων με στοιχεία για πιθανά κακουργήματα εκ μέρους είτε μελών, είτε στελεχών της Χρυσής Αυγής, που όπως αναφέρει το εισαγγελικό πόρισμα, λειτουργούσε ως εγκληματική οργάνωση.

Η κατά πολλούς αργή αντίδρασή της, προφανώς οφείλεται στη διαδικασία νομικής στοιχειοθέτησης των κατηγοριών, καθόσον θα υπήρχε ο κίνδυνος, η συγκεκριμένη οργάνωση να ηρωοποιηθεί, πράγμα που θα ήταν σοβαρό πλήγμα για τη δημοκρατία.

Οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας, έχουν μια χρυσή ευκαιρία. Η δημοκρατία δεν τρομοκρατείται και δεν φαλκιδεύεται με την πολιτική βία της κινηματικής αριστεράς, πολλώ δε μάλλον, με τη φασιστική, που με το μανδύα του κοινοβουλευτισμού κατάφερε να διεισδύσει στην κοινωνία, εκμεταλλευόμενη ένα αδύναμο πολιτικό σύστημα με σαθρά θεμέλια.

Τα δημοκρατικά κόμματα ίσως καταφέρουν να επανακτήσουν την ελπίδα μετά το πλήγμα που δέχτηκε ο φασισμός.

Την οποία δεν θα τη φέρει ούτε η μηδενιστική σύγκρουση, ούτε οι φωνές περί «κατοχικών κυβερνήσεων», ούτε το μαχαίρι του φονιά.

Οι ατομικές ελευθερίες και το κράτος δικαίου, είναι οι μόνες ράγες πάνω στις οποίες μπορεί να κυλήσει το τραίνο της δημοκρατίας. Κι ας κουβαλάει ένα βαρύ φορτίο.

Άλλωστε, όπως είπε η αφροαμερικανίδα Lena Horne, «Δεν είναι το φορτίο που σε συνθλίβει, είναι ο τρόπος που το κουβαλάς«.

Πηγή: eyedoll.gr