Γράφει ο Τάκης Θεοδωρόπουλος

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 20 Μαΐου 2014

Δούρου

Θα περίμενα κάτι καλύτερο, κάτι ευφυέστερο, κάτι πιο σπιρτώδες ενδεχομένως, κι ίσως γι’ αυτό απογοητεύθηκα. Θα μου πείτε, για ποιον λόγο το περίμενα; Τι από τα συμφραζόμενα με έκανε να πιστεύω, έστω και για μια στιγμή, πως ο πολιτικός λόγος, από όπου κι αν προέρχεται, έχει καταντήσει σαν τη βία: βαφτισμένος στην έλλειψη νοήματος, αδυνατώντας να παράγει σημασία, δεν κάνει τίποτε παραπάνω από το να καλύπτει το κενό που μεταφέρει. Τι από τα συμφραζόμενα ή μάλλον ποιος από τα συμφραζόμενα, τους παριστάμενους που πλαισίωναν χθες την κ. Δούρου στη σεμνή τελετή των δηλώσεών της; Ήταν κάτι βλοσυρές φυσιογνωμίες, οι οποίες με παρέπεμπαν στην πρωτοπασοκική περίοδο της Ιστορίας ή μάλλον σε πλάσματα που βγαίνουν από την πρωτοπασοκική περίοδο της Ιστορίας, ντυμένα με κοστούμια της σημερινής εποχής, για να υπηρετήσουν την υπόθεση του μέλλοντός μας. Και κάπου ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, η Ρένα Δούρου, σαν την ελπίδα που πεθαίνει τελευταία.

Φαινόταν ανακουφισμένη και δικαιολογημένα. Μέχρι πριν από λίγες ώρες οι δημοσκοπήσεις την είχαν καρατομήσει και τώρα τα αποτελέσματα της έδιναν την πρωτιά στη μεγαλύτερη περιφέρεια της χώρας. Μαζί με τον συναγωνιστή της Γαβριήλ Σακελλαρίδη στον Δήμο της Αθήνας, ήταν το δίδυμο που θα επέτρεπε στον ΣΥΡΙΖΑ να λέει πως η πρώτη Κυριακή θα έφερνε τη δεύτερη κι οι δυο μαζί θα ένιβαν το πρόσωπο της καταταλαιπωρημένης Ελλάδας. Σε αντίθεση με τους βλοσυρούς παραστάτες της, έλαμπε και χαμογελούσε σαν την ανοιξιάτικη μέρα που υποτίθεται έφερνε στην πολιτική συννεφιά – και λίγος λυρισμός δεν βλάπτει. Και τότε το είπε: «Να πάρουμε τις ζωές μας στα χέρια μας, τις ζωές που μας έχουν στερήσει χρόνια». Ας μου συγχωρεθεί η αντίδραση, αλλά όταν ακούω κάποιον να μου μιλάει για τη ζωή που του «έκλεψαν» ή που του «στέρησαν», είναι σαν κάποιος να μου λέει πως ένας σκύλος του Παβλόφ κρύβεται κάπου στα βάθη της ψυχής του καθενός από εμάς. Και περιμένει, στο άκουσμα της καταγγελίας, να αρχίσουμε να γρυλίζουμε, να δείχνουμε τα δόντια μας σ’ αυτούς που μας στέρησαν τη ζωή μας ή να γλείφουμε το χέρι και να κουνάμε δουλικώς την ουρά μας σ’ αυτόν που τους καταγγέλλει.

Ποιες είναι οι ζωές που στερηθήκαμε και πρέπει να τις πάρουμε στα χέρια μας για να τις πάρουμε πίσω; «Κι αν τις πάρουμε στην Αττική, θα τις πάρουμε σε όλη την πατρίδα». Και αν εξαιρέσουμε την παθητική κοινοτοπία του συνθήματος και την επίκληση της γλυκιάς πατρίδας, τότε γιατί έγιναν όλοι έξαλλοι με τον κ. Βενιζέλο όταν, προκειμένου να μας καθησυχάσει, απεφάνθη πως η Ελλάδα ξαναρχίζει να μοιάζει όπως ήταν. Ποία η διαφορά; Ισως ότι το γνήσιο ΠΑΣΟΚ μιλάει σε δεύτερο επίπεδο και ασκείται σε ρητορικές πιρουέτες ενώ το αντίγραφό του μιλάει σε πρώτο επίπεδο και δεν έχει τίποτε άλλο να πει διότι ό,τι ξέρει το έμαθε από το ΠΑΣΟΚ. Και για να σοβαρευτούμε: αν υπάρχει κάποιο πρόβλημα με τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι η αριστερή του ρητορεία. Είναι ότι έχει ανακηρυχθεί στον κατ’ εξοχήν εκπρόσωπο της αμετανόητης Ελλάδας. Και εννοείται δεν περιμένω από τον κ. Λαφαζάνη να μετανοήσει επειδή είναι ο Παναγιώτης Λαφαζάνης. Κι εγώ στη θέση του θα έφερα τον τίτλο του Λαφαζάνη με υπερηφάνεια. Από την κυρία Δούρου όμως ή από τον κύριο Σακελλαρίδη, θα περίμενα ειλικρινά κάτι που να μου δείξει πως το μυαλό τους δεν τρέφεται μόνον από κομματικούς μπακαλιάρους. Βράδυ εκλογών ήταν, θα μου πείτε, τι να πει; Ετσι όμως, με τα βράδια και τα πρωινά των εκλογών, ας μην πέφτουμε από τα σύννεφα όταν διαπιστώνουμε ότι το καινούργιο ακούει στο όνομα Μπέος, Ψινάκης ή Μώραλης. Θα πρέπει να καταλάβουν ότι η απογοήτευση είναι δύναμη πολιτισμική, εξίσου σκληρή με την εφηβική καζούρα ή τον καφενόβιο εκνευρισμό. Και να συνειδητοποιήσουν ότι το φάντασμα που πλανάται πίσω από τις κοινοτοπίες τους είναι μαύρο κι άραχλο σαν τη νύχτα της Χρυσής Αυγής.

 

Πηγή: Καθημερινή