Γράφει ο Στέφανος Κασιμάτης

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 7 Ιουνίου 2014

Γερουλάνος

«​Έλυσε, επιτέλους, τη σιωπή του», που λέει και το πατροπαράδοτο δημοσιογραφικό στερεότυπο. Μιλώ για τον τέως υπουργό του ΓΑΠ Παύλο Γερουλάνο, ο οποίος παρενέβη με ένα ταρατατζούμ στην ομφαλοσκόπηση που η πολιτική ορθότητα μας επιβάλλει να αποκαλούμε «διάλογο για την Κεντροαριστερά» και έθεσε το τρομερό ερώτημα: Μήπως το «Ελιά» ντρέπεται για το πασοκικό παρελθόν του. Το ερώτημα, ασφαλώς, δεν είναι δύσκολο να απαντηθεί ― ούτε καν από τον ίδιο, αν προσπαθήσει. Αρκεί για τον οποιονδήποτε να ανακαλέσει στη μνήμη τις φάτσες της Μαριλίζας, του Ρέππα, της Φώφης ή του Παναγιωτακόπουλου και η απάντηση προκύπτει αβίαστα: πώς να μην ντρέπεται κάποιος, αν έχει πάρει χαμπάρι τι συνέβη και από ποιους;

Ας προσπεράσουμε, όμως, το συγκεκριμένο θέμα, διότι από το άρθρο του προσφιλούς μου Παύλου προκύπτει ένα σοβαρότερο ζήτημα: δυστυχώς για τους γονείς του και όσους άλλους τον νοιάζονται, ο Παύλος είναι –πιστεύει ότι είναι, εν πάση περιπτώσει– σοσιαλιστής. Προσωπικώς, γνωρίζω ανθρώπους που νομίζουν ότι είναι Ναπολέοντες, αλλά αυτό δεν είναι κάτι σοβαρό στην Ελλάδα ― εδώ, λίγο ή πολύ, όλοι πάσχουμε από τη νόσο. Αλλά σοσιαλιστής είναι κάτι πολύ σοβαρότερο! Και οφείλουμε να εγκύψωμεν στο θέμα, διότι ο Παύλος δεν είναι ο μόνος που υποφέρει από αυτήν. Σε τούτη τη χώρα, οι ομοιοπαθείς είναι, πολύ φοβάμαι, η πλειονότητα.

Πρώτα όμως, να δούμε τι ακριβώς λέει περί σοσιαλισμού στο περιλάλητο άρθρο του. Δεν είναι δύσκολο, διότι όλο κι όλο συνοψίζεται σε ένδεκα λέξεις: «Την πίστη μας σε έναν κόσμο που βάζει πρώτα τον άνθρωπο». Ως εκεί εξειδικεύει την αναφορά του στις «αρχές και τις αξίες του σοσιαλισμού» και ας μου επιτραπεί να πω ότι δεν είναι και πολύ διαφωτιστικό αυτό, διότι το ίδιο έλεγε και ο Τσοχατζόπουλος, αν σας λέει κάτι το όνομα. (Ο ωραίος τύπος με το αγέρωχο ύφος, τη χαίτη και τα κοστούμια Armani, που διαμένει προσωρινώς στον Κορυδαλλό…) Ήταν το προεκλογικό του σύνθημα, τότε που ο Σημίτης είχε το «πρώτα η Ελλάδα».

Κατά τα λοιπά, στο άρθρο του ο Παύλος μέμφεται γενικώς τη σοσιαλιστική διακυβέρνηση «που έσκυψε το κεφάλι στο ανεξέλεγκτο διεθνές κεφάλαιο» και στην «ακραία νεοφιλελεύθερη Ευρώπη». Αποφαίνεται, δε, ότι αν «κάποιες φορές αποτύχαμε να συμπεριφερθούμε ως πραγματικοί σοσιαλιστές, δεν σημαίνει ότι πρέπει να απαρνηθούμε τον σοσιαλισμό. Αντίθετα, είναι ώρα να επιστρέψουμε στις αρχές και τις αξίες του και να δούμε τον κόσμο μέσα από το δικό του πρίσμα […] Είναι ώρα να θυμίσουμε στην κοινωνία γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς αυτόν».

Αλήθεια, γιατί δεν μπορούμε χωρίς αυτόν, αγαπητέ Παύλε; Αναρωτιέμαι ειλικρινά. Ποιον σοσιαλισμό εννοείς, αυτόν που απέτυχε παντού όπου εφαρμόσθηκε και ο οποίος στην Ελλάδα, υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου, ήταν μια ακραιφνώς λαϊκίστικη παραλλαγή του κοτζαμπασισμού; Προφανώς, όχι ― διότι σε αυτόν αναφέρεσαι με τις περιφράσεις περί αποτυχίας κάποιων «να συμπεριφερθούν ως σοσιαλιστές». Εννοείς τον σοσιαλισμό της ευημερούσας Κούβας, του μακαρίτη Τσάβες, της Σοβιετίας, ποιον σοσιαλισμό ακριβώς; Αυτόν που δεν υπάρχει και ποτέ δεν υπήρξε, αλλά εμείς θέλουμε να υπάρξει; Υποθέτω ότι αυτόν εννοείς, αγαπητέ Παύλε. Αλλά πώς μπορεί να υπάρξει ο μονόκερως, ο γρύπας, η σφίγγα, η χίμαιρα, μόνο και μόνο επειδή εμείς θα θέλαμε σώνει και καλά να υπάρξουν;

Ο Παύλος (ο Γερουλάνος, όχι ο διάδοχος) έχει συμπληρώσει τις εγκύκλιες σπουδές του στο Ελληνικό Κολέγιο του Λονδίνου (συμμαθητής με τους βασιλόπαιδες…) και μετά σπούδασε σε διάφορα ένδοξα πανεπιστήμια των ΗΠΑ. Παρ’ όλα αυτά, είναι θύμα της ίδιας αυταπάτης που τρέφουν παρά πολλοί άλλοι σε τούτη τη χώρα, οι οποίοι τελείωσαν το περίφημο Πανδιδακτήριο του πεζοδρομίου και έκτοτε επιμορφώνονται στη Μεγάλη του Γένους Σχολή: καφενείο, καφετέρια, καφέ-μπαρ, μπιστρό ή όπως αλλιώς μεταλλάσσεται η ονομασία του θεσμού στην πορεία του χρόνου. Σε τι μπορεί να οφείλεται αυτή η διαδεδομένη ψευδαίσθηση;

Οφείλεται, πρώτα απ’ όλα, στην αδυναμία μας να καταλάβουμε την έννοια του ιστορικού χρόνου. Παράδοξο, για ανθρώπους που επαίρονται ότι οι πρόγονοί τους επινόησαν την Ιστορία (Θουκυδίδης and all that jazz…). Ακολούθησε, όμως, η Ορθοδοξία και περιέπλεξε τα πράγματα: εμπέδωσε μέσα μας την αντίληψη της ιστορικής ακινησίας. Καθόμαστε και περιμένουμε: αν δεν είναι σε 10 ή 100 χρόνια, θα είναι σε 200 ― τι σημασία έχει, αφού ο κόσμος δεν αλλάζει; (Διαβάστε τον Στέλιο Ράμφο, γιατί τα εξηγεί καταλεπτώς αυτά). Γι’ αυτό μας φαίνεται εντελώς φυσιολογικό να θυμόμαστε έπειτα από τουλάχιστον μισό αιώνα σιωπής τα κατοχικά δάνεια. Γιατί όχι; Χθες, σήμερα, αύριο ― όλα είναι το ίδιο στον Υπαρκτό Ελληνισμό.

Έπειτα, είναι το άχθος της εθνικής ιδεολογίας, η οποία επιβάλλει την αποδοχή της συνέχειας και, συνεπώς, μας υποχρεώνει να προσπαθούμε να συμφιλιώσουμε πράγματα ασύμβατα. Σε αυτό πρέπει να αποδοθεί και η σκοπίμως ελλιπής και στρεβλή διδασκαλία της Ιστορίας στα σχολεία, η οποία το μόνο που πετυχαίνει είναι να κάνει την Ιστορία αντιπαθή και ακαταλαβίστικη. Αφού θέλουμε να πιστεύουμε ότι είμαστε αυτό το παράλογο συνονθύλευμα αρχαίων και χριστιανών συγχρόνως, γιατί να βάλουμε τους μαθητές στη βάσανο της εξοικείωσης με την ιστορική διαδικασία; Ασε τους έτσι, ώστε να έχουμε τουλάχιστον το κεφάλι μας ήσυχο. Άλλωστε η πλειονότητα σε τούτο τον κόσμο είναι οι ηλίθιοι ― δεν θα διαμαρτυρηθούν.

Μέσα στο σχήμα αυτό, η πεποίθηση στη δυνατότητα του σοσιαλισμού στέκεται μια χαρά. Ο κόσμος ούτως ή άλλως δεν κινείται, οπότε η πίστη στον σοσιαλισμό μάς λύνει αυτομάτως δύο από τα βασικά προβλήματά μας. Πρώτον, μας ικανοποιεί ηθικά, διότι αμέσως μας κατατάσσει στην πλευρά των «καλών», απέναντι στους «κακούς». Δεύτερον, μας απαλλάσσει από την αγωνία να ερμηνεύουμε την πραγματικότητα και να προσαρμοζόμαστε σε αυτήν επινοώντας τις κατάλληλες πολιτικές. Δένεις τον γάιδαρό σου και μετά περιμένεις την αλήθεια να φανεί δι’ αποκαλύψεως. Μια χαρά μού ακούγεται ― δεν λέω. Αυτό που δεν λύνουμε, όμως, είναι το πραγματικό πρόβλημα που μας γονατίζει σήμερα: πώς μπορούμε να έχουμε ένα κράτος πολυτελείας, χωρίς να το πληρώνουμε. Κρίμα τα κολέγια και τα Ivy League, Παύλε! Αλλά ας είν’ καλά ο σοσιαλισμός. Υπάρχει διά πάσαν νόσον και πάσαν… (Με την καλή έννοια, πάντα…)

 

Πηγή: Καθημερινή