Γράφει ο Γεώργιος Αγαλιώτης

Δημοσιεύθηκε στο facebook

 

Η Ελληνική γραφειοκρατία είναι παροιμιώδης. Για αυτόν ακριβώς το λόγο το να δοκιμάσεις να ιδρύσεις και να λειτουργήσεις έστω και μία μικρή ατομική επιχείρηση στη Ελλάδα θεωρείται «Ηράκλειος άθλος».

Πιο πρόσφατο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτά που διαδραματίστηκαν τη περασμένη Δευτέρα, στα κατά τόπους εμπορικά επιμελητήρια της χώρας. Τη συγκεκριμένη ημερομηνία έληγε η προθεσμία υποβολής του φυσικού φακέλου δηλ. όλων των πιστοποιητικών που ήταν απαιτούμενα για την έναρξη υλοποίησης των εγκεκριμένων και επιλεγμένων πολύ μικρών επιχειρήσεων της Δράσης του ΕΣΠΑ «γυναικεία επιχειρηματικότητα».

Επρόκειτο για περίπου 2.444 πολύ μικρές επιχειρήσεις(ειδικά για γυναίκες άνεργες, απολυμένες, απειλούμενες από την ανεργία και αυτοαπασχολούμενες γυναίκες με εισόδημα κάτω από το όριο της φτώχειας, ηλικίας από 18 έως 64 ετών), οι οποίες μετά τη φάση της αξιολόγησης και έγκρισης έπρεπε να υποβάλλουν τα πιστοποιητικά-δικαιολογητικά της έναρξης επιτηδεύματος, την εγγραφή στα ταμεία αυτασφάλισης τις νόμιμες άδειες λειτουργίας (όπου απαιτείτο) και κάποια άλλα δικαιολογητικά που αφορούσαν τη πρόσληψη του προσωπικού τους, προκειμένου να είναι σε θέση να επιδοτηθούν για ποσά των 30.000-32.000 ευρώ κατά μέσο όρο για την αρχική δεκαοκτάμηνη λειτουργία τους.

Καταστάσεις κωμικοτραγικές εκτυλίχθηκαν σε πολλά κατά τόπους εμπορικά επιμελητήρια, για πολλές από τις εκκολαπτόμενες επιχειρηματίες.

Ο λόγος πολύ απλός για όσους κινούνται χρόνια στην αγορά. Για τις νέες όμως αυτές επαγγελματίες υπήρχε στις περισσότερες περιπτώσεις αδυναμία κατανόησης του τι πραγματικά συνέβαινε και για ποιο λόγο.

Βλέπετε για πλείστες από αυτές ήταν η πρώτη φορά που θα επιχειρούσαν και εφόσον οι δραστηριότητες της επιχείρησής τους προϋπέθεταν αδειοδότηση από κάποια δημόσια αρχή, τα πράγματα ήταν πραγματικά δύσκολα και πολυσύνθετα. Οι περισσότερες αδυνατούσαν να κατανοήσουν πως η κατάθεση φακέλου δικαιολογητικών στην αρμόδια Δημόσια ή Δημοτική υπηρεσία για προέγκριση αδειοδότησης δε σημαίνει αυτόματα και προέγκριση. Αδυνατούσαν να κατανοήσουν γιατί θα έχαναν το πρόγραμμα για το οποίο είχαν επιλεγεί, λόγω αδυναμίας αυτών των υπηρεσιών να εξυπηρετήσουν ή να παρέχουν τα ζητούμενα πιστοποιητικά στην ώρα τους και για ποιο λόγο χρειάζονται από 15 ημέρες έως και 2 μήνες να παραλάβουν τα πιστοποιητικά ή τις προεγκρίσεις. Μάταια πολλοί σύμβουλοι επιχειρήσεων προσπαθούσαν να τους εξηγήσουν τον τρόπο λειτουργίας του «συστήματος».

Το πρόβλημα δε σταματά εκεί. Έχει και προεκτάσεις.

Λείπει η προέγκριση αδειοδότησης; Αδύνατη η έναρξη εργασιών στη Δ.Ο.Υ μιας και η προέγκριση είναι προαπαιτούμενο έγγραφο. Λείπει η έναρξη εργασιών στην αρμόδια Δ.Ο.Υ; Αδύνατη η έναρξη εργασιών στο ΙΚΑ προκειμένου να προχωρήσουν σε πρόσληψη εργαζόμενου.

Το τραγελαφικό αυτών των καταστάσεων που για όσους επιχειρούν ακόμη στη χώρα θεωρείται πλέον «συνηθισμένο», είναι πως ο Γολγοθάς τους δε θα σταματήσει εδώ αφού μετά τη προέγκριση πρέπει να έλθει η έγκριση(με πληρωμή των αναλόγων παραβόλων φυσικά). Εκεί απαιτείται ακόμα μεγαλύτερος κόπος, χρόνος και έξοδα φυσικά αφού είναι δυνατόν να εμπλέκονται περισσότερες από δυο ή τρείς δημόσιες υπηρεσίες.

Τελικά από τις 2.444 επιτυχούσες μόνον οι 1.356 κατάφεραν να ανταποκριθούν στα προαπαιτούμενα, με αποτέλεσμα το αρμόδιο Υπουργείο να δώσει παράταση μιας εβδομάδας. Η παράταση δόθηκε προκειμένου να διευκολυνθούν οι επιτυχούσες που δεν μπόρεσαν να εξασφαλίσουν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά λόγω απεργιακών κινητοποιήσεων σε ορισμένες υπηρεσίες, σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση.

Καταστάσεις σαν και αυτή που περιγράφω είναι μόνον ένα πολύ μικρό δείγμα από τα προβλήματα που θα αντιμετωπίσει, όποιος θέλει σε τούτη τη χώρα να ρισκάρει να ιδρύσει επιχείρηση και να επενδύσει σε οποιαδήποτε κλίμακα μικτή ή μεγάλη, ακόμα και με επιδότηση-επιχορήγηση.

Πρόκειται για καίριο σημείο, το οποίο στη παρούσα δεινή οικονομική κατάσταση μιας χώρας με έξι έτη συνεχόμενης ύφεσης θα έπρεπε να απασχολεί πρωτίστως τη πολιτεία. Το καίριο αυτό σημείο είναι ο τρόπος με τον οποίο θα αρθούν τα όποια αντικίνητρα υπάρχουν για την επιχειρηματικότητα, νέα και παλιά.

Μιλάμε συνέχεια για ανάπτυξη που θα έλθει από την ίδρυση επιχειρήσεων και για επενδύσεις που απαιτούνται αλλά αντ’ αυτού κάνουμε ότι ακριβώς αντιτίθεται στις βασικές οικονομικές αρχές για να την επιτύχουμε. Αυξάνουμε υπέρμετρα τη φορολογία, δε καταπολεμούμε τη γραφειοκρατία, δε δημιουργούμε ενιαίες βάσεις δεδομένων για όλες τις Δημόσιες υπηρεσίες, δε προχωρούμε στην αναπλήρωση σοβαρότατων ελλείψεων σε έργα υποδομής (κυρίως όσον αφορά τις μεταφορές), δε καταπολεμούμε τη πολυνομία, την ανομία και τη παρασιτικότητα και γενικότερα δεν εφαρμόζουμε όλες εκείνες τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις (σχεδιάζοντας και εφαρμόζοντας ένα νέο παραγωγικό μοντέλο) που θα έδιναν στη χώρα το συγκριτικό πλεονέκτημα, χαρακτηρίζοντάς τη ως «φιλικό» προορισμό για επιχειρήσεις και επενδυτές, είτε ντόπιους είτε ξένους. Το μόνο πλεονέκτημα που ευτυχώς έχουμε ακόμη είναι η γεωγραφική μας θέση αλλά είναι παραπάνω από εμφανές πως δεν είναι αρκετό.

Είναι επιτακτική ανάγκη λοιπόν να αρχίσουμε αν και είναι ήδη πολύ αργά ,να εφαρμόζουμε τουλάχιστον κάποιες τομές σε πράγματα αυτονόητα.

Θα ήταν ακατόρθωτο ή αδιανόητο οι υπηρεσίες μιας στάσης που ήδη λειτουργούν θεσμοθετημένα, να είναι σε θέση εντός της ίδιας εργάσιμης ημέρας να δίνουν αρχικό πιστοποιητικό έναρξης εργασιών επιχείρησης και κατόπιν εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, να χορηγούν οι ίδιες μέσω ενιαίας βάσης δεδομένων προέγκριση αδείας ή την άδεια όπου απαιτείται;

Θα ήταν ακατόρθωτο ο ιδρυτής ή οι ιδρυτές μιας επιχείρησης να μπορούν ταυτόχρονα με την έναρξη εργασιών, να πραγματοποιούν στο ίδιο σημείο έναρξη εργασιών στο ασφαλιστικό ταμείο ή στον ΟΑΕΔ και να προσλαμβάνουν αμέσως προσωπικό;

Η απάντηση και στα δύο είναι πως όχι μόνον δεν είναι ακατόρθωτο ή αδιανόητο αλλά και επιβεβλημένο να γίνεται, εκ των περιστάσεων και των διαμορφωμένων αναγκών. Μόνο προαπαιτούμενο μια ενιαία βάση δεδομένων ή ηλεκτρονική σύνδεση μεταξύ των εμπλεκόμενων υπηρεσιών.

Αυτό που φαντάζει ακατόρθωτο και αδιανόητο σε μας ακόμα και στη γειτονική μας «υπανάπτυκτη» πρώην «σοβιετική» Βουλγαρία είναι γεγονός εντός της ίδιας ημέρας.

Για ποιο λοιπόν λόγο εμείς αδυνατούμε;

Ή τελικά μήπως δε θέλουμε;

Μήπως οι λόγοι που «αδυνατούμε ετσιθελικά» είναι γιατί μας αρέσει και μας βολεύει ως πολιτεία να έχουμε όλα αυτά τα αντικίνητρα, γιατί έτσι μπορούμε νομοτελειακά να συντηρούμε όλο το κρατικό-κομματικό στρατό, σε διάφορες αλληλοσυμπληρούμενες υπηρεσίες που επικαλύπτουν η μία την άλλη, καθιστώντας τις αναγκαίες;

Μήπως ενδόμυχα μέσα μας (ως πολιτεία) η πραγματική μας επιθυμία είναι μόνον με ποιους τρόπους θα καταφέρουμε να απομυζήσουμε τον όποιο πλούτο θα δημιουργηθεί, για να τον αναδιανέμουμε στους ημέτερους, κρατώντας παράλληλα σε ομηρία αυτόν που θα τολμήσει να δημιουργήσει πλούτο επιχειρώντας;

Όποιος κι αν είναι ο πραγματικός λόγος το σίγουρο είναι πως αυτή η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με τις αδειοδοτήσεις επιχειρήσεων δε πάει άλλο. Βρισκόμαστε ήδη στο σημείο όπου η πλειοψηφία όσων επιχειρούν αδυνατούν να είναι πλέον βιώσιμοι, ενώ όσοι ξεκινούν τώρα, με τέτοιους κανόνες του παιχνιδιού είναι σχεδόν βέβαιο πως ύστερα από λίγο θα εγκαταλείψουν.

Μόνη λύση-διέξοδος η αλλαγή στους κανόνες του επιχειρηματικού παιχνιδιού με νέους πιο συμβατούς, πιο εύκολους, πιο λειτουργικούς, πιο δίκαιους και εντέλει πιο «ελεύθερους». Απαραίτητη προϋπόθεση μια διάταξη που θα επιφέρει θανάσιμο κτύπημα στο υπάρχων γραφειοκρατικό αίσχος της «αδειοδότησης».