Γράφει ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος

Δημοσιεύθηκε στο European Business Review στις 12 Μαρτίου 2014

 

Η επέκταση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, οιασδήποτε φύσεως, είναι κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης –και αυτοί που το αμφισβητούν, στην ουσία άλλα πράγματα έχουν κατά νουν

 

Σε εντυπωσιακό αφιέρωμά του με τίτλο «2.000 Χρόνια Παγκοσμιοποίησης», το γαλλικό περιοδικό Histoire αναφέρει ότι το φαινόμενο αυτό κάθε άλλο παρά σύγχρονο είναι. Ακόμη περισσότερο, πρόκειται για μία ισχυρή τάση που εδράζεται στην φύση του ανθρώπου και τον σπρώχνει πάντα προς την αναζήτηση, την εξερεύνηση, την κατάκτηση και την δημιουργία νέων όρων επιβίωσης.

Υπενθυμίζει έτσι το γαλλικό περιοδικό ότι στους κόλπους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κάπου 70 εκατομμύρια άνθρωποι –πολλά χρόνια πριν την έλευση του χριστιανισμού και την παγκοσμιοποίησή του– ήσαν ενωμένοι με το ίδιο δίκαιο, τον ίδιο τρόπο ζωής και με την χρήση της ελληνικής και της λατινικής γλώσσας. Στο Histoire υπογραμμίζεται επίσης ότι τον 16ο αιώνα, μετά την ανακάλυψη της Αμερικής από τον Χριστόφορο Κολόμβο, τέσσερα κομμάτια του κόσμου μπορούσαν να βρίσκονται σε επαφή –γεγονός που άλλαξε ριζικά και την πορεία της ανθρωπότητας. Η τεράστια ιβηρική αυτοκρατορία, στην οποία ο ήλιος δεν έδυε ποτέ, ήταν το χωνευτήρι σκέψεων και εφευρέσεων γεννημένων από την συνάντηση Ινδιάνων, Ευρωπαίων και Αφρικανών. Η κατάσταση αυτή επιταχύνθηκε εντυπωσιακά τον 19ο αιώνα, όταν η κυριολεκτικά ντοπαρισμένη από την βιομηχανική επανάσταση και τον αποικιοκρατικό πυρετό Ευρώπη ενοποίησε προς όφελός της το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη.

Συνεπώς, η παγκοσμιοποίηση υπήρξε ένα αμιγώς ευρωπαϊκό φαινόμενο, το οποίο μετεξελίχθηκε σε αμερικανικό όταν στην γηραιά ήπειρο οι απεχθείς ιδεολογίες του ολοκληρωτισμού και του εθνικισμού οδήγησαν στον 20ο αιώνα σε δύο Παγκόσμιους Πολέμους. Σήμερα δε, οι δυνάμεις αυτές –που είναι ό,τι πιο αποκρουστικό έχει να επιδείξει η ανθρώπινη φύση– προσπαθούν, ματαίως, να ανακόψουν την πορεία της παγκοσμιοποίησης, όχι όμως χωρίς να προκαλούν σοβαρές ζημιές στις ανερχόμενες πληθυσμιακά κοινωνίες. Από την άλλη πλευρά, οι αμετανόητοι εραστές ανύπαρκτων «παραδείσων» κάνουν λόγο για «αποπαγκοσμιοποίηση», την στιγμή που το παγκόσμιο ηλεκτρονικό εμπόριο αυξάνεται με ρυθμό πάνω από 10% τον χρόνο.

Τον όρο «αποπαγκοσμιοποίηση» (deglobalization) χρησιμοποιεί στο τελευταίο βιβλίο του με τίτλο «Αποπαγκοσμιοποίηση, ιδέες για μια νέα παγκόσμια οικονομική τάξη», ο Φιλιππινέζος οικονομολόγος Βάλντιν Μπελο, γνωστός για τις αυστηρές κριτικές του έναντι του καπιταλισμού. Ωστόσο, ίσως κάνει ένα σοβαρό λάθος: συγχέει την οικονομική στασιμότητα με την υποχώρηση που παρατηρείται σε ορισμένες περιπτώσεις της διεθνούς οικονομικής ολοκλήρωσης.

Το ερώτημα που προκύπτει από την ανάλυση του Φιλιππινέζου οικονομολόγου είναι αυτό του κατά πόσον και σε ποια έκταση μπορεί η παγκοσμιοποίηση να τελειώσει. Η απάντηση στο ερώτημα έχει πολλές πλευρές και κατά κύριο λόγο απαιτεί αρκετές διευκρινίσεις.

Όπως επισημαίνει το περιοδικό Εκόνομιστ, τα 20 τελευταία χρόνια υπήρξαν εξαιρετικά επωφελή για τις αναπτυσσόμενες χώρες, οι οποίες παρουσίασαν διπλάσιους αναπτυξιακούς ρυθμούς σε σύγκριση με τις αναπτυγμένες χώρες και, ως εκ τούτου, μείωσαν το χάσμα που τις χώριζε από τις τελευταίες. Επίσης, κατά τον οικονομολόγο της Παγκόσμιας Τράπεζας Κ.Ντόλλαρ, χάρη στην οικονομική και εμπορική παγκοσμιοποίηση, την περίοδο 1990-2006 περίπου 600 εκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη μας ξέφυγαν από την απόλυτη φτώχεια, παρά την ισχυρή δημογραφική ανάπτυξη στις χώρες τους.

Κατά συνέπεια, αν η παγκοσμιοποίηση είναι, μεταξύ άλλων, και η παγκόσμια ολοκλήρωση των κινήσεων κεφαλαίων, αγαθών και υπηρεσιών, η μέχρι τώρα πορεία της υπήρξε συνολικά θετική.

Το θέμα όμως που δημιουργείται σήμερα είναι ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, οι κινήσεις κεφαλαίων, αγαθών και υπηρεσιών αντιμετωπίζουν προβλήματα –τα οποία, ωστόσο, οφείλονται στον περιορισμό της παγκοσμιοποίησης δανειακών κεφαλαίων και όχι στο ευρύτερο φαινόμενο αφ’ εαυτό. Είναι δε σαφές, επισημαίνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ότι αυτή η δανειακή κάμψη πλήττει άμεσα και σοβαρά χώρες με πολύ υψηλές εξαγωγικές επιδόσεις, όπως η Ταϊβάν, η Σιγκαπούρη, η Γερμανία και άλλες –χώρες στις οποίες οι εξαγωγές καλύπτουν πάνω από το 60% του Ακαθαρίστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ) τους.

Ωστόσο, από την οικονομική κρίση υποφέρουν και χώρες οι οποίες επωφελήθηκαν σημαντικά από την παγκοσμιοποίηση του τουρισμού, ιδιαιτέρως στην περιοχή της Καραϊβικής. Η Παγκόσμια Οργάνωση Τουρισμού προβλέπει για το 2014 έως και 5% πτώση της διεθνούς τουριστικής δραστηριότητας, η οποία μέχρι και το 2007 αυξανόταν με ρυθμό 5% ετησίως.

Στην Καραϊβική δε, η πτώση αναμένεται να πλησιάσει το 30%, γεγονός που θα αποτελέσει σοβαρό οικονομικό πλήγμα για τις χώρες της περιοχής, στις οποίες ο τουρισμός αντιπροσωπεύει ποσοστό 40% του ΑΕΠ τους.

Προβλήματα –παρά το γεγονός ότι, για την ώρα, έχουν θετικό ρυθμό ανάπτυξης– ίσως αντιμετωπίσουν και χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία. Ήδη, οι εξαγωγές των χωρών αυτών παρουσιάζουν πτώση, η οποία, στην περίπτωση της Κίνας, φθάνει το 20%. Παράλληλα, κάμψη παρατηρείται και στις εισαγωγές τους, με αιχμή του δόρατος το μείον 43% της Κίνας. Ωστόσο, οι τρεις αυτές χώρες έχουν μεγάλες εσωτερικές αγορές και άρα μπορούν να υποκαταστήσουν τις εξαγωγές με την εσωτερική τους ζήτηση. Προς το παρόν, όμως, τα εμπορικά τους προβλήματα επιδεινώνονται και από την κάμψη των ροών κεφαλαίων προς αυτές.

Κατά την Παγκόσμια Τράπεζα, το καθαρό ιδιωτικό χρέος και οι ροές κεφαλαίων προς τις αναπτυσσόμενες χώρες, από 1.020 δισεκατ. δολλάρια το 2007, έπεσαν στα 530 δισεκατ. δολλάρια το 2009 και στα 410 πέρυσι. Από την πλευρά του, το Διεθνές Χρηματοοικονομικό Ινστιτούτο προβλέπει ότι φέτος οι αποπληρωμές χρεών των αναδυομένων χωρών θα είναι αισθητά ανώτερες από τις αντίστοιχες χορηγήσεις δανείων.

Ωστόσο, οι χώρες της ανατολικής Ασίας θα πληγούν λιγότερο από την αποκαλούμενη χρηματοοικονομική παγκοσμιοποίηση, διότι οι περισσότερες από αυτές είναι πιστώτριες. Ακριβώς το αντίθετο θα συμβεί στην Ρωσία και στις χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, οι τράπεζες των οποίων έχουν δανεισθεί τεράστια κεφάλαια από το εξωτερικό, ενώ οι κυβερνήσεις τους έχουν συσσωρεύσει μεγάλα εξωτερικά χρέη. Συνεπώς, στις χώρες αυτές η ανατροπή της παγκοσμιοποίησης, όσο πρόσκαιρη και αν είναι, θα δημιουργήσει ακόμα σοβαρότερα προβλήματα.

Κατά το Διεθνές Γραφείο Εργασίας, η μερική οικονομική αποπαγκοσμιοποίηση θα δημιουργήσει συνθήκες ανεργίας, με ό,τι η κατάσταση αυτή συνεπάγεται για τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα. Οι εκτιμήσεις του Γραφείου κάνουν λόγο για 200 εκατομμύρια ανέργους ανά τον κόσμο, δηλαδή 30 εκατομμύρια επιπλέον από ό,τι το 2007. Σε μεγάλο δε βαθμό, η ανεργία αυτή θα οφείλεται στην πτώση του διεθνούς εμπορίου και, βεβαίως, στην συναφή μηδενική ή αρνητική ανάπτυξη.

Επιπροσθέτως, η εξέλιξη αυτή είναι βέβαιον ότι θα οδηγήσει σε κοινωνική κρίση και την Κίνα, στην οποία ολόκληρες φτωχές περιοχές επεβίωναν χάρη στις εξαγωγές και στην εργασία φασόν. Βεβαία θεωρείται και η μείωση των μεταναστευτικών εμβασμάτων από τις χώρες υποδοχής στις χώρες προέλευσης των μεταναστών, γεγονός το οποίο επίσης θα συμβάλει στην οικονομική δυσπραγία των φτωχών κυρίως χωρών. Ως γνωστόν, κάποια εκατομμύρια Νοτιοασιάτες εργάζονται στις χώρες του Κόλπου, πολλοί νέοι Αφρικανοί βρίσκονται στην Νότιο Αφρική και η Ρωσία φιλοξενεί πάνω από 2 εκατομμύρια μετανάστες από την Κεντρική Ασία. Η οικονομική δυσπραγία που θα πλήξει αυτές τις κατηγορίες μεταναστών θα έχει σοβαρές κοινωνικές επιπτώσεις, οι οποίες ήδη είναι ορατές.

Χαρακτηριστικό, από την άποψη αυτή, είναι το γεγονός ότι, δημοσκόπηση που έγινε το 2008 από την Pew Global Attitudes Project σε 47 χώρες, κατέδειξε ότι το 65% της κοινής γνώμης ήταν ευνοϊκό προς την παγκοσμιοποίηση και το διεθνές εμπόριο, το 70% έβλεπε θετικά τις πολυεθνικές εταιρείες και το 56% αισθανόταν καλύτερα σε μία ελεύθερη αγορά. Αντιθέτως, στις αναπτυγμένες χώρες –και ιδιαιτέρως στην Ευρωπαϊκή Ένωση– το 70% των πολιτών θεωρούν ότι η παγκοσμιοποίηση ωφελεί περισσότερο τις πολυεθνικές εταιρείες παρά τους πολίτες. Ακόμα χειρότερα, στις χώρες αυτές η εμπιστοσύνη απέναντι στις εταιρείες έχει σοβαρά κλονισθεί, με αποτέλεσμα η κοινή γνώμη να υποστηρίζει περισσότερο από ό,τι στο παρελθόν τις κρατικές παρεμβάσεις. Στο σημείο αυτό, υπάρχει πλέον ένα πολύ σοβαρό υπαρξιακό πρόβλημα για τις επιχειρήσεις και το επιχειρείν, το οποίο θέλει πολύ σοβαρότερη αντιμετώπιση από αυτήν που τού δίνουν πολλές επιχειρήσεις.

Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, η παγκόσμια κοινή γνώμη κάθε άλλο παρά κατά της παγκοσμιοποίησης τάσσεται. Όμως, υπό το φως των σημερινών εξελίξεων, το μέλλον της παγκοσμιοποίησης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις συμπεριφορές των επιχειρήσεων, όπως και από την ικανότητα των κυβερνήσεων να θέσουν υπό διεθνή θεσμικό έλεγχο την χρηματοοικονομική απληστία και τον συναφή με αυτήν τραπεζο-πιστωτικό παραλογισμό. Διότι, όταν η Παγκόσμια Τράπεζα μάς πληροφορεί ότι τα παγκόσμια δημόσια χρέη έφθασαν τα 100 τρισεκατομμύρια δολλάρια, μόνον για παραλογισμό μπορούμε να κάνουμε λόγο. Παρόλα αυτά, στις σημερινές συνθήκες ακόμα και αυτό το φαινόμενο μόνον με την παγκοσμιοποίηση των απομοχλεύσεων δανείων μπορεί να επιλυθεί. Άρα, είμαστε ήδη πολύ μακρυά από το όραμα της «αποπαγκοσμιοποίησης»…

Πηγή: European Business Review