Γράφει ο Διονύσης Γουσέτης

Δημοσιεύθηκε στο www.booksreview.gr

 

Τα editorial του Φ. Γεωργελέ γράφονται για δημοσίευση στην Athens Voice. Για το βιβλίο του επέλεξε εκείνα που αφορούν την κρίση, η οποία ξέσπασε στη χώρα μας το 2009 και επισημοποιήθηκε με την προσφυγή στον μηχανισμό στήριξης στις 23 Απριλίου του 2010. Τα κείμενα που επέλεξε χρονολογούνται από το 2009 μέχρι το 2013, με την εξαίρεση ενός που δημοσιεύθηκε στις 19 Απριλίου 2007 και αναφέρει την άποψη αναγνώστη: «Τι ζόρι τραβάς ρε φίλε; Μια χαρά είναι η Ελλαδίτσα μας και αν δεν σ’ αρέσει να πας να ζήσεις αλλού».
Ο Φ. Γεωργελές έχει κατατάξει τα κείμενα που επέλεξε σε πέντε ενότητες, με πρώτη «Το χρονικό μιας προαναγγελθείσης χρεοκοπίας», στο οποίο εξηγεί με απλό και κατανοητό για έναν σκεπτόμενο άνθρωπο τρόπο το πώς φτάσαμε στη χρεοκοπία. Τα υπόλοιπα τέσσερα κεφάλαια περιγράφουν την ανορθολογική αντίδραση της ελληνικής κοινωνίας: Η άρνηση της πραγματικότητας, Διάλεξε πραγματικότητα, Η κοινωνία της μελαγχολίας, Αναζητώντας ενόχους αντί για λύσεις.
Η κεντρική ιδέα που διαπερνά τα κείμενα για το πώς φτάσαμε ως εδώ, όπως θα την συνόψιζα, είναι η ακόλουθη: Για πολλές δεκαετίες, ίσως από την αρχή της μεταπολίτευσης, αλλά σίγουρα από το 1981 που ο «χαρισματικός» Ανδρέας Παπανδρέου κέρδισε την εξουσία, οι φόροι που πληρώναμε και τα λοιπά κρατικά έσοδα δεν αρκούσαν για να καλύψουν τα κρατικά έξοδα. Η διαφορά καλυπτόταν με δανεικά από το διεθνές κεφάλαιο, από τις «αγορές». Το άνοιγμα ολοένα μεγάλωνε, μέχρι που μετά από τριάντα χρόνια δανεισμού οι «αγορές» αρνήθηκαν να μας δανείζουν άλλο. Φοβήθηκαν, δικαίως, ότι δεν θα είμαστε σε θέση να εξοφλήσουμε τα δανεικά. Έτσι, στις 23 Απριλίου του 2010, η χώρα υποχρεώθηκε να προσφύγει στον μηχανισμό στήριξης για να επιβιώσει.
Πού πήγαιναν αυτά τα λεφτά; Ο συγγραφέας διαφωνεί ότι τα έφαγαν όλα το «μεγάλο κεφάλαιο» και οι διεφθαρμένοι πολιτικοί: «Δηλαδή, τι είναι αυτή η χώρα, καμιά μπανανία της Αφρικής που ο δικτάτορας Αμίν Νταντά έβαλε τα 300 δισ. του χρέους σε ράβδους χρυσού μέσα σε μια βαλίτσα και τα πήγε στην Ελβετία;» (11.3.2010, σ. 57). Ανέφερε, ήδη από τις 11 Μαρτίου 2010, πώς σπαταλήθηκαν. Ενδεικτικά παραθέτουμε:
– «Τα κόμματα διορίζουν την εκλογική τους πελατεία στο δημόσιο, παραβιάζουν τους διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ με βουλευτικά σημειώματα, με συνέπεια το ξεχείλωμα και τη χρεοκοπία του δημοσίου».
– «Λέμε ότι τα ασφαλιστικά ταμεία δεν έχουν να πληρώσουν συντάξεις. Ενώ σ’ όλη την Ευρώπη τα όρια εξόδου από την εργασία ανεβαίνουν, στην Ελλάδα έπεσαν».
– «Πεδίο απίστευτης σπατάλης, εστίες διαφθοράς, είναι εκατοντάδες δημόσιες επιχειρήσεις παθητικές και χρεοκοπημένες, 5 χιλιάδες νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και άλλα τόσα της εκκλησίας, 10.000 ιδρύματα που δεν υποβάλλουν ισολογισμούς».
Και αργότερα διευκρίνιζε:
– «Υπερτιμολογούμε υπηρεσίες ο ένας στον άλλον. Κλέβουμε ο ένας τον άλλον. Και όλοι μαζί το κράτος. Καθώς η Ελλάδα έχανε τη μάχη της παραγωγής, ακριβαίναμε συνεχώς τις υπηρεσίες που στο εσωτερικό παρείχαμε ο ένας στον άλλον. Και όλοι διεκδικούσαμε τα λεφτά του κράτους. Αυτά που το κράτος δανειζόταν απλόχερα για να συντηρήσει το επίπεδο ζωής που θέλαμε. Μόλις τα δανεικά σταμάτησαν, ξαφνικά ήρθαν τα προβλήματα στον παράδεισο» (12.7.2012, σ. 214).
Ο Θόδωρος Σκυλακάκης [2] σε άρθρο του στην ARB παρέθεσε τα νούμερα των δαπανών για το έτος 2011. Σε σύνολο 96 δισ. ευρώ δαπανήθηκαν:
Για την μισθούς, συντάξεις, επιδόματα, ασφαλιστικά: 67 δισ.= 70%
Για τοκοχρεολύσια: 16 δισ.= 17%
Για λοιπές δαπάνες: 13 δισ.= 13%
Το 87% των δαπανών λοιπόν αποκλείεται να πήγαιναν στο «μεγάλο κεφάλαιο», όπως μας βομβαρδίζουν οι εργολάβοι της ταξικής πάλης. Πήγαιναν σε στρώματα που ισχυρίζονται ότι υπερασπίζονται. Αναλύοντας το 70% της κατηγορίας «μισθοί – συντάξεις» ανακαλύπτουμε τη διόγκωση του κράτους, που είχε φτάσει να έχει περίπου ένα εκατομμύριο υπαλλήλους. Γράφω «περίπου», διότι ούτε το κράτος γνώριζε πόσους υπαλλήλους είχε. Και το 70% δεν πάει μόνο στους μισθούς. Πάει και στα επιδόματα των πλασματικών αναπήρων και αναξιοπαθούντων. Των εργαζομένων σε πλασματικά βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα. Των συνταξιούχων με πλασματικά χρόνια υπηρεσίας. Των πλασματικών υπερωριών και αμοιβών εκτός έδρας. Των μισθών των υπαλλήλων που καλύπτουν πλασματικές ανάγκες.
Κανείς θα περίμενε ότι το σοκ της πτώχευσης θα άλλαζε την ολέθρια πελατειακή παράδοση των πολιτικών. Ότι θα τους έθετε προ των ευθυνών τους. Ότι θα ζητούσαν συγγνώμη και είτε θα αποσύρονταν από την πολιτική είτε θα έκαναν ένα βήμα πίσω για να δώσουν το προβάδισμα σε νέα πρόσωπα.
Συνέχισαν (και συνεχίζουν μέχρι σήμερα) να αναπαράγουν όλα όσα μας έφεραν σε αυτό το χάλι, το οποίο επιπλέον με τις πράξεις τους επιτείνουν. Στην ελληνική δημοκρατία της σύγκρουσης με έπαθλο την εξουσία, ο ανταγωνισμός των κομμάτων δεν γίνεται με όρους «ψηφίστε μας γιατί το πρόγραμμά μας είναι καλύτερο από των αντιπάλων μας», όπως στις χώρες της Δύσης. Γίνεται με όρους «ψηφίστε μας για να σας σώσουμε από τους πράκτορες και προδότες που σας καταστρέφουν, πριν ολοκληρωθεί η καταστροφή σας». Στην πραγματικότητα, όμως, όλοι οι πολιτικοί μας, όλα τα κόμματα παρ’ ότι αλληλοκατηγορούνται, συμφωνούν. Πού συμφωνούν; Στον κρατισμό.
Ειδικότερα για την Αριστερά, ο συγγραφέας είναι αποκαλυπτικός:
«Οι σκληροί υπερασπιστές του χρεοκοπημένου αυτού συστήματος έχουν κατασκευάσει μια μαγική εικόνα. Φωνάζουν περισσότερο απ’ όλους εναντίον του. Το κατηγορούν πιο σκληρά απ’ όλους. Αλλά όταν εμφανίζεται η παραμικρή υποψία για αλλαγή, είναι πάντα αντίθετοι. Τότε όλα όσα κατηγορούμε μετατρέπονται αμέσως σε “κεκτημένα” που υπερασπιζόμαστε. Τα κλειστά επαγγέλματα, οι κλειστές ολιγοπωλιακές αγορές, ο νόμος πλαίσιο του ’82, οι ανισότητες του ασφαλιστικού συστήματος, η επετηρίδα στους εκπαιδευτικούς, οι πρόωρες συντάξεις, τα αφορολόγητα επιδόματα, οι εθελούσιες έξοδοι, οι αθρόες προσλήψεις χωρίς διαγωνισμούς. Περίεργο. Ποιος τα ψήφισε όλα αυτά που δεν πρέπει ν’ αλλάξουν, γιατί είναι κεκτημένα δικαιώματα του λαού; Ποιος τα εφάρμοσε; Ο δικομματισμός και κυρίως το ΠΑΣΟΚ. Γιατί τότε 30 χρόνια ανάλγητο το ανεβάζουν, νεοφιλελεύθερο το κατεβάζουν; Αφού όλα είναι τόσο καλά που δεν πρέπει ν’ αλλάξουν γιατί τους κατηγορούσαν τόσα χρόνια;
Ο ελληνικός συντηρητισμός έχει αλλάξει. Οι νέοι συντηρητικοί μιλάνε “προοδευτικά”, με όλα τα μεταπολιτευτικά κλισέ, για έναν “άλλο κόσμο”, έναν παράδεισο δικαιοσύνης επί της γης. Και επειδή αυτός καθυστερεί, υποστηρίζουν προς το παρόν το παρελθόν.» (1.7.2010, σ. 72-74).
 
Οι συντεχνίες γεννήθηκαν ως οργανωμένες επαγγελματικές ομάδες της προνεωτερικής κοινωνίας. Η οργάνωσή τους δεν είναι οριζόντια, ταξική, αλλά κάθετη, επαγγελματική. Κάθε συντεχνία και στο μακρινό παρελθόν και σήμερα αγωνίζεται για την αύξηση των προνομίων της. Και το πετυχαίνει επειδή ακριβώς είναι οργανωμένη και έτσι μπορεί να εκβιάσει την κυβέρνηση με την ψήφο της, τις κινητοποιήσεις της, τον σαματά που δημιουργεί. Οι άλλες συντεχνίες κάνουν ακριβώς το ίδιο, ενώ η υπόλοιπη κοινωνία, ανοργάνωτη όπως είναι, δεν μπορεί να αμυνθεί. Ο αρθρογράφος περιγράφει τις συντεχνίες, που με τα προνόμια που απέκτησαν με τους αγώνες τους και με την ολιγωρία των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους, αφενός στερούσαν το Δημόσιο από φόρους και αφετέρου συνέλεγαν άκοπα χρήμα από την άοπλη κοινωνία.
Οι συντεχνίες φάγανε πολλά, ίσως τα περισσότερα, από τα δανεικά και αργότερα αντέδρασαν βίαια στην προσφυγή στον μηχανισμό στήριξης, δηλαδή στα μέτρα λιτότητας για να συμμαζευτεί το έλλειμμα και στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό της κοινωνίας. Κατέστρεψαν ό,τι μπορούσαν και όσο μπορούσαν.
Ο λαϊκισμός είναι πανταχού παρών όταν πρόκειται να υπερασπίσει συντεχνίες. Επιστρατεύει όλα τα λογικοφανή ή παράλογα επιχειρήματα. Για παράδειγμα, η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι κακή, γιατί οδηγεί «σε σχολεία της Αγοράς». Αλλά και η καταγραφή των δημοσίων υπαλλήλων που γίνεται αυτό τον καιρό είναι κακή, γιατί «αποκαλύπτει προσωπικά δεδομένα που δεν ξέρουμε πώς θα χρησιμοποιηθούν». Απέναντι σε τέτοιους παραλογισμούς, ο συγγραφέας αντιπαραθέτει την πραγματική κατάσταση.
Για τους καθηγητές, που πάλι ξεκίνησαν απεργίες, διαδηλώσεις, φασαρίες, με το άνοιγμα των σχολείων:
«Έχουμε πάρα πολλούς καθηγητές, 13.000 για τα ΑΕΙ, 11.000 στα ΤΕΙ, αστρονομικά νούμερα για την ποιότητα των πανεπιστημίων μας. Στη μέση εκπαίδευση οι αριθμοί είναι παράλογοι, έχουμε μιάμιση φορά περισσότερους καθηγητές από τις άλλες χώρες και τα σχολεία μας λειτουργούν με κενές θέσεις… Αντί να έχουμε σχολεία και πανεπιστημιακές σχολές που να συγκεντρώνουν τους σπουδαστές από όλη αυτή την τεράστια περιοχή γύρω μας, εμείς καταφέραμε να στέλνουμε τους Έλληνες να σπουδάζουν έξω, μέχρι και στην Πρίστινα του γιουγκοσλαβικού εμφυλίου. Ακόμα και η κατεχόμενη Κύπρος έκανε πανεπιστήμιο που συγκεντρώνει ξένους φοιτητές. Εμείς έχουμε δεκάδες χιλιάδες Έλληνες φοιτητές στο εξωτερικό». (24.6.2010, σ. 69)
Για τους γιατρούς:
«Έχουμε περισσότερους γιατρούς απ’ ό,τι ονειρευόμαστε, περισσότερους από την Αγγλία των 80 εκατομμυρίων. Κι όμως τα νοσοκομεία μας έχουν εικόνα διάλυσης… Στα ελληνικά νοσοκομεία χαμηλής ποιότητας δημιουργείται χρήμα με τα φακελάκια και την υπερτιμολόγηση ιατρικών υλικών. Με σκάνδαλα και μίζες. Αντί να αποτελούν ιατρικό προορισμό για εκατοντάδες χιλιάδες ξένους της γύρω περιοχής, που θα έρχονταν στην Ελλάδα για να βρούνε φθηνή και υψηλής ποιότητας περίθαλψη». (24.6.2010, σ. 70)
Έχει ιδιαίτερη σημασία η πολεμική του συγγραφέα στο σινάφι του. Με τη συντεχνία των κατεστημένων δημοσιογράφων και τον λαϊκισμό της:
«Οι δημοσιογράφοι παραδόξως, δεν θέτουν κανένα ζήτημα “θεσμικό”, δεν ζητάνε καμία αλλαγή στο διαπλεκόμενο ελληνικό μοντέλο ενημέρωσης. Δεν λένε τίποτα για τη διανομή της κρατικής διαφήμισης στα Μέσα του Εκβιασμού. Για τα έντυπα που κυκλοφορούν στο όνομα μιας ταχυδρομικής θυρίδας, χωρίς υπογραφές αλλά με 2-3 καταχωρήσεις ΔΕΚΟ μέσα. Για τις εφημερίδες που υπάρχουν μόνο για να κρεμάνε στο περίπτερο έναν τίτλο, χωρίς αναγνώστες. Τίποτα για τα περίεργα δάνεια –δανεικά κι αγύριστα– τις επιδοτήσεις που καταλήγουν στις τσέπες αντί στον εκσυγχρονισμό των Μέσων. Δεν αποκαλύπτουν τις εκδοτικές οφειλές από φόρους και ΦΠΑ, τη μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών στα ταμεία. Δεν λένε τίποτα που μια δεκαετία δεν προκηρύσσονται οι ραδιοτηλεοπτικές άδειες και έχουν γίνει τα ραδιόφωνα και οι τηλεοράσεις “κλειστό επάγγελμα” όπου κάποιοι πλουτίζουν πουλώντας και αγοράζοντας τις “άδειες”, την περιουσία δηλαδή του δημοσίου. Απορούν κιόλας γιατί μ’ αυτό το καθεστώς οι δημοσιογράφοι δεν χρειάζονται. Δεν βλέπουν κανένα πρόβλημα αν πληρώνει η κοινωνία με φόρους υπέρ τρίτων τις εργοδοτικές εισφορές [των ΜΜΕ]. Δεν έχουν κανένα πρόβλημα αν ο πλούτος της κοινωνίας αντί σε κοινωνικές δαπάνες πηγαίνει στη συντήρηση δεκάδων τηλεοράσεων και ραδιοφώνων, κρατικών, της Βουλής, δημοτικών, εκκλησιαστικών, κομματικών, δημιουργώντας πολιτικό χρήμα… Οι δημοσιογράφοι μοιάζουν με εκείνες τις συντεχνίες του δημόσιου τομέα που αμέριμνα απόλαυσαν τόσα χρόνια το πάρτι και τώρα που το πάρτι έληξε, με “δίκαιη οργή” κατηγορούν τους πολιτικούς όχι για το πάρτι, αλλά γιατί δεν φρόντισαν ώστε να διαρκέσει κι άλλο». (24.2.2011, σ. 97-98)
Όπως σε κάθε δύσκολη στιγμή της χώρας, βρέθηκαν και τώρα αρκετοί διανοούμενοι –οικονομολόγοι κυρίως– που εξήγησαν αναλυτικά ή τουλάχιστον συζήτησαν ορθολογικά τις αιτίες και μερικοί έδωσαν προτάσεις για την έξοδο από τη σημερινή απελπισία. Οι περισσότεροι από αυτούς περιλαμβάνονται στον τόμο που εξέδωσε η ARB, Απρονοησία και Νέμεση. Ελληνική κρίση 2001-2011.
Ο λόγος τους όμως δεν διαπερνά το φράγμα της καθυστέρησης, του φανατισμού και της απώλειας της τζάμπα καλοπέρασης, που παράγει «αγανάκτηση» και κλείνει τα αυτιά των «αγανακτισμένων» σε ό,τι δεν ηχεί ευχάριστα. Αντίθετα, τα αυτιά είναι ορθάνοιχτα σε κάθε τερατολογία, σε κάθε γελοιότητα, σε κάθε θεωρία συνωμοσίας που ανακαλύπτει ενόχους και υπόσχεται επιστροφή στην προηγούμενη χλιδή χωρίς προσπάθεια. Γι’ αυτό οι χάρτινες και ηλεκτρονικές λαϊκές φυλλάδες έχουν πλημμυρίσει από τέτοιες «θεωρίες». Δυστυχώς, ορισμένες από αυτές κατασκευάζονται από ανθρώπους που διδάσκουν στα πανεπιστήμια. «Μύθους» ονομάζει ο Φ. Γεωργελές αυτές τις «θεωρίες» και επιδόθηκε στην απομυθοποίηση αρκετών από τους πιο δημοφιλείς:
– Η προσφυγή στο ΔΝΤ ήταν κόλπο του Γ. Παπανδρέου.
– Δανειζόμαστε με ληστρικά επιτόκια από τους τοκογλύφους.
– Μπορούσαμε να βρούμε λεφτά από άλλους.
– Θα βγει ο Ολάντ και θα πέσει χρήμα στην αγορά.
– Έχουμε δικτατορία, έχουμε κατοχή, μας κυβερνούν προδότες και δωσίλογοι.
– Δεν χρωστάμε, δεν πουλάμε, δεν πληρώνουμε.
– Είναι ένα κόλπο για να μας αγοράσουν φτηνά.
– Δανείζονται με 1% και μας δανείζουν με 5%.
– Δεν κάνουμε καλή διαπραγμάτευση, ο ΣΥΡΙΖΑ θα κάνει καλύτερη.
– Δεν υπάρχει τρόπος να μας βγάλουν από το ευρώ.
– Μακάρι να αντιμετωπίζαμε περήφανα την κρίση, όπως η Αργεντινή.
– Το ΔΝΤ έγινε «καλό» και πιέζει την «κακιά» Μέρκελ.
– Η Ελλάδα εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της.
Η απομυθοποίηση αυτών και άλλων μύθων προσφέρεται στο βιβλίο (σ. 175 έως 198), και είναι γραμμένη όχι μόνο πειστικά, αλλά και γλαφυρά.
 
Σε κάποια σημεία των γραπτών του μπορεί κανείς να διαφωνεί. Ωστόσο, δεν μπορεί να διαφωνήσει ότι ο Φ. Γεωργελές έχει συλλάβει, χωνέψει και αποδώσει την ουσία της κοινωνίας μας και της κρίσης της. Δηλαδή τις δυνάμεις που παλεύουν μεταξύ τους από τον καιρό της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους μέχρι σήμερα. Δεν είναι η πάλη των τάξεων. Ούτε η πάλη των γενεών. Ούτε ο αγώνας ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Είναι η πάλη μεταξύ εκσυγχρονισμού και καθυστέρησης, η πάλη μεταξύ της νεωτερικότητας και της στείρας παράδοσης.
Οι απόψεις του συγγραφέα δεν είναι επιφανειακές. Πηγαίνουν σε βάθος. Αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό του που τον κάνει να ξεχωρίζει από τον συνήθη δημοσιογραφικό λόγο, που πασαλείβει τα γεγονότα, πασαλείβει τις αναλύσεις, πασαλείβει τις απόψεις. Ένα δημοσιογραφικό λόγο που, όταν δεν προέρχεται από πνευματική οκνηρία, εκφέρεται για να υπηρετήσει κάποια συμφέροντα, υλικά ή ιδεολογικά. Φαίνεται παράξενο που ο Γεωργελές δεν γράφει σαν έλληνας δημοσιογράφος:
«Για να γράψω ένα editorial, διαβάζω κάθε βδομάδα 19 με 23 εφημερίδες. 2 με 3 βιβλία. Οκτώ με δέκα συνήθως βλέπω δελτία ειδήσεων. Λίγο ραδιόφωνο, τη Δευτέρα νυχτερινές πολιτικές εκπομπές, κάθε μέρα περνάω από καμιά δεκαριά ενημερωτικά sites. Χωρίς να υπολογίσω τηλέφωνα, συναντήσεις, πληροφορίες. Για 700 λεξούλες. (…) Τις μέρες, τις βδομάδες που ακολουθούν, νέα στοιχεία γίνονται γνωστά, το κείμενο θέλει διόρθωμα. Περνάνε οι μήνες, αλλάζουν τα γεγονότα, αλλάζει η πραγματικότητα, αλλάζει ο τρόπος που την αντιλαμβάνομαι. Οι απόψεις μας αλλάζουν, μόνο οι ζηλωτές μένουν ίδιοι.» [2] (29.1.2011, σ. 92-93).
Όπως είναι φυσικό, καθώς τα κείμενα του ανά χείρας βιβλίου παρακολουθούν τη ροή των πολιτικών εξελίξεων της τελευταίας τετραετίας, πολλές φορές αλληλοκαλύπτονται, ωστόσο αυτό το περιμένει κάθε αναγνώστης μιας συλλογής άρθρων. Πρέπει, τέλος, να επισημάνουμε, ότι τα κείμενα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο δεν έχουν γίνει παρωχημένα διότι η εικόνα δυστυχώς δεν άλλαξε. Είμαι σίγουρος ότι, αν ποτέ καταφέρουμε να καταστήσουμε παρωχημένα τα κείμενα αυτά, ένας από τους πρώτους που θα το γιορτάσει θα είναι ο συντάκτης τους.


[1] Θόδωρος Σκυλακάκης, «Η διαχείριση της απόγνωσης», ARB, τχ. 25, Ιαν. 2012, διαθέσιμο στο http://tiny.cc/23882w
[2] Διαθέσιμο στο http://tiny.cc/24882w