Γράφει ο Θεοδόσης Π. Τάσιος*

Δημοσιεύθηκε στο Βήμα στις 23 Φεβρουαρίου 2014

Κ. Καβάφης

Το εύρος του στοχασμού του Κωνσταντίνου Καβάφη και η συμβολή του στην εθνική μας αυτοσυνειδησία

 

Καθώς έχομε συνηθίσει με τις βολικές κατηγοριοποιήσεις, μας κακοφαίνεται που δέν ξέρομε άν λ.χ. ο Γκαίτε ήταν ποιητής ή φιλόσοφος. Όλο το λάθος βέβαια είναι στο διαζευτικό· στην αμφισβήτηση τού (άλλως) φυσικότατου εύρους· στην προκρούστεια λογική μας. Ο εγκέφαλος όμως δέν έχει στεγανά. Ένα κατιόν νατρίου μπαινοβγαίνει στους νευρώνες και κεντάει την πληροφορία – χωρίς λογοκρισία περί «συναισθήματος» ή «ορθού λόγου».

Ετούτα τα κοινότοπα είχα προσφάτως αφορμή να τα ξανασκεφθώ, όταν στην κεντρική Βιβλιοθήκη τού Δήμου Αθηναίων βρέθηκα σε μια ουσιωδέστατη σύναξη για τα «εκτός Κανόνος» του Καβάφη, οργανωμένην απ’ τον Παναγιώτη Ιωαννίδη [«Με τα λόγια (γίνεται)»]. Εκεί λοιπόν, εγώ ο άμουσος άκουσα για πρώτη φορά ορισμένα (πολύ γνωστά ως φαίνεται) κείμενα του Καβάφη, με τα οποία ο ποιητής φανερώνει το δικό-του εύρος ως στοχαστής. Και είπα να μοιρασθώ τις σκέψεις μου αυτές με όσους αναγνώστες δέν έτυχε να τα γνωρίζουν κι αυτοί – όσοι λίγοι κι αν είναι.

1. Το πρώτο θέμα είναι η, πολύ γνωστή σήμερα, αναγκαιότατη χρονική απόσταση ανάμεσα στο αντικειμενικό γεγονός και στην ενδεχόμενη καλλιτεχνική-του μετουσίωση. Είναι σάν το ζήτημα που περιέχεται στο συχνό παράπονο των αμυήτων «γιατί καλέ δέν πέρασε στην ποίηση ακόμα η τραγική-μας επικαιρότητα;». Δηλαδή πέρασε – αλλά μάλλον δέν είναι ποίηση· είναι μεγαλόστομη περιγραφή, ειδησεογραφικής ή συνθηματολογικής κατηγορίας. Γράφει λοιπόν ο Καβάφης: «Η καλλιτεχνικές εντυπώσεις κάποτε μένουν καιρόν αχρησιμοποίητες, παράγουν άλλες σκέψεις, μεταπλάσσονται από νέες επιρροές, και όταν αποκρυσταλλούνται εις γραπτές λέξεις, δέν είναι εύλογο να ενθυμηθούμε ποιά ήταν η ώρα της πρώτης αφορμής, από πού οι γραπτές λέξεις αλήθεια πηγάζουν». Κι ακόμη: «Η ποιητικότης η μόνη που διάβηκε προχθές εμπρός στα μάτια μου [… -] εάν φυλάξει τίποτέ της η μνήμη και με το επαναφέρει σε καμία στιγμή δημιουργικής συγκινήσεως, ίσως αφίσει μές στην τέχνη μου και κάτι απ’ το σύντομο προχθεσινό πέρασμά της». (Γ.-Π. Σαββίδης, «Ανέκδοτα σημειώματα ποιητικής και ηθικής», Μικρά Καβαφικά, Β’, Ερμής, 1987).

Ιδού επομένως μια αρμόδια περιγραφή αυτής της διεργασίας της αισθητικής μετουσίωσης «απ’ το γεγονός προς την έκφρασή του»: Μεσολαβεί χρόνος σιγής, εκεί στο υποσυνείδητο η εντύπωση συνεπωάζεται με πλήθος άλλες («σκέψεις, επιρροές») – και κάποτε κάτι αναδύεται ανεπιγνώτως («χωρίς να ενθυμηθούμε τις πρώτες αφορμές»), σε κάποια στιγμή «δημιουργικής συγκινήσεως». Ετούτη η δεύτερη συγκίνηση συνιστά το κύριο αισθητικό γεγονός τής δημιουργίας – η αρχική συγκίνηση ήταν απλώς ψυχολογία.

Εδώ λοιπόν ο λόγος τού ποιητή (έναν αιώνα πρίν) φανερώνει το εύρος των ενδιαφερόντων-του, όχι μόνον για το βίωμα – αλλα και για την κατανόηση του μηχανισμού αισθητοποίησής του.

2. Ένα δεύτερο σπουδαίο ζήτημα του σύγχρονου στοχασμού (ακόμη και στο πεδίο της Επιστήμης) είναι η αναπόφευκτη αβεβαιότητα η οποία συνοδεύει τη συναγωγή συμπεράσματος με βάση συγκεκριμένα δεδομένα – ιδίως δέ στις κοινωνικές επιστήμες. Καί αυτό το θέμα φαίνεται να έχει απασχολήσει τον Καβάφη: «Δέν έχω πολλήν πεποίθησιν περι της απολύτου αξίας ενός συμπεράσματος. Από τα αυτά διδόμενα, εγώ σχηματίζω τοιαύτην κρίσιν, και άλλος άλλην· είναι δε δυνατόν να ήναι αμφότεραι εναντίαι και αμφότεραι ορθαί καθ’ όσον αφορά έκαστον άτομον, διότι υπαγορεύονται υπό των ιδιαιτέρων-μας περιστάσεων και ιδιοσυγκρασιών ή συμμορφούνται προς αυτάς». («Ο Σακεσπήρος περί της ζωής», 1891, Τα πεζά. Ίκαρος, 2003). Ετούτη η οξυδερκέστατη επιστημολογική παρατήρηση, διατυπωμένη σε εποχές που δέν είχαν ξεχάσει τον άνεμο του ποζιτιβισμού, φανερώνουν μιαν άλλη σημαντική πλευρά ενός διανοουμένου: Την σεμνότητα του ορθού λόγου που αυτοβαθμονομείται. Εν αντιθέσει με τις μεγαλορημοσύνες που ακούγονται (ακόμη και σήμερα) περί της ακράδαντης, λέει, πίστης που προκύπτει από τα δεδομένα…

Κι είναι ωραίο να διδασκόμαστε σεμνότητα από έναν ποιητή.

3. Η κορύφωση των εντυπώσεών-μου απο ‘κείνην την ωραία βραδιά ήρθε όταν άκουσα το κρουστό μανιφέστο του Καβάφη κατά της σοβαροφάνειας. Ενός δημιουργού που τον συνηθίσαμε αγέλαστον σ’ όλες τις φωτογραφίες-του, ενός ανθρώπου που τον φανταζόμαστε πνιγμένον μέσα στις τραγικές-του περιστάσεις – ενος είρωνος μέν, σοβαρού πάντως ποιητή. «Και όμως με είναι δύσκολο να είμαι σοβαρός, και δέν εκτιμώ τη σοβαρότητα […]. Με αρέση στα σοβαρά μόνον η σοβαρότης· δηλαδή μισή ώρα ή δύο ή τρείς ώρες σοβαρότητα την ημέρα. […]. Αλλως, με αρέσουν τα χωρατά, η αστειότης, η ειρωνία […]. Αλλα δέν κάνει. Δυσκολεύει τες δουλειές. Διοτι ως επι το πλείστον έχεις να κάμνεις με ζευζέκηδες και αμαθείς. Αυτοί δε είναι πάντοτε σοβαροί […]. Τα σέρια μούτρα τους είναι αντικατοπτρισμός. Ολα τα πράγματα είναι προβλήματα και δυσκολίες για την αγραμματοσύνη-τους και για την κουταμάρα τους, γιαυτό σάν βώδια και σάν πρόβατα (τα ζώα έχουν σοβαρότατες φυσιογνωμίες) είναι περιχεμένη επάνω στα χαρακτηριστικά-τους η σοβαρότης. Ο αστείος άνθρωπος […] δέν εμπνέει πολλήν πεποίθησιν. Γι’ αυτό κι εγώ καταγίνομαι στους πολλούς να παρουσιάζω σοβαρήν όψι». (Σημείωμα ΚΒ’, 1908, «Ανέκδοτα σημειώματα ποιητικής και ηθικής». Ερμής 1983).

Νομίζω πως ετούτος ο καβαφικός καταπέλτης κατά της σοβαροφάνειας συνιστά σοβαρότατη συμβολήν στην εθνική μας αυτοσυνειδησία – και θά ‘ταν καλό να προστεθεί στα ρητά που δημοσιοποιήθηκαν στα μέσα συγκοινωνίας. Ξέρω· θα στεναχωρηθούν πλήθη περιώνυμα (elitistes και populistes, τουρλού), θα μας επαναφέρουν στην τάξη του σεβασμού προς τα βάσανα των «άλλων», και θα καμώνονται πως γνωρίζουν τη μεταφυσική αλήθεια ότι ο άνθρωπος είναι ένα ζώο μούντρουνο. Ωστόσο, πολλοί άλλοι έχουν τη γνώμη ότι η δικαίως λεγόμενη «πνευματώδης» σύλληψη των πραγμάτων (το «χιούμορ») ξορκίζει την μεγαλομανία, τους φανατισμούς και τον ναρκισσισμό. (Άσχετο άν σ’ αυτήν τη Χώρα εμείς δέν πάσχομε από τέτοιες ασθένειες…).

*Ο κ. Θεοδόσης Π. Τάσιος είναι ομότιμος καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου

Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ