Γράφει ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος

Δημοσιεύθηκε στην Εστία στις 21 Δεκεμβρίου 2013

 

  Ο δρόμος της ανεργίας είναι μακρύς και εξαιρετικά επικίνδυνος στην Ελλάδα. Σίγουρα δε το πρόβλημα δεν πρόκειται να λυθεί συντόμως, και τούτο διότι η εσωτερική αγορά εργασίας έχει υποστεί σοβαρή βλάβη – οποία διορθώνεται μόνον με πολύ σοβαρά και μακράς πνοής διαρθρωτικά μέτρα. Τα τελευταία, ωστόσο, απέχουν πολύ από το να είναι ορατά στον ορίζοντα. Διότι, με τους σημερινούς ρυθμούς οικονομικής υφέσεως, κάθε πληρωμένη θέση εργασίας στο συντεχνιακό Δημόσιο προκαλεί σχεδόν διπλή ανεργία στον ιδιωτικό τομέα.

Από την άλλη πλευρά όπως πολύ σωστά επισημαίνουν σε ανάλυση τους στον ιστότοπο Capital.gr οι σοβαροί οικονομολόγοι Δημήτρης και Χρήστος Δ. Ιωάννου, για να υπάρξουν θέσεις εργασίας στην χώρα μας, θα πρέπει η οικονομία της να αναπτυχθεί με όρους διεθνούς ανταγωνιστικότητος. Με άλλα λόγια, είναι ανάγκη να πετύχει ρυθμούς διεθνούς αναπτύξεως της 2% ετησίως, για να μειωθεί κατά 70% η σημερινή ανεργία τα προσεχή δέκα έτη. Την εκτίμηση τους αυτή, οι Δημήτρης και Χρήστος Ιωάννου την στηρίζουν στον περίφημο νόμο του οικονομολόγου Άρθουρ Μέλβιν Οκούν, ο οποίος το 1962, με βάση εμπειρική μελέτη του, είχε καταλήξει στην διαπίστωση ότι μία κατά 1% αύξηση του ποσοστού ανεργίας οδηγεί σε 2% πρόσθετη μείωση του Ακαθαρίστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ) μιας χώρας σε σχέση με το δυνητικό ΑΕΠ της.

Όπως επισημαίνουν οικονομολόγοι που ασχολήθηκαν με το «νόμο Οκούν» (Okun’s Law) στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, η οικονομία των οποίων επιδρά στους διεθνώς επικρατούντες όρους ανταγωνιστικότητος περισσότερο από κάθε άλλη, έχει ήδη υπολογισθεί ότι, μετά την κρίση, η σχέση αυτή έχει περαιτέρω μεταβληθεί, καθιστώντας δυσκολότερη την ποδηγέτηση της ανεργίας: προκειμένου να αυξηθεί η απασχόληση κατά 1%, θα πρέπει να αυξηθεί το ΑΕΠ τουλάχιστον κατά 3%.

«Από τα παραπάνω – υποστηρίζουν – οφείλει κανείς να συναγάγει δύο σημαντικά συμπεράσματα. Το πρώτο είναι ότι στην χώρα μας, κατά την τελευταία περίοδο ανάπτυξης πριν από την κρίση, η εργασία στις οριακές χρήσεις χρησιμοποιείτο με ιδιαίτερα αντιπαραγωγικό τρόπο ή, αντίστροφα, ήταν υπεραμειβόμενη σε σχέση με την παραγωγική της συνεισφορά. Αυτό κυρίως οφειλόταν στην νοσηρή υπερδιόγκωση του τομέως των διεθνώς μη εμπορευσίμων αγαθών και υπηρεσιών της οικονομίας – εμπόριο, οικοδομές, Δημόσιο – ο οποίος είναι μεν τομέας εντάσεως εργασίας, επίπεδης διαχρονικά παραγωγικότητος δε. Η ραγδαία κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας μετά το 2009 εξηγείται από την – και οφείλεται στην – δυσμενή τιμή που είχε ο συντελεστής του Οκούν σε όλη την προηγούμενη περίοδο – δηλαδή, στο ότι οι νέες θέσεις εργασίας, επισφαλείς και χαμηλής παραγωγικότητος ως επί το πλείστον, αγοράζονταν από την οικονομία εξαιρετικά ακριβά (και, φυσικά, με δανειακό χρήμα). Δεν οφείλεται ούτε στο Μνημόνιο, όπως υποστηρίζουν οι δημαγωγοί, ούτε στους υψηλούς πολλαπλασιαστές, όπως ισχυρίζονται εκείνοι που, τελείως λανθασμένα, θεωρούν την οικονομία ως ένα απλό υδραυλικό σύστημα.

»Το δεύτερο συμπέρασμα – συνεχίζουν – είναι ότι, προκειμένου να μειωθεί και πάλι η ανεργία στο επίπεδο 2008, δηλαδή κατά 20%, η ελληνική οικονομία θα πρέπει να αναπτυχθεί με όρους διεθνούς ανταγωνιστικότητος, πράγμα που σημαίνει ότι θα είναι αναπότρεπτα αναγκασμένη να λειτουργήσει – τουλάχιστον – με αναλογία αύξησης ΑΕΠ κατά 2% προκειμένου να μειώνεται η ανεργία κατά 1%. Και αυτό διότι η εν λόγω ανάπτυξη με περιορισμένη – αλλά όχι και μηδενική – απασχόληση μπορεί να προέλθει αποκλειστικά σχεδόν από την ενδυνάμωση του τομέως των διεθνώς εμπορευσίμων, ο οποίος, όμως δυστυχώς, είναι χαμηλότερης εντάσεως εργασίας από τον παραπληρωματικό του, των διεθνώς μη εμπορευσίμων. Στην προ 2008 περίοδο, η σχέση στην δημιουργία των θέσεων εργασίας μεταξύ των δύο τομέων ήταν περίπου 1 στα διεθνώς εμπορεύσιμα προς 6 στα διεθνώς μη εμπορεύσιμα. Για να υπάρξει, όμως, ένας διατηρήσιμος και ευσταθής ρυθμός υγιούς ανάπτυξης από τούδε και στο εξής, αυτός θα πρέπει να στηριχθεί σε μια σχέση δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας στους δύο τομείς που θα είναι πολύ υψηλότερος, δηλαδή 1 προς 3.

»Εάν όλοι οι άνεργοι παραμείνουν στην αγορά εργασίας (και κάποιοι ανάμεσα τους δεν αποχωρήσουν απογοητευμένοι), αυτό συνεπάγεται ότι θα χρειαστεί ανάπτυξη του ΑΕΠ ύψους 40% – δηλαδή κάτι το οποίο θα απαιτήσει μέση ετήσια αύξηση 3,5% τουλάχιστον για μία δεκαετία. Το ερώτημα που προκύπτει είναι διπλό. Έχει η προοπτική αυτή κάποια σχέση με την ένθεν κακείθεν διασπειρόμενη δημαγωγία περί ανάπτυξης και επιστροφής στην ανάπτυξη; Υφίσταται αναπτυξιακό δυναμικό στην ελληνική οικονομία, ικανό να διαμορφώσει στα επόμενα έτη το απαιτούμενο μέσο ποσοστό αύξησης του 3,5%;».

    Αυτά είναι τα σοβαρά ερωτήματα που θέτουν οι Δημήτρης και Χρήστος Ιωάννου – και που πολύ φοβούμεθα ότι δεν απασχολούν κανέναν σοβαρά. Και αν υπάρχουν κάποιοι που αντιλαμβάνονται την ζοφερή πραγματικότητα, οι φωνές και οι απόψεις τους πνίγονται κυριολεκτικώς στον ωκεανό της ασυναρτησίας και του παραλογισμού. Αυτό είναι δε ένα άλλο σοβαρό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα. Πρόκειται για την άρνηση των αποφασιζόντων για το μέλλον της να δουν την πραγματικότητα ορθολογικά και με το απαιτούμενο αίσθημα ευθύνης.

Έτσι, στην σημερινή Ελλάδα της βαθειάς κρίσεως, της υπερχρεώσεως και της οργανωμένης άγνοιας, οι κοινωνικά κυρίαρχες πρακτικές διαμορφώνουν και τις κυρίαρχες ιδεολογικές παραστάσεις. Ένα πολιτικό σύστημα που έχει οικοδομηθεί με βασικό άξονα την εξυπηρέτηση του παρασιτισμού, αλλά – δυστυχώς – και μία κοινή γνώμη που αποστρέφεται την εικόνα της πραγματικότητος και σύρεται από την φτηνή δημαγωγία στην δίωξη φανταστικών εχθρών και επίβουλων κατακτητών, αναχαιτίζουν κάθε αναπτυξιακή ροπή και υπονομεύουν σοβαρά τα θεμέλια της κοινωνίας μας. Διότι, την στιγμή που θα πρέπει να αγωνισθούμε εναντίον του πλέον θανάσιμου εχθρού μας, δηλαδή του κακού εαυτού αυτής της κοινωνίας και αυτής της οικονομίας, εμείς σκιαμαχούμε με πράγματα και καταστάσεις που δεν είναι αιτίες αλλά αποτελέσματα και επιφαινόμενα του πραγματικού μας προβλήματος.