Γράφει ο Παναγιώτης Μποκοβός

Δημοσιεύθηκε στο Αττικό Βήμα στις 3 Φεβρουαρίου 2014

 

Στη χώρα μας μπερδεύουμε την εικονική οικονομία με την πραγματική, τη θεωρία με την πράξη, το εφικτό με το επιθυμητό, το παρόν με το παρελθόν, ενώ δεχόμαστε απίθανες επιρροές από άτομα και γραπτά κείμενα, που μας ωθούν σε ποικίλες ενέργειες. Όταν όλα αυτά παραμένουν σε κάποια στενά πλαίσια, μεταξύ ολίγων σχετικά πολιτών, δεν επιφέρουν βλάβες στο σύνολο της κοινωνίας ή στο κράτος και ευλόγως θεωρούνται φαιδρά ή περιθωριακά γεγονότα. Αντίθετα, όταν πάρουν έκταση και προωθείται η εφαρμογή τους στην οικονομία, στην κοινωνία ή στην πολιτική πρακτική, μπορεί να δημιουργήσουν προβλήματα και να προκαλέσουν ανυπολόγιστες ζημίες.

Συνήθως η εκάστοτε κυβέρνηση, προσπαθεί να καλλιεργήσει μία ευφορία για τα οικονομικά και τα εθνικά θέματα, ώστε να κρατά τους πολίτες ευχαριστημένους και ήσυχους και να κυλά ήρεμα η ζωή, χωρίς ανατροπές και ζητήματα για την πολιτική εξουσία. Έτσι, κατασκευάζεται μια εικονική κατάσταση που δεν έχει καμμία σχέση με την πραγματική οικονομία ή με την αληθινή πορεία των εθνικών θεμάτων και με τις σχετικές δυνατότητες του κράτους. Την εικονική οικονομία, που δημιούργησαν οι ελληνικές κυβερνήσεις με τις αλόγιστες αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, τα εξωφρενικά επιδόματα, τις παροχές στις συντεχνίες, τη διανομή συντάξεων και προνοιακών κονδυλίων σε δικαιούχους – μαϊμού -όλα αυτά με δανεικά από τις διεθνείς αγορές- την πληρώσαμε με τη χρεωκοπία και τη σκληρή λιτότητα που πάντα κυριαρχεί στη ζωή μας. Ακόμη και σήμερα, κανείς δεν θέλει να δει κατάματα την πραγματική οικονομία και τις ανάγκες των λαϊκών τάξεων, που ήδη τις παρηγορούν με τη διανομή μέρους του πρωτογενούς πλεονάσματος του προϋπολογισμού.

Αλλά σε εικονική πραγματικότητα βρίσκονται, εκτός από την κυβέρνηση και τα κόμματα της αντιπολίτευσης και θεσμικά όργανα του κράτους, που ήδη με πρόσφατες αποφάσεις τους, δημιουργούν τεράστιο οικονομικό πρόβλημα στον προϋπολογισμό και αναταραχή στις κοινωνικές ομάδες. Έτσι, το περίφημο Μισθοδικείο, έκρινε αντισυνταγματικές τις περικοπές μισθών και συντάξεων των δικαστικών και το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε επίσης αντισυνταγματικές τις μειώσεις μισθών και συντάξεων των ένστολων, ήτοι του «σκληρού πυρήνα» του κράτους, που είναι ένστολοι και δικαστικοί. Κόστος επιστροφών, από 500 εκατ. ευρώ, έως 1 δις ευρώ, αν και το πραγματικό νούμερο θα το πληροφορηθούμε σύντομα, όταν δημοσιευθεί η σχετική απόφαση του ΣτΕ. Ήδη η κυβέρνηση ψάχνει ισοδύναμα μέτρα, δηλαδή νέες περικοπές μισθών και συντάξεων των υποζυγίων που δεν ανήκουν στον «σκληρό πυρήνα». Συμπέρασμα: το φαύλο και ρουσφετολογικό σύστημα δεν κατεστράφη, υφίσταται πάντοτε και βάσει αυτού οι δικαστικοί δικαιώνουν τους εαυτούς τους και κάποιους ακόμη, τους ένστολους. Οι υπόλοιποι ορθώς, δικαίως και συνταγματικά υφιστάμεθα την κατακρεούργηση μισθών και συντάξεων και ωθούμεθα προς τα συσσίτια της Εκκλησίας. Ντροπή! (Τα υποζύγια ας μην ξεχνούν τις επερχόμενες αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις. Και μία ερώτηση προς το ΣτΕ: οι μεγάλοι φοροφυγάδες που δεν θίγονται, ανήκουν και αυτοί στον «σκληρό πυρήνα» του κράτους;).

Σήμερα, τέσσερα χρόνια περίπου μετά τη χρεωκοπία της οικονομίας μας, μία είναι η πραγματικότητα: οι μειώσεις μισθών και συντάξεων, η δημοσιονομική προσαρμογή, η άγρια λιτότητα. Όλα τα άλλα είναι εικονικά: οι μεταρρυθμίσεις, η μείωση του δημοσίου, οι απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, οι απολύσεις επιόρκων, οι επενδύσεις, η ανάπτυξη, το φως στο τούνελ, το πλεόνασμα. Ακόμη και οι ξένοι ηγέτες που μας επαινούν, αναφέρονται στα πάθη του λαού, όχι στις αναγκαίες αλλαγές στο κράτος, στην οικονομία, στους θεσμούς. Οι τελευταίοι ευθύνονται για την υφέρπουσα διαφθορά, αλλά και για την αναζωογονούμενη τρομοκρατία.

Όμως, το μεγαλύτερο πρόβλημα για τη χώρα και τους πολίτες, είναι η κυβέρνηση και η αξιωματική αντιπολίτευση: η πρώτη δεν θέλει να δει την αλήθεια κατάματα, να ασχοληθεί με το παρόν αποκηρύσσοντας το φαύλο και καταστρεπτικό παρελθόν, να πλησιάσει τη ραχοκοκκαλιά του κράτους, τη μεσαία τάξη και να στηριχθεί σε αυτή, η δεύτερη δεν ξέρει ακόμη εάν είναι με το ευρώ ή τη δραχμή, δεν γνωρίζει τι οικονομική πολιτική θα εφαρμόσει αν έρθει στην εξουσία, δεν μπορεί να αποτινάξει ξεπερασμένες θεωρίες του απώτατου παρελθόντος, δεν επιθυμεί να υποτάξει ή διαγράψει ακραίες συνιστώσες της που την ωθούν σε λάθος δρόμους. Η χώρα χρειάζεται κυβέρνηση και κόμματα, που να διαθέτουν δυναμισμό και ρεαλισμό, πρόγραμμα και στελέχη, εντός και εκτός κοινοβουλίου και δη ηγέτες που να ξεχωρίζουν τη θεωρία από την πράξη, το εφικτό από το επιθυμητό και να είναι προσγειωμένοι και όχι αιθεροβάμονες, δηλαδή να γνωρίζουν ότι το 2% που αντιπροσωπεύει η ελληνική οικονομία στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν είναι δυνατό να επιβληθεί στο 98% των υπολοίπων 27 χωρών-μελών και στα 500 εκατομμύρια των κατοίκων τους, μείον τα 11 εκατ. του τόπου μας.

Το συμπέρασμα δεν είναι ευχάριστο για τη χώρα και τους πολίτες της: το πολιτικό σύστημα προτιμά ακόμη τις εικονικές θέσεις και λύσεις, αρέσκεται να συσκοτίζει τις πραγματικές προθέσεις του, ρέπει προς τον λαϊκισμό και τη δημαγωγία, καλλιεργεί την πόλωση και εμμέσως τον διχασμό, κατέχεται από λύσσα για την κυβερνητική εξουσία και το χειρότερο, κάθε κόμμα νομίζει ότι κατέχει -μόνο αυτό- τις ορθές λύσεις και την σωτήρια αλήθεια. Παράλληλα, όλα τα κόμματα επιζητούν την αυτοδυναμία, γιατί δεν υπάρχει στον τόπο μας κουλτούρα συνεργασίας, όχι μονό στην πολιτική, αλλά και στην οικονομία. Το ευχάριστο είναι, ότι οι πολίτες δεν φαίνονται διατεθειμένοι να δώσουν αυτοδυναμία σε κανένα κόμμα.

 

Πηγή: ATTIKO BHMA