Γράφει η Βίβιαν Ευθιμιοπούλου*

Δημοσιεύθηκε στο protagon.gr στις 2 Μαρτίου 2014

 

Την εβδομάδα που μας πέρασε με εντυπωσίασε το ότι ένα από τα θέματα που συζητήθηκαν εκτενώς στα κοινωνικά δίκτυα, ανάμεσα στους αυτοπροσδιοριζόμενους ως φιλελεύθερους-μεταρρυθμιστές, ήταν η νέα διαφήμιση της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας Cosmote· αναφέρομαι σ’ αυτή με τον δήμαρχο. Ενοχλημένοι, οι περισσότεροι, επεσήμαναν τη σάτιρα στις μεταρρυθμίσεις, η οποία κορυφωνόταν με τον ψάλτη του χωριού να τις ζητά ως επωδό.

Οι διαφημίσεις παράγονται μ’ έναν αποκλειστικό σκοπό: να πουλήσουν προϊόντα. Δεν φτιάχνουμε διαφημίσεις για να παράξουμε πολιτική ή τέχνη και για να καταφέρουμε να πουλήσουμε προϊόντα· αναπαράγουμε σύμβολα, σημεία, λέξεις που μάλιστα έχουν αυτονομηθεί από αυτό που σήμαιναν αρχικά, έχουν εμπεδωθεί καλά από τη δημόσια σφαιρα και μπορούν να επανανοηματοδοτηθούν σε πολλά και διαφορετικά context. Δηλαδή, στη διαφήμιση αναπαράγουμε στερεότυπα. Αυτή είναι η βασική αρχή.

Το γεγονός ότι λέξεις όπως «μεταρρυθμίσεις» και «φιλελευθερισμός» αναπαράγονται στερεοτυπικά και σ’ ένα πλαίσιο σάτιρας, θα έπρεπε περισσότερο να προβληματίσει παρά να ενοχλήσει, γιατί σημαίνει ότι οι λέξεις αυτές έχουν πλέον φορτιστεί διαφορετικά και δεν δηλώνουν μόνο τη σημασία τους, αλλά δηλώνουν ταυτόχρονα και μια σειρά από άλλα πράγματα. Για παράδειγμα, η χρήση της λέξης «μεταρρυθμίσεις» είναι ταυτισμένη πλέον με το μνημόνιο και σ’ ένα πλαίσιο σάτιρας δηλώνει βέβαια την ανικανότητα να εφαρμοστούν, ένα διαρκές «Κύριε ελέησον». Το ίδιο ισχύει και για τη λέξη «φιλελευθερισμός». Πλέον, δεν σημαίνει μόνο μια συγκεκριμένη πολιτική θεωρία, αλλά έχει ταυτιστεί με επιτυχία από τους αντιπάλους του με μια σειρά από πολιτικές που έχουν χαρακτηριστεί «αντιλαϊκές» -με ό,τι αυτό σημαίνει-, «ελιτίστικες», ξένες προς την πολιτική παράδοση και την κουλτούρα της χώρας. Το αν αυτή η ταύτιση είναι δίκαιη ή άδικη δεν με ενδιαφέρει να το εξετάσω σ’ αυτό το άρθρο, αλλά επισημαίνω ότι οι φορείς των συγκεκριμένων ιδεών και απόψεων φέρουν ένα σημαντικό μέρος της ευθύνης για το ότι τα συγκεκριμένα σημεία στη συλλογική αντίληψη δηλώνουν πλέον τέρατα.

Από την άλλη πλευρά όμως, ποιος διαφωνεί ότι στην Ελλάδα πρέπει ν’ αλλάξουν πολλά -αν όχι όλα; Ποιος διαφωνεί με το ότι το ελληνικό κράτος είναι αυταρχικό και ότι δημιουργεί στους πολίτες περισσότερα προβλήματα απ’ όσα επιλύει; Ποιος διαφωνεί με την αντίληψη ότι το κράτος δεν μπορεί να επεμβαίνει στις προσωπικές επιλογές των ατόμων, να ελέγχει τη ζωή τους και το κρεβάτι τους; Ποιος διαφωνεί με το ότι οι πολίτες υπερφορολογούνται, σε βαθμό που να ακυρώνεται κάθε μελλοντικό τους σχέδιο για την ατομική τους πρόοδο; Ποιος διαφωνεί με το ότι οι κρατικοί λειτουργοί δεν είναι δυνατόν να διορίζονται αποκλειστικώς από την κυβέρνηση, αλλά να επιλέγονται μέσα από ανοιχτές διαδικασίες στις οποίες θα έχουν δικαίωμα συμμετοχής όλοι οι πολίτες;

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ενώ ελάχιστοι διαφωνούν με τα παραπάνω όπως είναι διατυπωμένα, οι λέξεις που τα σημαίνουν είναι τόσο απαξιωμένες που χρησιμοποιούνται στερεοτυπικά για να σατιρίσουν αδιέξοδα, ενώ οι χρήστες των λέξεων που είναι και φορείς των ιδεών που αυτές σημαίνουν, ευαγγελίζονται ότι είναι η διέξοδος.

Από την αρχή της κρίσης γράφω ότι δεν θα καταστεί ποτέ δυνατόν να την υπερβούμε όσο δεν αλλάξουμε τις λέξεις που χρησιμοποιούμε, τόσο για να την περιγράψουμε όσο και για να διατυπώσουμε «τι πρέπει να κάνουμε», κι αυτό γιατί οι λέξεις δημιουργούν συνείδηση και κουλτούρα. Την ίδια στιγμή, παρατηρώ ότι όσοι ισχυρίζονται ότι θέλουν ν’ αλλάξουν τα πάντα αντί ν’ αναζητούν νέες λέξεις, εμμένουν με θρησκευτική ευλάβεια σ’ αυτές, τις αναπαράγουν ως θρησκευτικό ύμνο, με αποτέλεσμα βέβαια να περιθωριοποιούνται από την πλειοψηφία της κοινωνίας.

Οι λέξεις «μεταρρυθμίσεις» και «φιλελευθερισμός» έχουν πεθάνει οριστικά, την ίδια στιγμή που τα αιτήματα που δηλώνουν είναι πιο ζωντανά, καυτά και επείγοντα από ποτέ. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που με την εμφάνισή του «Το ποτάμι» έκανε «γκελ» σε μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας. Ο σάλος που δημιουργήθηκε δεν οφείλεται ούτε στην αναγνωρισιμότητα του Σταύρου Θεοδωράκη, ούτε σε κάποια επικοινωνιακή διαχείριση ή τρικ. Ήταν πολύ απλό: στο «ιδρυτικό» κείμενο για «Το ποτάμι» δεν συναντάς ούτε μια πεθαμένη λέξη, μόνο βλέπεις να πάλλονται από ζωντάνια τα αιτήματα που είναι αποδεκτά από ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας, διατυπωμένα όμως διαφορετικά.

Κάποιες λέξεις πέθαναν οριστικά ενώ τα αιτήματά που εκφράζουν είναι πιο ζωντανά από ποτέ και η εμμονή στις πεθαμένες λέξεις θυμίζει μόνο μια παροιμία: «Το πολύ το Κύριε Ελέησον», όπως το αποτυπώνει σατιρικά μέχρι και η διαφήμιση, «ούτε ο Θεός δεν το θέλει», πόσο μάλλον οι πολίτες. Να το σκεφτούμε.

*Η Βίβιαν Ευθυμιοπούλου είναι σύμβουλος επικοινωνίας.

 

Πηγή: Protagon.gr