Γράφει ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος*

Δημοσιεύθηκε στο European Business Review στις 25 Φεβρουαρίου 2014

 

Σημαντική ομιλία του πρώην διευθυντή του Οικονομικού Ταχυδρόμου στην εκδήλωση του ελληνικού τμήματος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων για την απονομή των βραβείων «Κωνσταντίνος Καλλιγάς»

 

Όπως κάθε χρόνο τα τελευταία 15 χρόνια, το ελληνικό τμήμα της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων (ΕΕΔ), απονέμει, στο όνομα του συνιδρυτή και πρώτου προέδρου του, τα δημοσιογραφικά βραβεία ήθους και ευρωπαϊκού προσανατολισμού «Κωνσταντίνος Καλλιγάς».

Κύριος ομιλητής στην φετινή εκδήλωση ήταν ο πρώην διευθυντής του Οικονομικού Ταχυδρόμου και τέως ευρωβουλευτής κ. Γιάννης Μαρίνος, ο οποίος το 1997 ήταν και ο πρώτος που βραβεύθηκε με το σχετικό βραβείο. Αναπτύσσοντας το θέμα «Δημοσιογραφία και Ηθική», αναφέρθηκε στα ερωτήματα που γεννά η άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος στην Ελλάδα και στις σχέσεις δημοσιογράφων με κόμματα και κρατικούς φορείς.

«Η έμμισθη υπηρεσία στην κρατική και όποιαν άλλη εξουσία φαλκιδεύει την ελεύθερη ειδησεογραφία και κριτική. Στην Ελλάδα, όμως, η απαγόρευση που προβλέπεται από το καταστατικό της ΕΣΗΕΑ για έμμισθη υπηρεσία δημοσιογράφων στο Δημόσιο παραβιάζεται σχεδόν συστηματικά, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει το κοινό αν ο δημοσιογράφος που διαβάζει ή ακούει πληροφορεί και επιχειρηματολογεί χωρίς να επηρεάζεται από το τί συμφέρει την εκάστοτε κυβέρνηση, το κόμμα, τους δημόσιους οργανισμούς, την τοπική αυτοδιοίκηση στη οποία προσφέρει ταυτόχρονα την υπηρεσία του, ή δεσμεύεται λόγω κομματικής ένταξης.

»Και με τους δημοσιογράφους που αυτονόητα απασχολούνται σε κρατικά και δημοτικά ραδιόφωνα και τηλεοράσεις τί γίνεται; Είναι ένα ηθικό ερώτημα, την απάντηση στο οποίο δίνει κάθε δημοσιογράφος με την ενημερωτική συμπεριφορά του που δεν μπορεί να υπαγορεύεται από το συμφέρον της κυβέρνησης, του κόμματος, του δημάρχου ή του ιδιώτη επιχειρηματία, των οποίων είναι αμειβόμενος συνεργάτης.

»Ήδη είμαι βέβαιος ότι προβληματίζω το ακροατήριο, το οποίο γνωρίζει ότι αυτή η αδέσμευτη δημοσιογραφία δεν είναι το είδος που κυριαρχεί. Θα αποτολμήσω να είμαι πιο συγκεκριμένος. Πόσο είναι ηθικό και δεοντολογικό να βγαίνει δημοσιογράφος σε ραδιόφωνο και τηλεόραση και να υποστηρίζει ως ενημερωτής της κοινής γνώμης την αθωότητα διωκόμενου για κακούργημα μεγαλοεπιχειρηματία του οποίου είναι έμμισθος συνεργάτης; Ή πόσο αντικειμενικά ή δεοντολογικά πληροφορούσε ή σχολίαζε διακεκριμένος δημοσιογράφος σε κομματική εφημερίδα από την οποία απολύθηκε επειδή τόλμησε να διατυπώσει κάποια άποψη διαφορετική από την κομματική γραμμή την οποία υπηρετεί η εφημερίδα του; Και τί είδους ηθική υπηρετούν οι δημοσιογράφοι στην Βόρεια Κορέα, την Μιανμάρ ή την Κούβα, όταν επιτρέπεται να γράφουν και να λένε μόνον ό,τι υπαγορεύει ή συμφέρει την κρατική και μονοκομματική εξουσία, αλλιώς τους εξαφανίζουν;», τόνισε ο ομιλητής.

Προσπαθώντας να διευρύνει τον προβληματισμό πάνω στο θέμα αυτό, ο καταξιωμένος πρώην διευθυντής του ΟΤ επεσήμανε ότι αξιοπρόσεκτη απάντηση για την σχέση ηθικής και δημοσιογραφίας μπορεί να θεωρηθούν τα πορίσματα παλαιάς έρευνας που διεξήγαγε το 1999 η γνωστή εταιρεία δημοσκοπήσεων VPRC για λογαριασμό του περιοδικού Μέτρο, για το ποιόν και την αξιοπιστία των μέσων ενημέρωσης και των δημοσιογράφων. «Με ερωτώμενους 239 δημοσιογράφους προέκυψε ότι αυτοχαρακτηριζόμαστε εμείς οι ίδιοι για υπερβολή, αλαζονεία, υποτέλεια, κυνισμό, ανευθυνότητα και διαφθορά», είπε ο κ. Γιάννης Μαρίνος, θέτοντας πιεστικά πλέον και το τεράστιο θέμα της δημοσιογραφικής αξιοπιστίας.

Αναφερόμενος επίσης στην διαφθορά που επικρατεί στην χώρα και στις «υψηλές» θέσεις που κατέχει η Ελλάδα στις σχετικές κατατάξεις του διεθνούς οργανισμού για την καταπολέμηση της διαφθοράς Διεθνής Διαφάνεια, ο κ.Γιάννης Μαρίνος τόνισε ότι στην χώρα μας η ανήθικη δημοσιογραφία εκτινάχθηκε στα ύψη αφ’ ότου η τηλεόραση εντάχθηκε στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, όπου η εικόνα παίζει καθοριστικό ρόλο σε όποιον θέλει να αποπληροφορήσει και να αποκρύψει πραγματικότητες. Σήμερα δε, η κατάσταση αυτή έχει φθάσει σε παροξυσμικό επίπεδο, από την στιγμή που το Διαδίκτυο ανέλαβε να μάς πληροφορεί και να μάς καθοδηγεί.

«Υπό τις συνθήκες αυτές, η ευθύνη που φέρει η δημοσιογραφία για τον σημερινό κατήφορο και, συνεπώς, για την ανάσχεση της ομαλής εξέλιξης της κοινωνίας μας είναι όντως πρωταρχική. Κάτι εξαιρετικά δύσκολο, όταν δυστυχώς κυρίαρχη είναι η αντίληψη ότι είδηση είναι μόνον ό,τι κακό συμβαίνει γύρω μας, ενώ το καλό θεωρείται βαρετό, ανούσιο και υποβαθμίζεται ή αγνοείται. Κι ακόμα, όταν παρασυρόμαστε εύκολα στον ρόλο του καθοδηγητή της κοινωνίας και του δικαστή, ιδιαίτερα στα τηλεοπτικά παράθυρα και στο Διαδίκτυο. Επειδή τέτοιες συμπεριφορές τροφοδοτούν διαθέσεις φίμωσης της ελευθερίας του Τύπου και της διακίνησης των ιδεών, που είναι ύψιστη κατάκτηση και από τα βασικά θεμέλια της δημοκρατίας, ανακύπτει η ανάγκη καταγραφής όχι ενδεικτικών αλλά δεσμευτικών βασικών κανόνων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και όχι μόνο για την τηλεόραση, όπου θα απαιτείται και θα είναι υποχρεωτικός ο σεβασμός τους από επαγγελματίες δημοσιογράφους. Υποχρεωτική επίσης θα πρέπει να γίνει για την τηλεόραση η ανασκευή ανακριβειών ή ψευδών, όπως ισχύει για τις εφημερίδες», κατέληξε ο κ. Γιάννης Μαρίνος.

Αξίζει στο σημείο αυτό να υπογραμμίσουμε ότι αυτή η τελευταία πρότασή του είχε υποβληθεί από τον υπογράφοντα το 2000 τόσο προς την πολιτεία όσο και προς την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ενώσεων Συντακτών (ΠΟΕΣΥ), υπό την ιδιότητά του τότε ως προέδρου της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου (ΕΣΠΗΤ). Στην σχετική πρόταση ουδέποτε δόθηκε απάντηση –προφανώς γιατί το όλο θέμα τελεί ακόμα υπό μελέτη…

* Επίτιμος διεθνής πρόεδρος της ΕΕΔ και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματος

Πηγή: European Business Review