Γράφει ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος

Δημοσιεύθηκε στο European Business Review στις 3 Φεβρουαρίου 2014

Warrior Statue Silhouette and Orange Sky

Η διεθνής νομισματική κρίση αποδεικνύει πόσο φαιδρές είναι οι ιστορίες περί επιστροφής στην δραχμή των σύγχρονων γελωτοποιών της οικονομίας και της πολιτικής –και όχι μόνον στην Ελλάδα

 

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρόβλεψη του νομπελίστα Αμερικανού οικονομολόγου Μίλτον Φρήντμαν, σε συνέντευξή του στο περιοδικό Forbes αν ενθυμούμαι καλά, όπου χωρίς περιστροφές τόνιζε ότι «η ύπαρξη και κυκλοφορία του ευρώ θα μπορούσε να γίνει αφορμή νέου παγκόσμιου πολέμου…». Διατυπωμένη το 1999, έτος καθιερώσεως του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος, η πρόβλεψη αυτή ήταν από πολλές πλευρές προκλητική –και για κάποιους το αποτέλεσμα της προχωρημένης ηλικίας του εκφραστή της περίφημης Οικονομικής Σχολής του Σικάγου. Για τον υπογράφοντα, η πρόβλεψη του Μίλτον Φρήντμαν είχε θεωρηθεί υπερβολική στην απαισιοδοξία της και τούτο διότι έδινε μεγάλη έμφαση στις ατέλειες του θεσμικού πλαισίου πάνω στο οποίο στηριζόταν το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα.
Όμως, στην ίδια συνέντευξη ο Αμερικανός νομπελίστας οικονομολόγος έκανε επίσης την πρόβλεψη ότι, αργά ή γρήγορα, το ευρώ θα έφερνε σε αντιπαράθεση την Γερμανία –μία πολύ ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία– με τις λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες της ευρωζώνης, οι οποίες, με πρώτες αυτές της Γαλλίας και της Ιταλίας, ήσαν αναποτελεσματικές λόγω αυξημένης κρατικής παρεμβάσεως.
Τις παραπάνω θέσεις του Μίλτον Φρήντμαν αντέκρουσε λίγο καιρό αργότερα ο Αλέξανδρος Λαμφαλουσύ –που την περίοδο 1994-1997 είχε χρηματίσει πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ινστιτούτου στην Φρανκφούρτη, για να αναλάβει στην συνέχεια την έδρα της Χρηματοοικονομίας στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Λουβαίν, στο Βέλγιο. Κατά την άποψη του Βέλγου καθηγητή και πρώην προέδρου της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, το ευρώ θα έπαιζε σταθεροποιητικό νομισματικό ρόλο σε παγκόσμιο επίπεδο και θα απέτρεπε σοβαρές χρηματοοικονομικές κρίσεις, όπως αυτή της Ασίας το 1997. Επίσης, ο κ. Αλ. Λαμφαλουσύ τόνιζε ότι το ευρώ θα αποκαθιστούσε την νομισματική σταθερότητα στη Ευρώπη, η οποία ήταν και ένα βασικό πεδίο νομισματικού ανταγωνισμού και άτυπων συναλλαγματικών αντιπαραθέσεων.
Παρεμβαίνοντας στην περί το ευρώ διαμάχη, ο τότε Γάλλος Επίτροπος Υβ-Τιμπώ ντε Σιλγκύ ανέφερε ότι το κόστος των συναλλαγματικών ανισοτιμιών στην τότε ΕΕ αντιπροσώπευε κάπου 30 δισεκατ. ευρώ πρόσθετο κόστος για την ευρωπαϊκή οικονομία, η οποία είχε έτσι και σοβαρό ανταγωνιστικό μειονέκτημα. Στις τότε χώρες μέλη της ΕΕ, οι συναλλαγματικές διακυμάνσεις κόστιζαν το 0,5% του ΑΕΠ της και είχαν οδηγήσει στην ανεργία περί τα 2 εκατομμύρια άτομα. Βεβαίως, από την άλλη πλευρά, είχε προσθέσει στην ετήσια λίστα του Forbes κάποιους νέους δισεκατομμυριούχους κερδοσκόπους. Αυτούς που σήμερα κυριολεκτικά παίζουν τα ρέστα τους, επιδιώκοντας να διαλύσουν την ευρωζώνη και να πλήξουν την ισχυρότερη ευρωπαϊκή οικονομία, που είναι η γερμανική.
Οι λόγοι είναι σχετικά απλοί. Μετά την είσοδο του ευρώ στην διεθνή νομισματική πραγματικότητα, οι συναλλαγματικές πράξεις μειώθηκαν κατά 4 τρισεκατ. δολλάρια ετησίως. Σαφώς δε, η μείωση αυτή επηρέασε αισθητά και τις αποδόσεις των κερδοσκοπικών κεφαλαίων που, για να αντισταθμίσουν τις απώλειές τους, επωφελήθηκαν από τα νέα χρηματιστηριακά τοξικά προϊόντα στον αγγλοσαξωνικό κόσμο και έτσι τοποθετήθηκαν σε αυτά. Και ενώ το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα εξελισσόταν σε σταθεροποιητικό παγκόσμιο αποταμιευτικό προϊόν –που σήμερα είναι το δεύτερο στον κόσμο– στις ΗΠΑ οργίαζαν κυριολεκτικώς χρηματοοικονομικοί μηχανισμοί οι οποίοι προσέφεραν τερατουργήματα τύπου εγγυημένες δανειακές υποχρεώσεις (CDO), συμβάλλοντας σε απίθανες τραπεζικές μοχλεύσεις, που μόνον κρίση θα προκαλούσαν.
Παράλληλα, αναπτυσσόταν στην Αμερική ένα σκιώδες τραπεζικό σύστημα το οποίο, κατά τον γνωστό οικονομολόγο Νουριέλ Ρουμπινί, «λαθροβιούσε» εκτός των ισολογισμών των συμβατικών τραπεζών. Έβγαινε δε το σύστημα αυτό σε όλα τα σχήματα και μεγέθη εξωτραπεζικού δανεισμού ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων. Με αποτέλεσμα, αυτά τα τελευταία να αποτελέσουν την αφετηρία της χρηματοοικονομικής κρίσεως του 2007 και της ταχείας μεταφοράς της στην Ευρωπαϊκή Ένωση γενικά και την ευρωζώνη ειδικότερα.
Όμως, στην βουτηγμένη στα δημόσια χρέη Ευρώπη, για τους εχθρούς του ευρώ και της ΕΕ η χρηματοοικονομική κρίση ήταν μία περίφημη ευκαιρία αποσταθεροποιήσεως της οικονομικής και νομισματικής ενώσεως (ΟΝΕ), η οποία παρουσίαζε και σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες. Διάλυση της ευρωζώνης θα αποτελούσε θαυμάσια ευκαιρία για νέα κερδοσκοπικά παιχνίδια, παράλληλα δε θα καθιστούσε και οικονομικό νάνο την πρώτη εμπορική δύναμη στο κόσμο, την ΕΕ με την Γερμανία.
Στο εσωτερικό επίπεδο, η κρίση του ευρώ αποτελεί ευκαιρία για τους παραδοσιακούς εχθρούς της Ευρώπης, οι οποίοι βλέπουν στο ενιαίο νόμισμα ένα στοιχείο ευρωπαϊκής ταυτότητος –που πρέπει να διαλύσουν προκειμένου να επιβιώσουν πολιτικά. Έτσι, με κύριο όπλο τους τον αντιγερμανισμό, οι αυτοαποκαλούμενοι ευρωσκεπτικιστές επιδιώκουν μία επιστροφή στο παρελθόν. Αυτό των πολεμικών συρράξεων και των εθνικιστικών αντιπαραθέσεων, μέσω των οποίων η Ευρώπη έγινε και μήτρα βαρβαρότητος ερήμην του πολιτισμού της.
Οι κερδοσκόποι, όμως, με αφετηρία τη ευρωπαϊκή κάμψη της ζήτησης, έκριναν σκόπιμο για μιαν ακόμη φορά να επιτεθούν στα νομίσματα των αναδυομένων οικονομιών της Ασίας και της Νοτίου Αμερικής, ώστε μέσα από τις σχετικές διακυμάνσεις να αποκομίσουν και τα σχετικά οφέλη. Αφού είδαν κι απόειδαν με την ευρωζώνη, πιστεύουν ότι στην αναβροχιά καλό είναι και το χαλάζι. Δρομολόγησαν έτσι το νέο πλαίσιο για μία νέα συναλλαγματική κρίση στην Ασία –η οποία, όμως, με δεδομένη τα ην ευρωπαϊκή ασπίδα του ευρώ, ίσως αποδειχθεί απλή φούσκα. Στις αναδυόμενες χώρες, την νύφη θα την πληρώσουν οι πιο αδικημένοι κοινωνικά, μέσω υψηλού πληθωρισμού και νομισματικών υποτιμήσεων.
Όλα αυτά, όμως, για κάποιους γελωτοποιούς είναι ψιλά γράμματα. Διότι, πού να καταλάβουν οι καημένοι ότι στις χώρες που έχουν δικό τους νόμισμα ο πληθωρισμός προκύπτει συνήθως αρχικά από την αύξηση της εγχώριας ζήτησης με συνεχή αύξηση της εγχώριας πιστωτικής επέκτασης και των ελλειμμάτων του δημοσίου τομέα, με χρηματοδότηση των ελλειμμάτων αυτών κατά ένα μέρος με μεγάλες εισροές κεφαλαίων από το εξωτερικό. Στην συνέχεια, ο πληθωρισμός επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο από τις μεγάλες κατά κανόνα υποτιμήσεις των δικών τους νομισμάτων αυτών των χωρών, όταν οι εισροές κεφαλαίων από το εξωτερικό αντιστρέφονται απότομα και καταλυτικά.