Γράφει η Σώτη Τριανταφύλλου

Δημοσιεύθηκε στο www.bookpress.gr στις 27 Φεβρουαρίου 2014

alice-in-wonderland-alice-looks-down-the-rabbit-hole-24-2-10-kc

Το βιβλίο του Αρίστου Δοξιάδη, Το αόρατο ρήγμα (εκδ. Ίκαρος), περιγράφει τη φύση και τις ιδιοτροπίες της ελληνικής οικονομίας διατυπώνοντας επιφυλάξεις τόσο για την πολιτική που ασκείται όσο και για εκείνη που απειλεί να εφαρμόσει η αριστερά «όταν έρθει στην εξουσία».

 

Αντιμετωπίζουμε δύο προβλήματα που συνυφαίνονται μεταξύ τους: πρώτον, αρνούμαστε να κατανοήσουμε πώς φτάσαμε στη χρεοκοπία – οι λαϊκιστές διαδίδουν χονδροειδή ψέματα εμποδίζοντας την αυτογνωσία της κοινωνίας μας, άρα και την επανόρθωση, όπου αυτή είναι δυνατή, της νοσηρότητάς της· δεύτερον, ακριβώς επειδή λείπει η αυτογνωσία, είναι προβληματική η υπέρβαση της κρίσης. Το βιβλίο, με τον υπότιτλο «Θεσμοί και συμπεριφορές στην ελληνική οικονομία», αποτελεί μια ανάλυση και κριτική στις αντιλήψεις του συρμού γύρω από τα αίτια και τις συνέπειες της κρίσης, και προβάλλει μια σειρά από συγκεκριμένες προτάσεις για την ανασύνθεση της πολιτικής οικονομίας. Παραλλήλως, απαντά σε ερωτήματα εγχώριου ενδιαφέροντος όπως «Μαζί τα φάγαμε;» «Ποιος φταίει; Ποιος θα μας σώσει;» «Ποια είναι τα συγκεκριμένα εμπόδια για την ανάκαμψη;» και παγκοσμίου ενδιαφέροντος όπως «Είναι η πάλη μεταξύ κεφαλαίου και προλεταριάτου η βασική αντίθεση του καπιταλισμού;» «Βρίσκεται πράγματι ο διεθνής και ευρωπαϊκός καπιταλισμός σε κρίση;» Κυρίως, απαντά σε ερωτήματα που τοποθετούν με τη ρητορική και την πρακτική τους η αριστερά και η εθνικιστική δεξιά: «Είναι ο εχθρός μας έξω από τη χώρα;» Κι αυτόν τον εχθρό τον ευνοεί άραγε μια ομάδα πρακτόρων μέσα στη χώρα – οι επιλεγόμενοι «μνημονιακοί»;

Ο Αρίστος Δοξιάδης περιγράφει, με ψυχραιμία, μια κοινωνία που δεν υπόκειται στους νόμους του κράτους αλλά υποτάσσει το κράτος στους δικούς της νόμους. Και που εμφάνιζε, ανέκαθεν, αγεφύρωτη διαφορά ανάμεσα στον επίσημο λόγο της πολιτικής -επενδύσεις, προγραμματισμό, ανταγωνισμό, παραγωγικότητα, κίνητρα- και στον λόγο της καθημερινότητας: «δε βαριέσαι», «μην αγχώνεσαι», «χαλαρά». Κοντολογίς, πρόκειται για μια κοινωνία με πλήθος ιδιομορφιών και διαστρεβλώσεων: μεγάλο αριθμό αυτοαπασχολούμενων και μικροαφεντικών (στην ουσία, πρώιμο, αν όχι «πρωτόγονο» καπιταλισμό), οικογενειοκρατία, καιροσκοπία (υπό την έννοια του εύκολου, βραχυπρόθεσμου κέρδους) και δύο τομείς –τουρισμός, ναυτιλία- που ανθούν, με τον τρόπο τους, ακριβώς επειδή είναι αποκομμένοι από το κράτος. Στο τοπίο προστίθενται, φυσικά, η χαμηλή τεχνολογία και οργάνωση, η τυραννία του συνδικαλισμού, η γραφειοκρατία, η συστηματική παρανομία. Με αυτά τα υλικά δεν μπορεί να δημιουργηθεί παραγωγική βάση, ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και, εν κατακλείδι, μεσαία τάξη που να περιλαμβάνει δυναμικά στελέχη επιχειρήσεων, τα οποία, μαζί με τους εμπόρους και τους μορφωμένους ελεύθερους επαγγελματίες (γιατρούς, δικηγόρους, μηχανικούς) συνθέτουν την κατ’ εξοχήν τάξη της αστικής δημοκρατίας. Εξού και η παραπαίουσα, ατελής αστική δημοκρατία.

Προσπαθήσαμε, και δεν προσπαθήσαμε, να ζήσουμε σαν Ευρωπαίοι χωρίς να συγκροτήσουμε ευρωπαϊκό κράτος που να διοικεί και να ρυθμίζει την οικονομία. Αντιθέτως, το διογκωμένο ελληνικό κράτος, εκτός του ότι ενδιαφερόταν πρωτίστως για την ευζωία των υπαλλήλων του, αδυνατούσε να συγκεντρώσει φόρους από ευρύτατες κατηγορίες εισοδημάτων καθώς και να παράσχει ικανοποιητικές υπηρεσίες (παιδεία, υγεία, μεταφορές, ενέργεια) σε όλους τους πολίτες. Ήταν δηλαδή παρασιτικό – ανίκανο να εφαρμόζει δημόσια πολιτική. Η κακοδιοίκηση, αποτέλεσμα της γενικότερης κακιστοκρατίας, κατέληξε σε παιδεία (σχολική και πολιτική) πολύ χαμηλού επιπέδου, η οποία, με τη σειρά της, συνέβαλε στην κρίση και στη λανθασμένη αντιμετώπισή της.

Ο Αρίστος Δοξιάδης προσπαθεί να είναι δίκαιος στην αφήγησή του για τη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Και η κριτική του στις άλλες, απλοϊκότερες αφηγήσεις περί πλουτοκρατίας, τοκογλυφίας, ιμπεριαλισμού και διεθνούς συνωμοσίας είναι μάλλον επιεικής. Ο στόχος του βιβλίου δεν είναι η καταγγελία από την οποία έχουμε χορτάσει – είναι η ανάλυση των απλών αληθειών στις οποίες είναι απαραίτητο να συμφωνήσουμε κι από τις οποίες προκύπτουν δημιουργικές προτάσεις: τι πρέπει να γίνει, πώς πρέπει, επιτέλους, να παίξουμε το παιχνίδι όχι σαν ζαβολιάρηδες, αλλά σαν σοβαροί παίκτες.

Πηγή: bookpress.gr