Γράφει ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος*

Δημοσιεύθηκε στην Εστία στις 24 Φεβρουαρίου 2014

economicchallenges_forweb

Το ότι η Ελλάδα κατέγραψε, μετά από 66 χρόνια, πλεόνασμα 1,24 δισεκατ. ευρώ το 2013 στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της, έναντι ελλείμματος 4,6 δισεκατ. ευρώ το 2012 είναι, χωρίς αμφιβολία, ένα πολύ καλό νέο. Το ίδιο ισχύει ασφαλώς και για το πολυδιαφημισμένο πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα, το οποίο εκτιμάται στο 0,8% του Ακαθαρίστου Εγχωρίου Προϊόντος μας, έναντι πρωτογενούς ελλείμματος -0,12% του ΑΕΠ που προέβλεπε η τρόϊκα για το 2013.

    Οι θετικές αυτές εξελίξεις οδηγούν τους συντάκτες του εβδομαδιαίου Δελτίου της Alpha Bank, για παράδειγμα, να εκφράζουν την αισιοδοξία τους για την περαιτέρω πορεία της ελληνικής οικονομίας και να εκτιμούν ότι η ανάκαμψη δεν είναι πλέον πολύ μακρυά. Στο ίδιο Δελτίο γίνεται επίσης λόγος και για ενίσχυση των δυνατοτήτων για αυτοδύναμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, με μεσο-μακροχρόνια προοπτική την επίτευξη κοινωνικής ευημερίας. Θετική θεωρούν επίσης οι συντάκτες του Δελτίου της Alpha Bank και την μείωση των δημοσίων πρωτογενών δαπανών, τονίζοντας ότι αυτή επετεύχθη παρά το γεγονός ότι τα έσοδα της γενικής κυβερνήσεως ήταν μειωμένα και μάλιστα κάτω από τα αντίστοιχα, επίσης μειωμένα, του 2009.

     Όλα τα παραπάνω καλά νέα έφερε στο προσκήνιο και η γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου κυρία Κριστίν Λαγκάρντ, αποδίδοντας εύσημα στην κυβερνητική οικονομική πολιτική και ιδιαιτέρως στον πρωθυπουργό κ. Αντώνη Σαμαρά. Επίσης, μέσα σε αυτό το ευνοϊκό δημοσιονομικό κλίμα, ο υφυπουργός Αναπτύξεως κ. Αθ. Σκορδάς ανήγγειλε ότι το 2013 στα περισσότερα βασικά είδη επετεύχθη μείωση τιμών, η οποία είναι ταχύτερη σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση και τις χώρες μέλη της. Έτσι, κατά τον υφυπουργό, σε γενικές γραμμές, ενώ μετριάζεται η πτώση του ΑΕΠ, παράλληλα επιτυγχάνεται κάμψη των τιμών, η οποία αποδεικνύει ότι οι συνολικές παρεμβάσεις στην λειτουργία της αγοράς αποδίδουν.

    Με βάση λοιπόν όλα τα ανωτέρω επιτεύγματα, το κυβερνητικό οικονομικό επιτελείο ευελπιστεί ότι η χώρα θα μπορέσει να βγει εκ νέου στις διεθνείς κεφαλαιαγορές, αφήνοντας πίσω της τους ελέγχους, την τρόϊκα και το πολιτικό τους κόστος.

 Ωστόσο, η κατάσταση έτσι όπως διαμορφώνεται στο επίπεδο αυτό, δημιουργεί ποικίλα ερωτηματικά. Δεν είναι λίγοι οι παρατηρητές στην Ευρωπαϊκή Ένωση που πιστεύουν ότι οι θυσίες που επιβλήθηκαν στην χώρα έχουν οδυνηρά κοινωνικά αποτελέσματα, πλην όμως δεν συμβάλλουν καθόλου στο να ξεριζωθούν τα πραγματικά αίτια της ελληνικής κακοδαιμονίας. Για παράδειγμα, την ημέρα που το Δελτίο της Alpha Bank ανέφερε τα όσα θετικά επισημάναμε, το World Economic Forum έδινε στην δημοσιότητα την ετήσια έκθεσή του για το επιχειρηματικό κλίμα σε 148 χώρες –με την Ελλάδα να βρίσκεται μόλις τέσσερις θέσεις προ του τέλους της κατατάξεως. Αποτέλεσμα, όπως τονίζεται στην σχετική έκθεση, είναι ότι η γραφειοκρατία στην χώρα μας πνίγει τις επιχειρήσεις και στην ουσία υπονομεύει την ανάπτυξη, αποθαρρύνοντας τις επενδύσεις και τις νέες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες. Όταν πολύ γνωστός επιχειρηματίας μάς τονίζει ότι για μία συγχώνευση επιχειρήσεων χρειάστηκε να προσκομίσει 61 έγγραφα και να χάσει πάνω από έναν μήνα εργασίας, τότε τα πολλά περί αναπτύξεως λόγια περιττεύουν.

     Επίσης, για ποια ανάπτυξη μπορεί να γίνει λόγος σε σοβαρό επίπεδο, όταν, σύμφωνα με την ετήσια έρευνα της Transparency International, που μετρά την αντίληψη της διαφθοράς του κράτους, η Ελλάδα έχει τον πιο διεφθαρμένο δημόσιο τομέα στην Ευρώπη και βρίσκεται στην 60η θέση ανάμεσα σε 177 χώρες του κόσμου –πιο κάτω από την Τουρκία, τη Σενεγάλη, τη Ναμίμπια και την Γκάνα. Σύμφωνα δε με την έρευνα του Heritage Foundation, που μετρά το πόσο ελεύθερη είναι η οικονομία μιας χώρας (και άρα πόσο «φιλελεύθερη» είναι η χώρα), η Ελλάδα βρίσκεται στην 119η θέση ανάμεσα σε 178 χώρες –πιο χαμηλά από την Μπουρκίνα Φάσο, την Μογγολία, την Τανζανία, το Τζιμπουτί και, φυσικά, όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δηλαδή, η χώρα μας είναι η λιγότερο φιλελεύθερη χώρα της περιοχής και μία από τις λιγότερο φιλελεύθερες του κόσμου.

     Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από άλλες έρευνες, όπως αυτή του Fund for Peace, που μετρά την δυνατότητα των κρατών να λειτουργήσουν αποτελεσματικά υπέρ των πολιτών τους. Η Ελλάδα είναι η 138η «πιο αποτυχημένη χώρα στο κόσμο» επί 178 χωρών.

       Δεν πρέπει έτσι να προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη ότι δεξαμενές σκέψεως (think tanks), όπως το Bruegel στις Βρυξέλλες, σε ειδικές μελέτες και αναλύσεις τους για λογαριασμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κρίνουν το ελληνικό χρέος μη βιώσιμο και προτείνουν είτε νέο δάνειο 40 δισεκατ. ευρώ για την χώρα, είτε πάγωμα χρεών προς την ευρωζώνη έως το 2030. Κατά το γνωστό Ινστιτούτο, στο πρώτο σενάριο θα πρέπει να υπάρχει ένας συνδυασμός επιμήκυνσης των διμερών δανείων που έχει λάβει η Ελλάδα στο πλαίσιο του πρώτου μνημονίου κατά 50 χρόνια και μείωση των επιτοκίων τους κατά 0,50%. Επιπλέον, θα πρέπει να παγώσει κάθε πληρωμή προς τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (EFSF) έως το 2030, αντί του 2023 που ισχύει σήμερα. Στο δεύτερο σενάριο, που αποτελεί εναλλακτική λύση, η Ελλάδα θα πρέπει να παραμείνει εκτός αγορών έως το 2030, να λάβει ένα τρίτο δάνειο ύψους 40 δισεκατ. ευρώ και πολύ μεγαλύτερες κεφαλαιακές ενισχύσεις από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.

  Και όλα αυτά διότι, παρά τις μεγάλες θυσίες που υφίστανται οι υγιείς φορολογούμενοι και οι αδικημένοι στην χώρα, το συνολικό πολιτικό σύστημα ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ να έλθει σε άμεση σύγκρουση με το γραφειοκρατικό τέρας.