Γράφει ο Κώστας Χριστίδης

Δημοσιεύθηκε στο European Business Review στις 16 Δεκεμβρίου 2013

 

Σε πρόσφατη συνέντευξή του (Real News, 17.11.13) ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ κ. Δ.Κουτσούμπας προέβη σε μία βαρύγδουπη δήλωση: ‘’Ο φόβος και η ανασφάλεια τσακίζουν κόκαλα στους εργαζόμενους’’.

 

Όταν, όμως, ο δημοσιογράφος παρατήρησε ότι ‘’το τελευταίο διάστημα ακούγονται τόσα για τον τρόπο με τον οποίο χειριστήκατε τους εργαζόμενους, κυρίως στα κομματικά μέσα ενημέρωσης, αλλά και για το γεγονός ότι το ΚΚΕ, κόμμα της εργατικής τάξης, δεν σεβάστηκε ούτε καν τις συμβάσεις’’, ο Γ.Γ. απάντησε: ‘’Κατανοούμε την δυσκολία κάποιος που δεν έχει σχέση με τις αρχές λειτουργίας του κόμματος, με τις αξίες και τα ιδανικά του, να καταλάβει ότι τα στελέχη και τα μέλη του κόμματος, όπως είναι και οι εργαζόμενοι στα κομματικά μέσα ενημέρωσης, την μοναδική σύμβαση που εθελοντικά έχουμε υπογράψει και ανανεώνουμε κάθε μέρα με την στάση μας είναι η σύμβαση με τους σκοπούς του Κομμουνιστικού Κόμματος’’ (!)

 

Ο απροκάλυπτος κυνισμός αυτής της δήλωσης προκαλεί ανατριχίλα. Οι κάθε είδους συμβάσεις, εθνικές, κλαδικές, επιχειρησιακές, υπέρ των οποίων κόπτονται, με περισσή, όπως αποδεικνύεται, υποκρισία οι επαγγελματίες ‘’προστάτες των εργαζομένων’’, δηλ. οι πολιτικοί και συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι των παλαιο-κομμουνιστικών και νεο-κομμουνιστικών κομμάτων, δεν έχουν ισχύ και μόνον η σύμβαση συμμόρφωσης με τους σκοπούς του κόμματος ρυθμίζει τις εργασιακές σχέσεις. Η σύμβαση αυτή, μάλιστα, πρέπει να ανανεώνεται καθημερινά, άλλως παύει να καλύπτει τους ατυχείς μισθωτούς (ορθότερος όρος έναντι του αόριστου στην γενικότητά του όρου ‘’εργαζόμενος’’). Αυτή η αντίληψη εξηγεί τους απηνείς διωγμούς που εξαπολύονταν κατά των πάσης φύσεως αντιφρονούντων σε χώρες όπου βασικός αν όχι μοναδικός εργοδότης ήταν ‘’το κόμμα’’ (και, βεβαίως, ‘’ένα ήταν το κόμμα’’).

Ευτυχώς, η εφιαλτική αυτή προοπτική πόρρω απέχει από την εφαρμογή της σε μία ελεύθερη και δημοκρατική χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως είναι η Ελλάδα. Μας υπενθυμίζει, όμως, τα φαινόμενα κομματοκρατίας και συνδικαλιστικής ασυδοσίας που ζήσαμε επί τρεις και πλέον δεκαετίες, και καθ’ υπερβολή τα τελευταία έτη. Όπως έχουμε ξαναγράψει στην ‘’Εστία’’ (19.04.12), η ρίζα του κακού ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ ανήγαγε τον συνδικαλισμό σε ένα από τα τρία, κατ’ αυτόν ισότιμα, ‘’βάθρα της δημοκρατίας’’, μαζί με το κοινοβούλιο και την τοπική αυτοδιοίκηση. Τα πάσης φύσεως προνόμια που αλόγιστα θεσπίσθηκαν υπέρ των συνδικαλιστικών εκπροσώπων οδήγησαν σε ουσιαστική συν-διοίκηση επιχειρήσεις του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, σε αποσύνδεση της βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης από την απόδοση των στελεχών, υπαλλήλων και εργατών, και, τελικά, σε συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης. Οι επικεφαλής των μεγάλων συνδικάτων όχι μόνο μπορούσαν να επιβάλουν τους όρους τους στις διαπραγματεύσεις αλλά συχνά να επιλέγουν και με ποιούς θα διαπραγματευθούν από την άλλη μεριά του τραπεζιού, ενίοτε δε να μεταβαίνουν οι ίδιοι ως διαπραγματευτές στην άλλη πλευρά του τραπεζιού, καταλαμβάνοντας πολιτικά αξιώματα και υπουργικούς θώκους.

Τα επίχειρα αυτών των καταστάσεων βιώνουμε σήμερα. Ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης κ. Κυριάκος Μητσοτάκης έκπληκτος διαπίστωσε ότι ο μεγαλύτερος αριθμός των συνδικαλιστών δεν εργάζονται, ‘’κανονικά και με τον νόμο’’! Οι ημέρες συνδικαλιστικής αδείας ποικίλουν, από τρεις έως πέντε μηνιαίως για τα μέλη του Δ.Σ. των πρωτοβάθμιων οργανώσεων (εργατικών σωματείων), εννέα έως δέκα πέντε ημέρες μηνιαίως για τα μέλη του Δ.Σ. των δευτεροβάθμιων οργανώσεων (και για όλη τους την θητεία εάν τα ψηφίσαντα μέλη είναι περισσότερα από 1.500), ενώ στα μέλη των τριτοβάθμιων οργανώσεων, όπως η ΑΔΕΔΥ, η άδεια ισχύει για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία τους. Εννοείται, ότι η μισθοδοσία τους καταβάλλεται κανονικά, συνοδευόμενη, μάλιστα, και με πλασματικές υπερωρίες. Η κατάληξη μίας τέτοιας ‘’παραγωγικής’’ σταδιοδρομίας είναι, συνήθως, η πρόωρη συνταξιοδότηση και συχνό επιστέγασμα, η ανάδειξη σε θέση βουλευτή, υπουργού, ευρωβουλευτή κλπ.

Οι Έλληνες συνδικαλιστές ουδέποτε διακρίθηκαν για την συμβολή τους στην αύξηση της παραγωγικότητας και της καταπολέμησης της διάχυτης διαφθοράς. Αντιθέτως, διακρίθηκαν για την φορτική πίεσή τους για προσλήψεις υπεράριθμων δημοσίων υπαλλήλων, αυξήσεις πέραν των ορίων αντοχής της ελληνικής οικονομίας και ρυθμίσεις κατά της ‘’εντατικοποίησης της δουλειάς’’. Αναδείχθηκαν πρωταθλητές στην υπερβολική συχνότητα απεργιακών κινητοποιήσεων, διαδηλώσεων, πορειών συνδυαζόμενων πολλές φορές με καταλήψεις κτιρίων, αποκλεισμούς δρόμων και λιμανιών, επεισόδια και προπηλακισμούς, γεγονότα που συνέβαλαν σημαντικά στην επιδείνωση της οικονομίας. Έτσι, όμως, υποβαθμίσθηκαν οι συνδικαλιστικές δραστηριότητες με αποτέλεσμα σήμερα να διεξάγονται αναιμικές πορείες και συγκεντρώσεις σε άδειες πλατείες, και μάλιστα σε εποχή βαθειάς κρίσης και ραγδαίας επιδείνωσης των οικονομικών συνθηκών.

Κατά συνέπεια, οι εξαγγελίες του κ. Μητσοτάκη για ‘’αλλαγή του θεσμικού πλαισίου των συνδικαλιστικών αδειών’’ είναι, ασφαλώς, ευπρόσδεκτες. Είναι, όμως, ανάγκη να υπάρξει ένας ευρύτερος εκσυγχρονισμός του συνδικαλιστικού καθεστώτος, που ανατρέχει στο έτος 1982. Όσοι εν ονόματι του συνδικαλισμού προκαλούν σε άλλους – φυσικά ή νομικά πρόσωπα- παρανόμως ζημία ή βλάβη, θα πρέπει να υπέχουν τις ίδιες αστικές και ποινικές ευθύνες που προβλέπει για όλους η ισχύουσα νομοθεσία. Μόνον έτσι θα περιορισθούν οι υπερβολές και οι αυθαιρεσίες των συνδικαλιστών.

 

Πηγή: European Business Review