Γράφει ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος

Δημοσιεύθηκε στην Εστία στις 14 Απριλίου 2014

Ανεργία

Η οικονομία θα πρέπει να απαλλαγεί από τα δεσμά της διαπλοκής και απελευθερωθεί από την πολιτική ασυναρτησία των πραγματικών εχθρών της

 

Ήταν όντως εξόχως ενδιαφέρουσα η τελευταία εκδήλωση του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) και της Ομάδος Δράσεως για την Ελλάδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, γνωστής και ως Task Force. Σε συνεργασία με την Αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Ελλάδα, οι δύο φορείς παρουσίασαν τις οικονομικές επιδράσεις των διαρθρωτικών αλλαγών στην χώρα μας –γεγονός που, εις ό,τι μάς αφορά, επιβεβαίωσε τις περισσότερες θέσεις και απόψεις που διατυπώνουμε από τις στήλες αυτές.

   Διότι, μέσα από τις παρουσιάσεις που έκαναν οι κ.κ. Χορστ Ράϊχενμπαχ, επικεφαλής της TaskForce, Νίκος Βέττας, γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, Σβέτσλαβ Ντάντσεφ, υπεύθυνος μικροοικονομικής αναλύσεως του ΙΟΒΕ και Νίκος Ζόνζηλος, επιστημονικός συνεργάτης του ΙΟΒΕ, η ουσία δεν βρίσκεται στα όσα είπαν αλλά στις πολύ σκληρές πραγματικότητες που προκύπτουν από την μη ορατή πλευρά των ερευνών τους. Το ίδιο βεβαίως ισχύει και για τον κ. Χ. Ράϊχενμπαχ, ο οποίος, ομιλώντας την πιο γνήσια κοινοτική διάλεκτο, έδωσε να καταλάβουν στους μυημένους σε αυτήν ότι ο δρόμος για την Ελλάδα είναι πολύ μακρύς και εξαιρετικά δύσβατος, αν κάποιοι σε τούτη την χώρα δεν συνέλθουν από μια βαρειά κληρονομιά ανευθυνότητος και εγκληματικού κρατισμού. Ας δούμε, όμως, τις έρευνες του ΙΟΒΕ πιο διεξοδικά.

Ο κ. Νίκος Βέττας, που είναι επίσης καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, παρουσίασε τα ποσοτικά στοιχεία μιας σημαντικής οριζόντιας προσαρμογής που έχει επιτευχθεί στην ελληνική οικονομία, όπως αυτή αντανακλάται και από τις θετικές εξελίξεις στο πρωτογενές πλεόνασμα και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Χαρακτηρίζοντας δε την προσαρμογή αυτή ως εξόχως εντυπωσιακή για τα διεθνή οικονομικά χρονικά, προσέθεσε ότι είναι τελικά το προϊόν μιας αφύσικης υφέσεως της τάξεως του 20% την περίοδο 2009-2013 η οποία συνοδεύτηκε και με την κατά 40% μείωση της ζητήσεως, την κατά 20% πτώση του Ακαθαρίστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ) και την κατά 21% άνοδο της ανεργίας –ποσοστά πρωτοφανή για μία θεωρητικώς μη τριτοκοσμική οικονομία.

   Ωστόσο, είναι σαφές ότι οι παραπάνω αριθμοί φέρνουν στο προσκήνιο όλες τις στρεβλώσεις και δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και θέτουν επί τάπητος το πιο σοβαρό πρόβλημά της, που είναι αυτό της διαπλοκής κράτους και οργανωμένων συμφερόντων. Πρόβλημα το οποίο, από την βαθύτερη ανάλυση της οικονομίας μας, οδηγεί στο βάσιμο συμπέρασμα ότι η διαπλοκή είναι και η βασική αιτία της ανεργίας. Με πιο απλά λόγια, η διαπλοκή και ο άκρατος κρατισμός που την τρέφει είναι οι παράγοντες που οδήγησαν στην εκτίναξη της ανεργίας στο 27% του ενεργού πληθυσμού, με παράλληλη κάμψη του ΑΕΠ κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες.

Η διαπίστωση που ξεκάθαρα πλέον προκύπτει είναι ότι, με αφορμή την κρίση χρέους και ζητήσεως, για κάθε ποσοστιαία μονάδα μειώσεως του ΑΕΠ, η ανεργία αυξανόταν κατά το αντίστοιχο ποσοστό. Όμως, είναι γνωστό από την διεθνή εμπειρία ότι, σε φυσιολογικές συνθήκες, η σχέση αυτή –που είναι γνωστή και ως νόμος του Okun (1962)– διαφέρει ουσιαστικά από την ελληνική περίπτωση. Κατά τον Αμερικανό οικονομολόγο Άρθουρ Οκούν, συνήθως μία μεταβολή της ανεργίας σε ποσοστό 1% αντιστοιχεί σε αντίστοιχη μεταβολή του ΑΕΠ 2%. Ειδικά δε στις ΗΠΑ έγραφε ο Α.Οκούν, για να υπάρξει κατά 1% αύξηση της απασχολήσεως θα πρέπει το ΑΕΠ να ανέβει κατά 3% περίπου.

  Όλα αυτά μάς οδηγούν στην διαπίστωση ότι στην Ελλάδα κρατισμός, διαπλοκή και παρασιτισμός είχαν οδηγήσει σε μία αντιπαραγωγική και εσωστρεφή ανάπτυξη πριν την κρίση, με υπερδιόγκωση, όπως επισημαίνουν οι οικονομολόγοι κ.κ. Δημήτρης και Χρήστος Α. Ιωάννου, του τομέα των «διεθνώς μη εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών της οικονομίας», ο οποίος είναι μεν τομέας «εντάσεως εργασίας», αλλά διαχρονικώς επίπεδης παραγωγικότητας.

   Υπό αυτές τις διαρθρωτικές συνθήκες, υποστηρίζουν οι δύο έγκριτοι οικονομολόγοι και συμφωνούμε μαζί τους, η ραγδαία κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας μετά το 2009 οφείλεται στην δυσμενή τιμή που είχε ο συντελεστής του Οκούν σε όλη την προηγούμενη περίοδο –δηλαδή στο ότι οι νέες θέσεις εργασίας, επισφαλείς και χαμηλής παραγωγικότητος ως επί το πλείστον, «αγοράζονταν» από την οικονομία εξαιρετικά «ακριβά» (και με δανεικό, φυσικά, χρήμα). Δεν οφείλεται ούτε στο Μνημόνιο, όπως υποστηρίζουν οι δημαγωγοί, ούτε στους υψηλούς «πολλαπλασιαστές», όπως ισχυρίζονται εκείνοι που, τελείως λανθασμένα, θεωρούν την οικονομία ως ένα απλό «υδραυλικό σύστημα».

Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι, προκειμένου να μειωθεί και πάλι η ανεργία στα επίπεδα του 2008, δηλαδή κατά 20% η ελληνική οικονομία θα πρέπει να αναπτυχθεί με όρους διεθνούς ανταγωνιστικότητος –πράγμα που σημαίνει ότι είναι αναπότρεπτα αναγκασμένη να λειτουργήσει (τουλάχιστον) με αναλογία αύξησης του ΑΕΠ κατά 2%, προκειμένου να μειώνεται η ανεργία κατά 1%. Και τούτο διότι η εν λόγω ανάπτυξη, με «περιορισμένη» αλλά όχι «μηδενική» απασχόληση, μπορεί να προέλθει αποκλειστικά σχεδόν από την ενδυνάμωση του τομέα των «διεθνώς εμπορεύσιμων», ο οποίος, όμως, δυστυχώς, είναι χαμηλότερης «εντάσεως εργασίας» από τον παραπληρωματικό του των «διεθνώς μη εμπορεύσιμων».

   Στην προ του 2008 περίοδο, η σχέση στην δημιουργία των θέσεων εργασίας μεταξύ των δύο τομέων ήταν περίπου 1 στα «διεθνώς εμπορεύσιμα» προς 6 στα «διεθνώς μη εμπορεύσιμα». Για να υπάρξει, όμως, ένας διατηρήσιμος και ευσταθής ρυθμός «υγιούς» ανάπτυξης από τούδε και στο εξής, αυτός θα πρέπει να στηριχθεί σε μία σχέση δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας στους δύο τομείς που θα είναι πολύ υψηλότερος, δηλαδή 1 προς 3. Εάν όλοι αυτοί οι άνεργοι παραμείνουν στην αγορά εργασίας (και κάποιοι ανάμεσά τους δεν αποχωρήσουν απογοητευμένοι), αυτό συνεπάγεται ότι θα χρειαστεί ανάπτυξη του ΑΕΠ του ύψους του 40%, δηλαδή κάτι το οποίο θα απαιτήσει μέση ετήσια αύξηση 3,5% τουλάχιστον για μία δεκαετία.