Γράφει ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος

Δημοσιεύθηκε στο European Business Review στις 19 Μαρτίου 2014

 

Η Ελλάδα έχει όλες τις απαραίτητες δυνατότητες να γίνει η «Κοιλάδα του Πυριτίου» της ΝΑ Μεσογείου –με ό,τι αυτό συνεπάγεται για ταχεία έξοδο από την κρίση

 

«Όλα τα μέσα και όλες οι δικαιολογίες είναι καλές προκειμένου να αποφεύγεται στην Ελλάδα η οποιαδήποτε συζήτηση πάνω στο πραγματικό πρόβλημα της χώρας, που είναι η δομή και η λειτουργία του παραγωγικού της ιστού». Η παρατήρηση αυτή δεν προέρχεται από ένα τυχαίο πρόσωπο. Διατυπώθηκε στον γράφοντα από κορυφαίο μέλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που γνωρίζει καλά την Ελλάδα και τις δομές που συνθέτουν τον παραγωγικό της ιστό. Το πρόβλημα είναι ότι, την ώρα που όλοι πιπιλίζουν την καραμέλα της ανάπτυξης, σχεδόν κανείς δεν αναφέρει πάνω σε ποιες δομές και ποιους κλάδους θα εδράζεται η αναπτυξιακή λειτουργία.

Μία πρώτη παρατήρηση που θα μπορούσε να γίνει στο σημείο αυτό είναι ότι η Ελλάδα στον 21ο αιώνα μόνον ως ποιοτική οικονομία των υπηρεσιών της μπορεί να διαπρέψει, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη δραστηριοτήτων που εδράζονται στην γνώση –αυτή την ανερχόμενη πρώτη ύλη. Μία πρώτη ύλη, εξάλλου, που δεν απαιτεί τεράστιες επενδύσεις για να παραχθεί, αλλά που προσφέρει υψηλές προστιθέμενες αξίες. Ωστόσο, η παραγωγή γνώσης απαιτεί ένα ποιοτικό εκπαιδευτικό σύστημα με παράλληλες δομές ικανές να προάγουν την έρευνα και την καινοτομία. Αυτό σημαίνει ότι, περισσότερο από υλικές επενδύσεις, η γνώση είναι απαιτητική σε πνευματικό κεφάλαιο αλλά και όρους ανάπτυξης του τελευταίου.

Ένας άλλος παράγοντας ο οποίος επίσης είναι αποφασιστικά υποβοηθητικός της ανάπτυξης γνώσεων που μετασχηματίζονται σε καινοτομίες είναι η γεωγραφία. Η τελευταία παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στο φαινόμενο της «τοπικής συνομάδωσης» (localization), που περιγράφει λαμπρά σε άρθρο του ο πανεπιστημιακός ερευνητής Πωλ Ντιούγκιτ αναφερόμενος στην γνωστή Σίλικον Βάλλεϋ στην Καλιφόρνια. Ο συγγραφέας –αφού εξιστορεί πώς δημιουργήθηκε αυτή η «Κοιλάδα του Πυριτίου», η οποία χρονολογείται από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο– υποστηρίζει ότι το παράδειγμά της μπορούν να μιμηθούν και άλλες περιοχές που διαθέτουν παρεμφερές με την Καλιφόρνια κλίμα.

Και επειδή αυτό ισχύει για την Ελλάδα, το ερώτημα είναι αν μπορεί να δημιουργηθεί στην χώρα μας κάτι παρόμοιο. Με άλλα λόγια, θα μπορούσε η Ελλάδα, μεταξύ άλλων, να γίνει λόγου χάρη κορυφαίο Τεχνολογικό Πάρκο της ΝΑ Ευρώπης; Η άμεση απάντηση που μπορεί να δοθεί στο καίριο αυτό ερώτημα είναι: γιατί όχι; Στην περίπτωση αυτή, το δεύτερο ερώτημα είναι πώς μπορεί να δημιουργηθεί στην χώρα μας μια τέτοια «τοπική συνομάδωση», υπό ποιους όρους και με ποιους πρωταγωνιστές. Εδώ η απάντηση είναι λίγο πιο δύσκολη, γιατί υπάρχει θέμα προϋποθέσεων. Είναι εφικτή στην χώρα μας η δημιουργία Κοινοτήτων Γνώσεως και Καινοτομίας, που θα μπορούσαν να πρωτοστατήσουν στην ΝΑ Ευρώπη; Αν κρίνουμε από κάποιες διάσπαρτες ιδιωτικές πρωτοβουλίες, όπως αυτή του καθηγητή Βασίλη Μακκιού, δημιουργού της Corallia, η απάντηση είναι θετική.

Υπάρχουν, ωστόσο, κάποια «μυστικά». Το πρώτο από αυτά έγκειται στην καλλιέργεια επιχειρηματικού πνεύματος, καινοτομίας και δημιουργίας. Στην Σίλικον Βάλλεϋ πηγαίνουν σωρηδόν νέοι επιχειρηματίες που διέπονται από αυτό που οι ψυχολόγοι αποκαλούν «διανοητική έξαψη». Αυτή είναι η κινητήρια δύναμη στην Σίλικον Βάλλεϋ και αυτήν προσπαθούν να καλλιεργήσουν στην Ευρώπη οι φορείς Κοινοτήτων Γνώσεως και Καινοτομίας. Σύμφωνα με κορυφαίους ειδικούς, η «διανοητική έξαψη» είναι πολύτιμη για την οικονομία μιας χώρας ή μιας περιοχής, γιατί επιτρέπει την παραγωγική της ανανέωση μέσα από τον αποκαλούμενο «γενετικό ανασυνδυασμό».

Όπως γράφει ο Πωλ Ντιούγκιτ, οι καινοτόμοι –είτε επιχειρηματίες, είτε ερευνητές, είτε στελέχη επιχειρήσεων– δεν προκύπτουν απλώς εν κενώ, οραματιζόμενοι νέες, πρωτοφανείς ιδέες. Αυτό που μάλλον συμβαίνει είναι ότι η βέλτιστη απόδοση πολλών καινοτόμων προκύπτει από τον συγκερασμό παλιών προβλημάτων και νέων λύσεων, υπαρχουσών τεχνολογιών και απρόσμενων εφαρμογών ή διαφορετικών τύπων τεχνολογιών. Πράγματι, ένα από τα πλέον δημοφιλή σήμερα λογισμικά προγράμματα, το Quicken, αναπτύχθηκε από την μείξη νέων τεχνολογικών δυνατοτήτων με μία λεπτομερή κατανόηση πρακτικών που έχουν τις ρίζες τους στον Μεσαίωνα. Το Quicken προέκυψε από λεπτομερή έρευνα του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι κρατούν τα λογιστικά τους βιβλία και από την διερεύνηση τρόπων τεχνολογικής υποστήριξης αυτής της λειτουργίας.

Από την άλλη πλευρά, σήμερα, η εξέλιξη της οικονομίας φαίνεται να υπερβαίνει την τρέχουσα τάση της ανάπτυξης των τεχνολογιών πληροφορικής, αγνοώντας τις ιδιότητες των υλικών που χρησιμοποιούνται. Έξυπνα υλικά, φυσικά αντικείμενα που έχουν ενσωματωμένες δυνατότητες επεξεργασίας πληροφοριών, θα αποκτήσουν στο μέλλον ολοένα και μεγαλύτερη σημασία. Κατά συνέπεια, ο συνδυασμός της επιστήμης των υλικών, της βιοτεχνολογίας και της επιστήμης των υπολογιστών ωθούν συνεχώς σε νέες κατευθύνσεις. Με άλλα λόγια, η κεντρική ιδέα είναι ότι η καινοτομία δεν είναι τέχνη απόλυτη και αφηρημένη, αλλά τέχνη συνδυαστική, η οποία ανοίγει νέους ορίζοντες ακόμα και σε συμβατικές περιφέρειες. Επομένως, είναι δυνατόν να συγκεράσει κανείς το παλιό με το καινούργιο, το πρωτόγνωρο με το κατεστημένο, δημιουργώντας ελπιδοφόρους συνδυασμούς.

Αυτό το όραμα για το μέλλον προτείνει λιγότερο την κοινωνική πόλωση και περισσότερο την κοινωνική συμβίωση. Δεν εισηγείται την απλοϊκή διάκριση μεταξύ θέσεων εργασίας της παλαιάς και της νέας οικονομίας (και δεν ασχολείται αποκλειστικά με την διάκριση μεταξύ πληροφοριακών και υλικών προϊόντων). Αντίθετα, οι δύο πόλοι μπορούν να συνεχίσουν να συγχωνεύονται σε έναν, συνδυάζοντας τα πλεονεκτήματά τους και χωρίς να προσπαθούν να υπερτερήσουν ο ένας έναντι του άλλου.

Ένας τέτοιος συνδυασμός θα έχει σημαντικά πλεονεκτήματα σε σχέση με την ανάπτυξη συγκεκριμένων ελληνικών περιφερειών (Αχαΐα, Μακεδονία, Ήπειρος, Κρήτη, κ.α.) και την δικτύωσή τους με ηγέτιδες περιφέρειες υψηλής τεχνολογίας (Καλιφόρνια, Ανδαλουσία, Μονπελιέ, κ.α.). Αυτό σημαίνει ότι, μέσα από τις Κοινότητες Γνώσης και Καινοτομίας, η Ελλάδα μπορεί να παγκοσμιοποιηθεί οικονομικά αλλά προς όφελος των περιφερειακών της οικονομικών συνόλων. Διότι, μπορεί οι πληροφορίες και οι γνώσεις να είναι παγκόσμιες, πλην όμως διαθέτουν και αδρά τοπικά χαρακτηριστικά τα οποία έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην τοπική ανάπτυξη –αρκεί, βεβαίως, οι Κοινότητες να πλαισιώνονται και από άξια λόγου πανεπιστημιακά ιδρύματα, καθώς και από επιχειρήσεις στραμμένες προς την έρευνα, την ανάπτυξη και την καινοτομία. Θα πρέπει επίσης να σημειώσουμε ότι στις δράσεις των Κοινοτήτων Γνώσεως και Καινοτομίας περιλαμβάνονται η εκπαίδευση μεταπτυχιακών φοιτητών και στελεχών, η εκπόνηση διατριβών, η παραγωγή και κατοχύρωση πατεντών, σύμφωνα με τις πραγματικές προκλήσεις των κοινωνιών μέσα στις οποίες λειτουργούν.

Συμβαίνει, όμως, στους τομείς αυτούς η χώρα μας να είναι ουραγός στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να παρουσιάζει σοβαρότατες αδυναμίες στην απορρόφηση κονδυλίων. Έτσι, μεγαλώνει τεχνολογικά το χάσμα με την Ένωση –γεγονός που σε κάποια φάση της πορείας της Ευρώπης τον 21ο αιώνα θα έχει δραματικές συνέπειες, καθ’ όσον ο κίνδυνος για την Ελλάδα να μείνει εκτός δικτύων θα είναι σοβαρότατος. Υπό αυτές τις συνθήκες, όπως θα έλεγε και ο Ελβετός καθηγητής Φρέντμουντ Μάλικ που διδάσκει μάνατζμεντ σύνθετων οργανισμών, είναι πλέον ζωτική για την χώρα μας «η κινητοποίηση όλων των δυνάμεων της αλλαγής, οργανωσιακής και επιχειρηματικής, σε όλα τα επίπεδα». Και, πριν είναι πολύ αργά, αυτό μπορεί να συμβεί αν κάποιοι αποφασίσουν εδώ και τώρα να ανοίξουν στην Ελλάδα την πόρτα του 21ου αιώνα, ο οποίος ήδη μάς βρίσκει απελπιστικά καθυστερημένους.

 

Πηγή: European Business Review