Γράφει ο Ιωάννης Φιλίστωρ

Δημοσιεύθηκε στα Θέματα Ελληνικής Ιστορίας στις 27 Οκτωβρίου 2013

 

Πρόλογος – ποιος ήταν ο Παυσανίας Κατσώτας 

Ο Παυσανίας Κατσώτας γεννήθηκε στην Στάμνα Αιτωλοακαρνανίας το 1896. Έλαβε μέρος στον Μικρασιατικό πόλεμο ως λοχαγός, προσχώρησε στην «επανάσταση του 1922» και αμέσως μετά συνδέθηκε με την ομάδα αξιωματικών που επηρεαζόταν από τον Θεόδωρο Πάγκαλο.Έλαβε μέρος στο κίνημα για την επικράτηση της δικτατορίας του Παγκάλου, ενώ ενάμισυ χρόνο μετά, συμμετείχε στο κίνημα του Κονδύλη για την ανατροπή του Παγκάλου. Αμέσως μετά συνδέθηκε με τα «δημοκρατικά τάγματα» ως αντιπλαστηρικός, αλλά μετά την συντριβή τους, έμεινε στάσιμος στον βαθμό του ταγματάρχη για αρκετά χρόνια μέχρι την εθελούσια αποστράτευση του το 1929. Το 1935 ήταν μυημένος στο Βενιζελικό κίνημα αλλά τελικώς δεν συμμετείχε και αθωώθηκε από το δικαστήριο που ακολούθησε. Ο Μεταξάς τον εξόρισε το 1935 στους Φούρνους της Ικαρίας ως Βενιζελικό και επίδοξο συνωμότη κατά του καθεστώτος του.

Ο Κατσώτας μετά την Γερμανική επίθεση και την κατάρρευση της Ελλάδας το καλοκαίρι του 1941, ανέλαβε την διοίκηση της μίας από τις 2 Ελληνικές ταξιαρχίες στην μέση ανατολή, έλαβε μέρος στην μάχη του Ελ-Αλ-Αλαμέιν που δόξασε τα Ελληνικά όπλα, αλλά μετά αναγκάστηκε να παραιτηθεί όταν η μονάδα του στασίασε λόγω της προπαγάνδας της μυστικής αριστεριστικής οργάνωσης ΑΣΟ. Έλαβε μέρος στα «Δεκεμβριανά» με το μέρος των κυβερνητικών και πρωταγωνίστησε στις διαπραγματεύσεις που κατέληξαν στην συμφωνία της Βάρκιζας. Μεταπολεμικά, εκλέχθηκε πολλές φορές βουλευτής Αιτωλοκακαρνανίας με το κόμμα του Σοφοκλή Βενιζέλου το 1946, με το ΕΠΕΚ του Πλαστήρα το 1950, διετέλεσε υπουργός Εσωτερικών, Βόρειας Ελλάδος, αντιπρόσωπος της χώρας στον ΟΗΕ, Δήμαρχος Αθηναίων το 1954, ενώ ως αρχηγός κόμματος (προοδευτικού εργατοαγροτικού) εντάχθηκε στην «Ένωση Κέντρου» υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, εκλέχθηκε βουλευτής και διορίστηκε υπουργός κοινωνικής πρόνοιας. Συνελήφθη την νύχτα της 21ης Απριλίου από τους κινηματίες, του προτάθηκε να αναλάβει δήμαρχος Αθηναίων και να συνεργαστεί με την «21η Απριλίου, αλλά αυτός αρνήθηκε.

Ο Κατσώτας και η έναρξη του Ελληνο-ιταλικού πολέμου 

Παρά την ροπή του προς την πολιτικολογία, ο Κατσώτας ήταν ιδιαίτερα ικανός αξιωματικός με επιτελικές ικανότητες και αρχηγικές αρετές. Μετά την περήφανη απόρριψη του ιταμού Ιταλικού τελεσιγράφου από τον Μετάξά την νύχτα της 28ης Οκτωβρίου και την έναρξη του Ελληνο-ιταλικού πολέμου, ο Κατσώτας είχε βρεθεί συμπτωματικά στην Αθήνα με λίγες μέρες άδεια από την εξορία του. Τότε χάρις την επέμβαση του υφυπουργού στρατιωτικών συνταγματάρχη ε.α. Παπαδήμα (ο οποίος υπήρξε συμμαθητής με τον Κατσώτα στην σχολή ευελπίδων). Ο Κατσώτας αυθημερόν συναντήθηκε με τον Έλληνα αρχιστράτηγο Παπάγο στην «Μεγάλη Βρεττάνια» και ανέλαβε την διοίκηση του 39ου συντάγματος ευζώνων του Α΄ Σώματος στρατού.

Η κατάληψη των στενών της Σούχας (3 Δεκεμβρίου 1940)   

Μέσα σε 48 ώρες είχε βρεθεί από την Καλαμπάκα στο Μέτσοβο και του ανατέθηκε η διοίκηση μια ίλης ιππικού και 3 πυροβολαρχιών. Ηγήθηκε της επίθεσης της 20ης Νοεμβρίου στον τομέα της γέφυρας της Μερτζανης η οποία διέλυσε τις Ιταλικές δυνάμεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι υποχωρούντες Ιταλοί εγκατέλειψαν επί τόπου τέσσερις πλήρεις πυροβολαρχίες με τα κλείστρα, 70 φορτηγά αυτοκίνητα, 300 ποδήλατα, όλμους, πυρομαχικά, τρόφιμα και στρατιωτικό υλικό (ανάμεσα σε αυτό και 2.500 ζευγάρια άρβυλα). Μετά την μεγάλη αυτή νίκη ακολούθησε ο περίφημος ελιγμός των στενών της Σούχας. Τα στενά αυτά αποτελούσαν το κλειδί της τοποθεσίας της κοιλάδας του ποταμού Δρίνου και η κατοχή του θα άνοιγε τον δρόμο των Ελλήνων για το Αργυρόκαστρο.

Η κατά μέτωπο επίθεση στα στενά θεωρήθηκε αδύνατη από τον Κατσώτα, καθώς το έδαφος δεν βοηθούσε την ανάπτυξη των δυνάμεων του επιτιθέμενου και υπολόγιζε ότι και οι απώλειες θα ήταν βαρύτατες αλλά και το αποτέλεσμα αμφισβητούμενο. Έτσι προτιμήθηκε μια παραπλανητική επίθεση κατά μέτωπο και μια ενεργητική κυκλωτική ενέργεια προς κατάληψη ενός απόκρημνου χιονοσκεπούς υψώματος που δέσποζε στην τοποθεσία πολύ κοντά στο Ελληνικό χωριό Σέλτσκα. Ανάμεσα στους αξιωματικούς που ηγήθηκαν της προσπάθειας ήταν και ο Λοχαγός Γεώργιος Ζωιτάκης, μετέπειτα αντιβασιλέας και ηγετικό στέλεχος της 21ης Απριλίου. Οι κάτοικοι του χωριού που ήταν όλοι Έλληνες βοήθησαν με αυτοθυσία τις Ελληνικές μονάδες να μεταφέρουν βαρύ οπλισμό και πολεμοφόδια στην κορυφή του υψώματος, καθώς δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μεταγωγικά. Τα ξημερώματα της 3ης Δεκεμβρίου 1940 την συμφωνημένη ώρα και υπό σφοδρότατη κακοκαιρία, ξεκίνησε η κατά μέτωπον επίθεση σε συνδυασμό με βολές πυροβολικού από το ύψωμα που πανικόβαλλαν τους Ιταλούς. Μέσα σε λίγες ώρες οι Ιταλοί είχαν εκκενώσει την τοποθεσία, και οι Έλληνες ήταν κύριοι μιας σημαντικής οχυρής τοποθεσίας στον δρόμο για το Αργυρόκαστρο.

Γενικές παρατηρήσεις του Κατσώτα για την φύση του πολέμου στα βουνά της Αλβανίας

Η συνέχεια της εκστρατείας υπήρξε πολύ δυσκολότερη καθώς οι Ίταλοί αμύνονταν σκληρότερα, αλλά κυρίως λόγω των κακών καιρικών συνθηκών, της έλλειψης ιματισμού και τροφίμων. Οι Έλληνες στρατιώτες δοκιμάστηκαν από ακραίες καιρικές συνθήκες, με ελλιπή ανεφοδιασμό, χωρίς την παραμικρή θέρμανση. Τις συνθήκες αυτές περιέγραψαν οι λογοτέχνες και ακαδημαϊκοί Στρατής Μυριβήλης και Άγγελος Τερζάκης που έζησαν ακριβώς υπό τις ίδιες συνθήκες. Ο Κατσώτας περιγράφει την περίπτωση μονάδας υπό την  διοίκηση του της οποίας οι στρατιώτες της αυτομόλησαν προσωρινά κρυβόμενοι σε σπηλιές και οι οποίοι επέστρεψαν χάρις τις προσπάθειες του ίδιου και επιτέλεσαν το καθήκον τους στο ακέραιο. Ήταν συγκλονιστικό άνθρωποι που είχαν δοκιμαστεί τόσο σκληρά να καταφέρνουν να μην χάνουν το ηθικό τους, αλλά αντιθέτως να φέρουν εις πέρας δύσκολες και επικίνδυνες στρατιωτικές αποστολές.

Σύμφωνα με τον Κατσώτα λίγο πριν την έναρξη του πολέμου υπήρχε διαθέσιμο όλο το απαραίτητο στρατιωτικό υλικό για την συγκρότηση και την ανάπτυξη όλων των μεγάλων μονάδων, επάρκεια που οφειλόταν στις κυβερνήσεις από το 1925 και εντεύθεν. Κατά την γνώμη μου αυτό δεν ισχύει καθώς σύμφωνα με μαρτυρίες στρατιωτικών διαφορετικών πολιτικών τοποθετήσεων (Μαζαράκης, Οθωναίος, Παπάγος), ο Ελληνικός στρατός το 1935 δεν διέθετε επάρκεια στρατιωτικού υλικού. Πολύ ενδιαφέρουσα είναι και η παρατήρηση του Κατσώτα για τον πλούσιο οπλισμό που προμηθεύτηκαν οι Έλληνες από τους υποχωρούντες Ιταλούς.Ακόμη και λίγες μέρες μετά την έναρξη του πολέμου ήδη όλες οι Ελληνικές μονάδες διέθεταν πολύ περισσότερα πολυβόλα από όσα προέβλεπε ο οργανισμός τους με τα αντίστοιχα πυρομαχικά, όλα λάφυρα από υποχωρούντες Ιταλικούς σχηματισμούς, ενώ πολλοί διέθεταν χειροβομβίδες.

Επίσης ενδιαφέρουσες ήταν οι παρατηρήσεις του για το σκληροτράχηλο χαρακτήρα των ευζώνων που διοικούσε, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους ήταν ποιμένες και ασχολούνταν με αγροτικές εργασίες. Σε πολλές περιπτώσεις οι εύζωνες αντιμετώπισαν το Ιταλικό πεζικό δια της λόγχης σε μονομαχίες σώμα με σώμα, κατά τις οποίες οι Έλληνες κατάφεραν να απωθήσουν όλες τις επιθέσεις με επιτυχία. Υπέμειναν τις σωματικές κακουχίες με αυταπάρνηση και πραγματοποίησαν κάθε δύσκολη αποστολή πεζοπορίας με χαρακτηριστική ευκολία.

Ι. Β. Δ.
 

Επίμετρον

«Αισθάνομαι την υποχρέωσιν να είπω εις τους πάντας: Ότι τον πόλεμο βεβαίως τον έκαμαν τα παιδιά της Ελλάδος από τα οποία, άλλα μεν φονεύθεισαν άλλα κατέστησαν ανάπηρα, άλλα υπέστησαν κακουχίας και στερήσεις τρομεράς η αντιμετώπισαν κινδύνους αφαντάστους, αλλά το «‘ΟΧΙ» οφείλεται εις τον Βασιλέα Γεώργιον και εις τον Ιωάννη Μεταξάν, οι οποίοι ως κυβερνήται τότε της Χώρας έδοσαν την ευκαιρία στα παιδιά του 40 να δοξάσουν την Έλλαδα, τον Ελληνικό λαό και τας ενόπλους δυνάμεις του, αι οποίαι αγωνίσθησαν και θυσιάσθησαν δια την τιμήν και την ελευθερίαν της χώρας των….»

Πηγή: Θέματα Ελληνικής Ιστορίας