Γράφει ο GVeltsi*

Δημοσιεύθηκε στο Capital στις 2 Ιουνίου 2014

φόροι

Οι μάσκες επιτέλους πέσανε για κυβέρνηση και αντιπολίτευση κατά τη διάρκεια των ευρωεκλογών. Δύο σημαντικά γεγονότα, τα σημαντικότερα ως τώρα κατά τη γνώμη μου, ως προς τη σημειολογική δύναμή τους, στην περίοδο της κρίσης ήρθαν για να αποδείξουν και στους πλέον δύσπιστους, το τι ακριβώς πρεσβεύουν τα δύο μεγαλύτερα κόμματα και ρεύματα αυτή τη στιγμή στη χώρα. Αμφιβάλλω βέβαια μερικές φορές αν είναι δύο τα ρεύματα και όχι ένα ενιαίο –πλην ΕΠΑΜ, Αλαβάνου και λοιπών δραχμολάγνων- μνημονιακό ρεύμα όπου κάποιοι κυβερνούν και κάποιοι ελέγχουν τις «αγανακτισμένες» μάζες ως γονείς με αντικρουόμενες απόψεις (λάθος κατά την παιδοψυχολογία).

Θα ξεκινήσω από το δεύτερο γεγονός γιατί αφορά στον ΣΥΡΙΖΑ και πέραν της κατάδειξης του καταγεγραμμένου γεγονότος, δεν νομίζω ότι πρέπει να ασχοληθούμε άλλο με το κόμμα αυτό μέχρι να καθίσει κάπου επιτέλους η μπίλια. Το γεγονός που αναφέρομαι είναι η εμφανέστατη και κατάπτυστη κατά τη γνώμη μου, που αποτελεί γνώμη επίσης πολλών αυθεντικών αριστερών, κίνηση προσέγγισης των ψηφοφόρων της ΧΑ μετά τον πανικό της πρώτης Κυριακής των εκλογών, με τις μη δηλώσεις Τσίπρα, τις δηλώσεις Σκουρλέτη, Δούρου και Σακελλαρίδη και την αστεία περίπτωση Παπαδημούλη με το «κατά λάθος» άρθρο σε ένα δεξιό έως ακροδεξιό site, αγαπημένο σε πολλούς απόγονους του Λεωνίδα με μπόλικο ΙΧΩΡ στο αίμα. Κίνηση που έφερε μεν αποτέλεσμα καθώς σε πολλούς δήμους κυρίως φάνηκε να κινούνται «μπλοκ» οι ψηφοφόροι της ΧΑ προς την κατεύθυνση ΣΥΡΙΖΑ, εκμηδένισε όμως κάθε ιδεολογικό άλλοθι που είχαν έως τώρα οι συριζαίοι κυρίως στους απολιτίκ και τους τυφλωμένους έως οπορτουνιστές αριστεριστές.

Το έτερο γεγονός όμως στο οποίο θέλω περισσότερο να σταθώ είναι η κίνηση του υπουργού οικονομικών κου Στουρνάρα να μην αποδεχτεί την απόφαση ενός δικαστηρίου για το θέμα των απολυμένων καθαριστριών του ΥΠΟΙΚ. Να τη φτύσει κατάμουτρα και να πει απλά ένα «Αποφασίζωμεν και διατάσσωμεν», η κοινωνία να το αποδεχτεί κυνικά, μαζί και ο ΣΥΡΙΖΑ φυσικά που ουσιαστικά πλέον φαίνεται πως πράττει κατά πως έπραττε η ΝΔ ως αντιπολίτευση χωρίς καν να διαρρηγνύει ούτε τα ιμάτιά του.

Έχουμε λοιπόν μια συγκυβέρνηση όλων ουσιαστικά που προσπαθεί να εφαρμόσει φιλελευθερισμό σχολής Σικάγο δημιουργώντας μια ιδιότυπη «χούντα» με τη μόνη διαφορά ότι τα Chicago boys αυτή τη φορά είναι κάτι κεϋνσιανοί οικονομολόγοι όπως ο Στουρνάρας (δήλωσε άλλωστε την πίστη του στον Κέυνς). Φυσικά μόνο σοβαρή σχολή Σικάγο και φιλελευθερισμό δεν μπορείς να θεωρήσεις τα όσα εφαρμόζονται εδώ με φόρους, χαράτσια και όλα αυτά που γνωρίζουμε όλοι μας καλά αφού τα βιώνουμε στο πετσί μας. Για τα περί Κέυνς –του ινδάλματος του Στουρνάρα- θα επανέλθω στο τέλος του άρθρου με ένα καταλυτικό παράδειγμα.

Ο φιλελευθερισμός –αυτό το τέρας για πολλούς- είναι δύο κύριες σχολές σκέψεις. Η αυστριακή και η σχολή του Σικάγο. Στο σημείο αυτό να πούμε ότι οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι έχουν τιμηθεί και με 28 νόμπελ οικονομίας, αν σας λέει κάτι αυτό βέβαια και αν έχετε ακόμα ενοχές εξαιτίας της ιδεολογικής κυριαρχίας της αριστεράς στη χώρα για χρόνια (Μη γελιέστε. Αριστερά δεν είναι σφυροδρέπανο και Στάλιν. Αριστερά σήμερα είναι ο κρατισμός και η κατάταξη της χώρας στο  Νο119 ως προς την οικονομική ελευθερία).

Η αυστριακή σχολή με ακραίο εκφραστή τον Μάρεϋ Ρόθμπαρντ υποστηρίζει πέραν των άλλων την αυτοίαση των οικονομιών. Ο δε Ρόθμπαρντ μπορεί να πει κανείς ότι –ως «αναρχοκαπιταλιστής»- θυμίζει Νετσάγιεφ σε πολλά σημεία του λόγου του. Η σχολή αυτή θα υποστήριζε την αυτοίαση του συστήματος Ελλάδα μέσω επίθεσης στα αίτια που δημιούργησαν την κρίση χωρίς κανέναν παρεμβατισμό ΔΝΤ αλλά με άμεση πχ κατάργηση του μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου τομέα, του τομέα δηλαδή που χρεωκόπησε, με πολύ αυστηρότερα κριτήρια δανειοδότησης από το Βασιλεία ΙΙΙ, με μείωση του πληθωρισμού που θα επιτυγχάνονταν με κλείσιμο της στρόφιγγας της ΤτΕ, ακόμα και με μια προσωρινή ολική καταστροφή που θα έφερνε μια έξοδος σε εθνικό νόμισμα χωρίς έλεγχο από σοβαρούς πολιτικούς και οικονομολόγους που δεν θα είχαν τον αγανακτισμένο ελληνικό λαό να τους πιέζει για εσαεί έκδοση χρήματος, ή την καταστροφή που θα έφερνε μια κερδοσκοπική επίθεση σαν και αυτή που προειδοποίησε ο Σόρος τη Σκωτία πρόσφατα να αποφύγει παραμένοντας στη λίρα. Και φυσικά ποιος είναι ειδικότερος να μιλήσει από αυτόν  που έπαιξε με τη λίρα και τα νεύρα των «ευρωσκεπτικιστών» ακόμα Άγγλων τόσο επιτυχημένα; Περισσότερες πληροφορίες για το τι θα έκανε η αυστριακή σχολή στην κρίση και κυρίως ο γνωστότερος εκπρόσωπό της ο Χάγιεκ, εδώ.

Η σχολή του Σικάγο είναι πιο επεμβατική. Η περίπτωση της Χιλής το κατέδειξε άλλωστε. Η φιλοσοφία του Friedman, που είναι ο κυριότερος εκπρόσωπος της σχολής αυτής καταδεικνύεται καλύτερα στο παρακάτω απόσπασμα που, κατά την γνώμη των ωφελιμιστών της σχολής Σικάγο, αγιάζει τα μέσα: «if there is a major change I would make, it would be to replace the dichotomy of economic freedom and political freedom with the trichotomy of economic freedom, civil freedom, and political freedom. After I finished the book Hong Kong, before it was returned to China, persuaded me that while economic freedom is a necessary condition for civil and political freedom, political freedom, desirable though it may be, is not a necessary condition for economic and civil freedom…».

Οι ωφελιμιστές της σχολής του Σικάγο μας λένε με λίγα λόγια ότι δικαιολογείται και λίγος ολοκληρωτισμός αν είναι να πετύχουμε το σκοπό που είναι η οικονομική ελευθερία. Μάλιστα ορθώς δέχονται ότι αυτό το αποδεικνύει η ιστορία καθώς πάντα η δημιουργία αστικής τάξης ή η βελτίωση των οικονομικών της (αυτή δηλαδή που έρχεται εν μέσω ολοκληρωτισμού ή το γνωστό κλισεδιάρικο που λένε διάφοροι βολεμένοι ή μη της χούντας «με τη χούντα νοικοκυρεύτηκε η οικονομία») την εξωθεί στο να επιζητά, πιεστικά από τους κυβερνώντες, το συντομότερο διάφορες πολιτικές ελευθερίες και φυσικά να την ακολουθούν και όλες οι άλλες τάξεις στο αίτημά της αυτό ως κυρίαρχη τάξη που είναι. Στο τέλος, ως φυσικό επακόλουθο, οι ελευθερίες αυτές επιτυγχάνονται.

Είναι όμως ο ωφελιμισμός λύση; Στα πλαίσια του ωφελιμισμού έχουν γίνει τα μεγαλύτερα εγκλήματα ενάντια στα ανθρώπινα δικαιώματα. Πάντα οι λογικές του ωφελιμισμού οδηγούσαν στην υπερβολή και τέλος είναι αυτός ο ίδιος ο ωφελιμισμός που οδήγησε στην λογική του κεντρικού σχεδιασμού, του κράτους προνοίας και στη σκλαβιά του οχλοκρατικού σοσιαλισμού των αέναων κύκλων δανεισμού –ειρωνικά όμως- με τροφοδότη τον «ανάλγητο καπιταλισμό». Ο ωφελιμισμός ευθύνεται κατά πολύ δηλαδή για την εξαφάνιση του φιλελευθερισμού μετά τους Τζεφερσονιανούς στις ΗΠΑ αλλά και σε άλλα κράτη που δυνάμωσαν τα κράτη ενάντια στους πολίτες.

Ένα κλασσικό παράδειγμα ωφελιμισμού είναι η, περίφημη πλέον, δήλωση του Άρη Σπηλιωτόπουλου, ως υποψήφιου δημάρχου Αθηναίων για δημοψήφισμα για το τζαμί. Ο μεγαλύτερος φιλελεύθερος εχθρός του ωφελιμισμού γενικά αλλά και αυτού της σχολής Σικάγο, ο Ρόθμπαρντ χρησιμοποιούσε ένα ad hoc παράδειγμα του τι θα έπρεπε  να κάνουμε αν η πλειοψηφία αποφάσιζε για το καλό της απολύτως ωφελιμιστικά θετικά στο να εξολοθρεύσουμε μια φυλή ερυθρόδερμων. Είναι τόσο περίεργο να κατανοήσει ένας ωφελιμιστής το αυτονόητο: Δεν χωράνε δημοψηφίσματα ή αποφάσεις των πολλών, στα δικαιώματα των ολίγων.

Ο αριστερός βέβαια, που καλώς κόπτεται για τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν θα κατανοήσει ότι ουσιαστικά το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στην οικονομία υπέρ τους αφού οι πολλοί επιβάλουν το ισχυρό κράτος προνοίας στους λίγους. Το ίδιο το κράτος που έρχεται να κατηγορήσει ο αριστερός όταν πάει να επιβάλει αυτό ολοκληρωτικές μεθόδους στη φάση του «νοικοκυρέματος» των οικονομικών. Λες και άλλο κράτος πληρώνει τους αστυνομικούς και άλλο τους νοσηλευτές.

Ο φοβικός δεξιός που δεν κόπτεται και πολύ για τα ανθρώπινα δικαιώματα θεωρεί περιττές τέτοιες συζητήσεις και όταν κάποια στιγμή τυγχάνει ο ίδιος να αποτελεί μειοψηφία, κρύβει το «κουσούρι» κάτω από το χαλί απλά και συντάσσεται με το χώρο του ακριβώς γιατί ως μειοψηφία ήταν πάντα φοβικός.

Και είναι τόσο επικίνδυνος και γλυκός σαν θεωρία ο ωφελιμισμός ώστε ακόμα και αυτός ο ορκισμένος εχθρός του ο Ρόθμπαρντ, στα τελευταία του, εκεί στα τέλη των 80s, προσέγγισε «περίεργες» και επικίνδυνες ιδεολογικά, ομάδες στις ΗΠΑ, πολύ πέραν των ορίων του φασισμού και του ρατσισμού.

Οι φιλελεύθεροι όμως λόγω ιδεολογίας μπορούμε ιδιαίτερα εύκολα να γιατρευτούμε από κατάλοιπα ωφελιμισμού ακόμα και φασισμού όπως έδειξε η ιστορία μας συζητώντας τα ελεύθερα και ακομπλεξάριστα. Οι κεντρώοι απολιτίκ ή αριστεροί είναι αδύνατο όμως ή απαιτείται να γίνουν φιλελεύθεροι ή ίσως ακόμα και ακραίοι αριστεροί (ως προς τα δικαιώματα) για να αποβάλλουν «ωφελιμενιές» όπως αυτή του Στουρνάρα ή του ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν είναι εύκολα διακριτό το κατά πόσο ο ωφελιμιστικός παρεμβατισμός του ΔΝΤ και γενικότερα της Τρόικας με ένα σωστό μνημόνιο σε γενικές γραμμές, ως προς τις διορθωτικές του επεμβάσεις, αλλά με εφαρμοστές του να του βάζουν τρικλοποδιές συνεχώς, εκούσια και ακούσια, και να μην το εφαρμόζουν σωστά χρόνια τώρα αποτελεί την καλύτερη λύση για το μέλλον. Προσωπικά θεωρώ καλύτερη εγγύηση για μελλοντική ευημερία την εφαρμογή βρετανικού δικαίου στα δάνεια παρά την εφαρμογή του μνημονίου, όπως αυτή έγινε τελικά.

Για να κατανοήσουμε επίσης τον ωφελιμίστικο παρεμβατισμό ας σκεφτούμε πως κυβερνούσε η ΝΔ ή το «εκσυγχρονιστικό» ΠΑΣΟΚ όλα αυτά τα χρόνια. Τι λέγανε ως αντιπολίτευση, τι ξεκινούσαν να πράξουν και τι κατέληγαν να πράττουν όταν τους πίεζαν τα συμφέροντα εντός και εκτός κόμματος. Το φαινόμενο είναι παγκόσμιο και με τόσο ανοιχτές κάνουλες από τις κεντρικές τράπεζες οδηγεί μαθηματικά σε αέναους κύκλους διόγκωση του αριθμητή αλλά και του παρονομαστή κλάσματος Χρέος/ΑΕΠ.

Έτσι έχουμε μια ιδιότυπη συμμαχία σοσιαλδημοκρατιών και κορπορατικού – τραπεζικού συστήματος που αυξάνει διαρκώς αριθμητή και παρονομαστή στο παραπάνω κλάσμα με αποτέλεσμα τα συνεχή και περιοδικά δημοσιονομικά κενά (fiscal cliffs) με περιόδους που μειώνονται με σοσιαλισμό τύπου Obamacare και αυξάνονται με μέτρα σκληρά, πολύ σκληρά ή πάρα πολύ σκληρά που στην Ελλάδα τα βιώσαμε με το χειρότερο τρόπο.

Ο Χάγιεκ στο αριστούργημά του «Ο δρόμος προς τη Δουλεία» πραγματεύεται κυρίως αυτές τις διεργασίες που οφείλονται στον σοσιαλισμό που πέρασε ως αναγκαιότητα στους λαούς και τα κράτη, διεργασίες που ενίοτε καταλήγουν ακόμα και στον απόλυτο φασισμό.

Εξηγεί μάλιστα το πώς ξεκίνησαν ιδεολογίες όπως ο φασισμός και ο κομμουνισμός από γερμανούς φιλοσόφους ως κάτι φυσικό αφού ο γερμανικός λαός έχει στη νοοτροπία του τη λειτουργία του κράτους κατά το πρωσικό μοντέλο. Ως δηλαδή ένα καλοκουρδισμένο εργοστάσιο και λογικά μια τέτοια νοοτροπία εφαρμόζεται μόνο στους γερμανούς. Ίσως αυτό να εξηγεί κατά πολύ και την αποτυχία του μνημονίου να εφαρμοστεί γρήγορα σε ένα λαό τόσο αντίθετο των γερμανών, τουλάχιστον κατά ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού αλλά 100% αντίθετο όσο αφορά το κράτος μας που κάθε άλλο παρά καλοκουρδισμένη μηχανή ήταν που ήταν έτοιμη να εφαρμόσει το μνημόνιο.

Και πριν βιαστεί κάποιος να πει ότι το μνημόνιο ήταν τεχνογνωσία του IMF θα του έλεγα ότι είναι απλά μια σύμβαση με όρους και στη σύμβαση αυτή τους όρους τους αυστηροποιεί αυτός που πληρώνει τα περισσότερα -εν προκειμένω η Γερμανία- και τους δέχεται αγόγγυστα αυτός που έχει την ανάγκη.

Η ιντελέντσια που συμμάχησε πλήρως με το κράτος από τη φάση δημιουργίας τους ακόμα (κατά Ρόθμπαρντ) και αποδέχτηκε μετά τιμήματος (πχ διορισμός στο δημόσιο με τα σημερινά δεδομένα ή χορηγίες ή μικρότερες και δυσδιάκριτες καραμέλες του κράτους όπως η ενιαία τιμή βιβλίου) τον κεντρικό σχεδιασμό είναι πάντα κατά της επιβολής, έστω και μικρού βαθμού, περιορισμού των ελευθεριών. Είναι απόλυτα φυσιολογικό αφού δεν κατανοούν ή δεν θέλουν να κατανοήσουν απόψεις όπως αυτές του Χάγιεκ. Πορεύονται σε μια διαρκή σύμπνοια με το κράτος και τον κεντρικό έλεγχο. Σε ένα μεγάλο βαθμό η εγκαθίδρυση των τόσο ισχυρών κρατών οφείλεται σε αυτή την πλανεμένη η ακόμα και ξεπουλημένη ιντελέντσια η οποίοι τον 19ο αιώνα και κατά τη φάση ενδυνάμωσης των κρατών έφτασαν να χρησιμοποιήσουν τον κοινωνικό Δαρβινισμό ως επιχείρημα υπέρ των κρατών (χονδρικά ο άνθρωπος είναι κατά βάση ένα ζώο που απαιτεί έλεγχο από ένα κράτος) ενώ βλέπουμε να συμμαχούν σε φάσεις αναπόφευκτων κοινωνικών εκρήξεων, που αναπόφευκτα έρχονται σε τέτοια οικονομικά περιβάλλοντα,  ακόμα και με αναρχικούς των οποίων την ιδεολογία περί κολλεκτιβοποίησης ο κοινωνικός Δαρβινισμός την πετάει στον κάλαθο των αχρήστων ολοκληρωτικά όπως πέταξε και τον κομμουνισμό με την, ουσιαστικά, θεοποίηση των ηγετών και μετατροπή σε τυράννους.

Φυσικά και είναι κατανοητές -τις ασπαζόμαστε οι πραγματικοί φιλελεύθεροι- οι ανησυχίες της ιντελέντσιας περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά αυτό που δεν κατανοούν τα μέλη της είναι ότι ουσιαστικά οι ίδιοι στηρίζουν αυτόν τον αέναο κύκλο και επιτέλους δεν μπορούν να είναι διαρκώς στο απυρόβλητο. Δεν μπορεί να είναι αυτοί που ζητάνε σοσιαλισμό στις καλές μέρες και φιλελευθερισμό στις δύσκολες. Είναι ανέντιμη στάση το λιγότερο.

Τέλος δεν πρέπει να παραβλέψουμε μια άλλη πιο ύπουλη μορφή δουλείας που οδηγεί σε (ψυχολογική) επιδείνωση των συμπτωμάτων των δημοσιονομικών κενών. Είναι μια μορφή που δεν κατανοεί ο λαός εύκολα, κυρίως οι νεότεροι.

Το άνοιγμα της στρόφιγγας των κεντρικών τραπεζών δεν επιφέρει μόνο τον πληθωρισμό που κατατρώει τα εισοδήματα της μεσαίας και χαμηλής τάξης. Δημιουργεί και επιπλέον ανάγκες που 30 χρόνια πριν ήταν αδιανόητες. Αλλιώς λοιπόν βιώνει την κρίση ένας που έχει συνηθίσει σε ένα τρόπο ζωής κάπως ανώτερο από κάποιον άλλο που ζούσε λιτότερα κάπως. Η ανάγκη για «φάγωμα» του χρέους με πληθωρισμό δεν επαρκεί. Το μεγαλύτερο ροκάνισμα γίνεται με την υπερκατανάλωση που αυξάνει τον παρονομαστή του Χρέος/ΑΕΠ και αυτό είναι κεντρική πολιτική επιλογή που ως εντολή δίνεται στις κεντρικές τράπεζες και στη συνέχεια στις περιφερειακές τράπεζες, πολλές εκ των οποίων –κρατικές ή ημικρατικές κατ’ ουσίαν γαρ- συμμετέχουν στον αέναο κύκλο με δύο τρόπους: δανείζοντας και τους πελάτες αλλά και τον σοσιαλισμό του κράτους αγοράζοντας ομόλογα. Φυσικά οι συμφωνίες αυτές γίνονται με το λαό να χαίρεται άρτο (από 100 δρχ στο 1 ευρώ που αυξάνει τον παρονομαστή) αλλά και θεάματα και να αποδέχεται τη μετατροπή του σε λούμπεν υπνωτισμένος. Έτσι όμως διαλύεται η μεσαία τάξη με φτωχοποίηση η ακόμα και με μετατροπή της σε λούμπεν υπερκατανάλωσης, ανοίγει η ψαλίδα πλουσίων και φτωχών και επέρχονται ταχύτερα οι εκρήξεις καθώς ποτέ οι μισθοί δεν ακολουθούν τις αυξήσεις των τιμών ιδίως αφού δεν μπορείς να εκδίδεις χρήμα ως κράτος.

Εν κατακλείδι η χώρα έφτασε στο «δεν πάει άλλο» για διάφορους λόγους (αναφέρονται κάποιοι στο υστερόγραφο). Οι λύσεις ήταν δύο μόνο όπως αποδείχτηκε:

1. Η άμεση μέθοδος με ακαριαίο χτύπημα τομέων που πονάνε, που θα μπορούσε να περιοριστεί ως προς τις καταστροφικές τις συνέπειες αν εφαρμόζονταν λύσεις όπως αυτή του Μάνου με την εφεδρεία των ΔΥ για 3 χρόνια.
Μη γελιόμαστε άλλωστε. Και στην Κύπρο αυτή πήγε να εφαρμοστεί αρχικά. Χρεοκόπησε ο τραπεζικός τομέας. Χτύπησαν τον τραπεζικό τομέα. Μόνο που υποχώρησαν για άλλη μια φορά μπροστά στην οχλοκρατία και χτύπησαν αυτούς που δεν έπρεπε να χτυπήσουν. Τους μεγαλοκαταθέτες ήτοι τα αφεντικά των μικροκαταθετών κυρίως. Και αυτό για να μην χάσουν το πολύ 10000 € μικροκαταθέτες των επιτοκίων της τάξης του 6%.

2.  Η αργή ωφελιμιστική μέθοδος που ήταν σίγουρο ότι θα κατέληγε σε ολοκληρωτικές μεθόδους αφού -απαράδεκτα- δεν συμφώνησαν οι Παπανδρέου και Σαμαράς εξ αρχής στο να αποδεχτούν και να περάσουν στους οπαδούς τους, που τότε αποτελούσαν το 80% του λαού, το πρώτο μνημόνιο που ήταν επιβεβλημένο μάλιστα και χωρίς καμία διαπραγμάτευση από την τότε κυβέρνηση.

Η φιλοσοφία του καθενός και ο τρόπος που αντιμετωπίζει τα πράγματα θα τον βοηθήσει να καταλάβει ποια από τις δύο μεθόδους του ταιριάζει. Μην γελιέστε. Όλα μα όλα τα κόμματα κατά βάση αυτή τη στιγμή υποστηρίζουν μια από τις δύο αυτές λύσεις.

Για έναν πραγματικό φιλελεύθερο η δεύτερη λύση είναι συμβιβασμός. Για έναν δεξιό κλασσικό όμως είναι μια ευκαιρία να βγάλει από τα μπαούλα του κατάλοιπα παλιότερων  εποχών. Για έναν αριστερό αποτελεί ενόραση.

Ουσιαστικά όλο αυτό το διάστημα ζητούσαν όλοι –ακόμα και οι νετσαγιεφικοί μπαχαλάκηδες—την πρώτη λύση και τώρα συμβιβάζονται με τη δεύτερη. Κάποιοι μάλιστα τη λατρεύουν καθώς πέρασαν στα χωράφια της δεξιάς χάρη κυρίως στην αντιμνημονιακή παράνοια και όχι τόσο τη μνημονιακή λογική.

Και είναι παράνοια το αντιμνημόνιο γιατί δεν καταλήγει να φταίει το ίδιο το μνημόνιο παρά οι μαζικές αντιδράσεις ενός λαού που δεν θέλει να αλλάξει . Άλλωστε κανείς σοβαρός που να κατανοεί έστω και τα βασικά από το πώς βγαίνει το χρήμα και κινείται η αγορά, δεν έχει μια λογική απάντηση αν ερωτηθεί το αυτονόητο: «που διαφωνείς με το μνημόνιο»

Υ.Γ.

Ας αναφέρουμε μερικά τελευταία θέματα που αποτελούν κλειδιά του γιατί φτάσαμε εδώ:

1. Γιατί αυξήθηκαν σε εξωφρενικό βαθμό οι πληρωμές δανείων ανάμεσα 2007 και 2009,  τίνος δάνεια είναι αυτά ακριβώς και γιατί δεν μιλάει κανείς γι’ αυτά;

2. Γιατί ενώ το 2004-2005 και ενώ η μείωση των δημόσιων εξόδων έδειξε (αντικεϋνσιανή) αύξηση των εσόδων του δημοσίου, η κυβέρνηση Καραμανλή –πανικόβλητη προφανώς αλλά και ανίκανη- έκανε το αντίθετο αρχικά μετά το 2006 και σε εντονότερο ρυθμό απτό 2007 και μετά, πράγμα που οδήγησε στην εκτόξευση του ελλείμματος και την τραγική μείωση των εσόδων.

3. Από τη στιγμή που γνωρίζανε τις αυξημένες ανάγκες δανεισμού από το 2007 και μετά, πολλώ δε μάλλον μετά την έναρξη της κρίσης στις ΗΠΑ, γιατί δεν συνεργάστηκαν οι Καραμανλής και Παπανδρέου από τότε;

*Το Capital.gr δημοσιεύει άρθρα χρηστών του twitter σεβόμενο την ανωνυμία τους όπως εκείνοι το επέλεξαν

Πηγή: Capital