Κεντρικό άρθρο της εφημερίδας Εστία την 3η  Μαΐου 2014

 

Γράφει ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος

 

Περισσότερο για την Ελλάδα και λιγότερο για την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), οι ευρωεκλογές της 25ης Μαΐου 2014 είναι κρίσιμες. Στην Ελλάδα, 33 χρόνια μετά την ένταξη μας στον ευρωπαϊκό δημοκρατικό και αναπτυγμένο κορμό, οι πολίτες καλούνται να συνεχίσουν να είναι μέλη της λέσχης ή όχι. Καλούνται δε, ατύπως, να προσαρμοστούν και να σεβαστούν τους κανόνες της λέσχης, τους οποίους για μια μακρά περίοδο έγραψαν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους.

Αυτός, εξάλλου, είναι και ο σοβαρότερος λόγος της σημερινής δραματικής κρίσης που βιώνει η χώρα. Μία κρίση που θα είχε αποφευχθεί αν οι Ευρωπαίοι εταίροι μας είχαν απατήσει ήδη από την δεκαετία του 1980, όπως το πράττουν σήμερα, η Ελλάδα να τιμά την υπογραφή της και να αξιοποιεί παραγωγικά τους πόρους που εδέχετο. Δυστυχώς, αυτό δεν έγινε. Έτσι, η χώρα κατασπατάλησε σε περιττή κατανάλωση περί τα 460 δισεκατομμύρια ευρώ επιδοτήσεων, με τα οποία – αν τα αξιοποιούσε παραγωγικά – σήμερα θα μπορούσε να ελπίζει σε 3%-4% ρυθμούς ετήσιας αναπτύξεως.

Αντ’ αυτού, οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις, με εξαίρεση αυτήν της τριετίας 1990-1993, επιδόθηκαν σε ένα πρωτοφανές καταναλωτικό όργιο – με αποτέλεσμα η κατανάλωση του Ακαθαρίστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ), από 50% που ήταν το 1980, να πλησιάζει το 90% το 2009! Ακόμα χειρότερα, την ίδια περίοδο, ήτοι από το 1981 έως το 1990, αντί να δημιουργηθούν παραγωγικές θέσεις εργασίας, έγινε ακριβώς το αντίθετο. Διογκώθηκε ο αντιπαραγωγικός δημόσιος τομέας και αποδυναμώθηκε πλήρως ο ιδιωτικός, με αποτέλεσμα – και παρά την υποτίμηση του 1985 – οι ελληνικές εξαγωγές του 1989 να είναι 26% χαμηλότερες από τις αντίστοιχες του 1981.

Δυστυχώς, οι πολιτικές αυτές συνεχίσθηκαν και την περίοδο από 1994 έως το 2010 – έτος που η αντιπαραγωγική και υπερχρεωμένη Ελλάδα κατέρρευσε. Το 2010, με πρωθυπουργό τον κ. Γ. Α. Παπανδρέου, το ελληνικό κράτος χρειαζόταν 26 διεσεκατομμύρια ευρώ ετησίως δανεικά μόνον για να καλύψει τις δαπάνες του – δαπάνες βέβαια που ξεπερνούσαν αντιστοίχως τα έσοδα του, ενώ η Ελλάδα ήταν χρεωμένη με 280 δισεκατομμύρια ευρώ δάνεια. Και ενώ η παγκόσμια κρίση εμαίνετο, η Ελλάδα αδυνατούσε να βρει δανεικά, ακόμα και με επιτόκιο 36%. Κατέφυγε έτσι στην ΕΕ και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), επαιτούσα, για να μπορέσει να αποφύγει την άτακτη χρεοκοπία. Τελικώς, οι εταίροι μας έδωσαν στην χώρα ένα γιγαντιαίο, πρωτοφανές για τα παγκόσμια χρονικά πακέτο διασώσεως, ύψους 300 δισεκατομμυρίων ευρώ, απαιτώντας νοικοκύρεμα και μεταρρυθμίσεις – τι το πιο λογικό και φυσικό.

Τέσσερα χρόνια μετά, ύστερα από δραματικές θυσίες που επωμίσθηκαν τα ασθενότερα στρώματα – την ώρα που οι πραγματικοί υπαίτιοι της πτωχεύσεως πραγματοποιούσαν 20.120 διαδηλώσεις, ήτοι 14 κάθε εργάσιμη ημέρα – η χώρα πέτυχε να έχει πρωτογενές πλεόνασμα και δανείστηκε εκ νέου από τις αγορές με επιτόκιο χαμηλότερο και από την προ κρίσης εποχή.

Όμως, οι αμετανόητοι λαϊκιστές που καπηλεύονται τα πάντα δεν επέτρεψαν στην κοινωνία να πραγματοποιήσει τις ευρείες διαρθρωτικές – παραγωγικές μεταρρυθμίσεις, που θα εξασφαλίσουν την αυριανή και μεθαυριανή ανάπτυξη. Με τα έκτροπα τους δε, αμαύρωσαν και την διεθνή εικόνα της χώρας. Με άλλα λόγια, αυτές οι δυνάμεις – πραγματική κατάρα για την Ελλάδα – ακόμα και την ώρα της κρίσης δεν επέτρεψαν στην χώρα να απαλλαγεί σταδιακά από τις στρεβλώσεις του παρελθόντος. Αντίθετα, οι φορείς της χυδαιότητας και της αφροσύνης κάνουν ότι μπορούν για να γυρίσουν τον χρόνο πίσω.

Έτσι, σε αντίθεση με την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Ισπανία, η Ελλάδα υστερεί απελπιστικά σε εξωστρέφεια, γεγονός που υπονομεύει την μελλοντική της πορεία σε ένα σκληρό, ανταγωνιστικό περιβάλλον. Στην αρχή της κρίσης, οι εξαγωγές μας ήταν στα ίδια επίπεδα με τις αντίστοιχες της Πορτογαλίας. Σήμερα, όμως, οι πορτογαλικές είναι 19 εκατομμύρια ευρώ περισσότερες. Γι’ αυτό και η ανεργία στην χώρα αυτή είναι δέκα ποσοστιαίες μονάδες πιο κάτω από την αντίστοιχη ελληνική.

Συνεπώς, παρά την λιτότητα και τα δημοσιονομικά θετικά της αποτελέσματα, ο κίνδυνος ενός σοβαρού πολιτικού ατυχήματος είναι ακόμα ορατός – και αυτό πλέον η Ευρώπη το έχει εντάξει στους σχεδιασμούς της. Εξάλλου, υπάρχουν και αντιευρωπαϊκές ομάδες εκτός Ελλάδας οι οποίες θέλουν να δουν την χώρα να καταρρέει. Γνωστές και μη εξαιρετέες, οι δυνάμεις αυτές παίζουν διάφορα κερδοσκοπικά και άλλα γεωπολιτικά παιχνίδια, γιατί γνωρίζουν ότι η Ελλάδα είναι ο αδύναμος ευρωπαϊκός κρίκος. Μέσω των εγχώριων πραιτοριανών τους, λοιπόν, οι δυνάμεις αυτές επενδύουν «τα ρέστα τους» στις αυτοκαταστροφικές τάσεις μιας κοινωνίας, η οποία έχει εθιστεί στον παρασιτισμό, στην διαφθορά, στον άκρατο κρατισμό και στην ιδεολογική ασυναρτησία.

Όσο ποτέ άλλοτε, η Ελλάδα της κρίσης έχει ανάγκη από ευρωπαϊκή και μεταρρυθμιστική πολιτική και όχι από άσχετους ταχυδακτυλουργούς και φαντάσματα του μίσους. Αυτό θα κληθούν να επιλέξουν οι πολίτες στις 25 Μαΐου.