Γράφει ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος
Δημοσιεύθηκε στο Pro Europa στις 4 Φεβρουαρίου 2014
Όντως, η περιλάλητη λαϊκή σοφία είναι κατά κανόνα εύστοχη. Και, όσο ποτέ άλλοτε, η ρήση «τα πολλά λόγια είναι φτώχεια» διατηρεί τα πρωτεία μιας δραματικής επικαιρότητος στην χώρα μας. Την εβδομάδα που πέρασε ο Έλληνας πολίτης εδέχθη αμέτρητες ριπές πολυλογίας-κενολογίας και σίγουρα οι πρωταγωνιστές αυτής της λογοδιάρροιας θα τον καταστήσουν φτωχότερο, από πολλές πλευρές.
Η αρχή έγινε με το κακόγουστο και στην ουσία κενό περιεχομένου θέαμα της επίσκεψης δύο εκπροσώπων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην Ελλάδα, οι οποίοι υποτίθεται ότι ήλθαν για να διαπιστώσουν τα «λάθη» της τρόϊκας στην διαχείριση της ελληνικής κρίσεως χρέους. Στην σχετική συνέντευξη τύπου οι δύο ευρωβουλευτές, αν και εξέφρασαν διαφοροποιημένες εκτιμήσεις, εντούτοις αναγνώρισαν ότι η Ελλάδα είχε και έχει σοβαρότατο πρόβλημα δημοσίου χρέους –το ύψος του οποίου, με δεδομένη την ανεπάρκεια του παραγωγικού ιστού της χώρας, κάνει προβληματική την αποπληρωμή του. Στο πλαίσιο αυτό, ο Χριστιανοδημοκράτης ευρωβουλευτής έκανε λόγο για γενναία επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του χρέους αυτού με μηδενικό σχεδόν επιτόκιο, ενώ ο σοσιαλιστής συνάδελφός του μίλησε για αναδιάρθρωση, χωρίς όμως να εισέλθει σε τεχνικές λεπτομέρειες. Αμφότεροι, όμως, οι εκπρόσωποι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν παρέλειψαν να υπογραμμίσουν με έμφαση την ανάγκη της πραγματοποιήσεως των μεταρρυθμίσεων, οι οποίες εξακολουθούν να αποτελούν πάντα μέγα ζητούμενο.
Αυτό το τελευταίο, εξάλλου, είναι και το σοβαρότερο πρόβλημα της χώρας, η οποία πιστεύει ότι με την μέθοδο των ποδοσφαιρικού τύπου καθυστερήσεων θα εξαπατήσει αυτούς που επί τρία χρόνια την στηρίζουν με 300 δισεκατ. ευρώ! Έτσι, καθημερινά αναγγέλλονται μεταρρυθμίσεις που δεν γίνονται ποτέ, εξαγγέλλονται ιδιωτικοποιήσεις που παραμένουν νεκρό γράμμα, νομοθετούνται καταργήσεις φαυλοκρατικών οργανισμών που συνεχίζουν να λειτουργούν και εξαπολύονται αναθέματα κατά της τρόϊκας και των δανειστών –που συνεχίζουν, όμως, να πληρώνουν.
Μέσα σε αυτό το παρανοϊκό περιβάλλον, η ελληνική οικονομία έχει όντως σταθεροποιηθεί, λόγω υπερβάλλουσας λιτότητος, εις βάρος όμως της οποιασδήποτε μελλοντικής απογειώσεώς της και άρα αναπτύξεώς της. Θα συμφωνήσουμε, έτσι, με τις κυβερνητικές και λοιπές εκτιμήσεις τραπεζικών κύκλων ότι το πρόγραμμα προσαρμογής στην Ελλάδα καταγράφει επιτυχίες ως προς την αντιμετώπιση των μακροοικονομικών ανισορροπιών, όμως το γεγονός αυτό αναιρείται από την παντελή έλλειψη διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.
Για παράδειγμα, μπορεί η Ελλάδα να έχει επιτύχει ουσιαστική βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητός της με την εσωτερική υποτίμηση της πραγματικής σταθμισμένης ισοτιμίας του ευρώ με βάση το κόστος εργασίας, ωστόσο η εξέλιξη αυτή σε καμμία περίπτωση δεν συνοδεύεται και με παραγωγική αναδιάρθρωση. Με πιο απλά λόγια, η δραστική πτώση της ζητήσεως και ο συνεπακόλουθος αρνητικός πληθωρισμός του 2013, που ήταν -0,9%, σε καμμία περίπτωση δεν αποτελούν εργαλείο για την αύξηση της εξωστρεφούς προσφοράς αγαθών –που είναι περισσότερο από απαραίτητη για την επιβίωση της οικονομίας μας.
Από την άλλη πλευρά, είναι θλιβερό να βλέπει κανείς με πόση ελαφρότητα γίνεται κατασπατάληση παραγωγικών πόρων, για τον απλό λόγο ότι το παμφάγο κράτος και τα συμφέροντα που διαπλέκονται μέσα στους κόλπους του αδιαφορούν πλήρως για την προστασία και αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας. Δέκα χρόνια μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, κάποια πολύτιμα δισεκατομμύρια ευρώ είναι κυριολεκτικώς πεταμένα στον Καιάδα της ελληνικής γραφειοκρατίας.
Και ενώ όλα αυτά θα έπρεπε να είναι σοβαρά θέματα συζητήσεων, αναλύσεων και εποικοδομητικού διαλόγου, αυτό που βιώνει καθημερινά ο εχέφρων πολίτης είναι η ασυνάρτητη λογοδιάρροια ασχέτων και αυτόχρημα γελοίων ανθρώπων, που προσβάλλουν κάθε έννοια δημοσίου διαλόγου. Παρακολουθώντας τηλεοπτικές συζητήσεις για την κρίση και την επικαιρότητά της, η αίσθηση που αποκομίζει κανείς από το επίπεδό τους είναι τραγική. Η άγνοια, η αμάθεια, η στρέβλωση και η στρεψοδικία κυριαρχούν στις δημόσιες συζητήσεις και φέρνουν στο προσκήνιο μία χώρα και την κοινωνία της αποκομμένες από την πραγματικότητα.
Είναι έτσι τραγικό το φαινόμενο, σε μιαν Ελλάδα που βρίσκεται στην εντατική και επιβιώνει δεχόμενη εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ, πληρωτέα με ασήμαντο επιτόκιο σε 50 με 60 χρόνια, να γίνεται λόγος για το αν οι κύριοι δανειστές μας έκαναν σύσκεψη ή όχι, ή αν η Γερμανία πρέπει να έχει πρώτον ή δεύτερο ρόλο στην Ευρώπη.
Σε μία χώρα με κατεστραμμένη τη παραγωγική της μηχανή, προβληματικό το τραπεζικό της σύστημα, διεφθαρμένη και αναποτελεσματική την δημόσια διοίκησή της, διαλυμένη την παιδεία της και λεηλατημένο από την αθλιότητα το πολιτιστικό της εποικοδόμημα, το πρόβλημά της δεν είναι να συνέλθει και να μπορέσει να τα βγάλει πέρα, αλλά αν …οι άγγελοι έχουν φύλο! Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι το ότι οι εταίροι βλαστημούν την ώρα και την στιγμή που την έκαναν μέλος στην Λέσχη τους, αλλά το πώς θα υπονομεύσει περαιτέρω τη συνοχή του οικοδομήματός της.
Στο πλαίσιο αυτό, μεγάλο μέρος των πολιτών της χώρας αυτής έχει μπει στο περιθώριο. Άγεται και φέρεται από την πολιτική και επικοινωνιακή αθλιότητα, η οποία δηλητηριάζει κάθε ιστό της κοινωνίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, τα πολλά λόγια δεν είναι μόνον φτώχεια. Συνιστούν πλέον μία πραγματική κοινωνική πολιτική και οικονομική καταστροφή, η οποία ιστορικά θα πάει μακρυά.
Οι χώρες δεν καταστρέφονται από τρίτους, αλλά από τους ίδιους τους λαούς τους και τις ηγεσίες τους. Αυτό μάς αποδεικνύει η Ιστορία –για όσους γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση.

Got something to say? Go for it!