Γράφει ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Retail στις 16 Ιουνίου 2014

Κοινωνικό Συμβόλαιο

Η όποια αναπτυξιακή προσπάθεια στην Ελλάδα θα πρέπει να ενσωματώνει τα ευρύτερα δυνατά κοινωνικά στρώματα

 

Για πολύ κόσμο και, κυρίως, για το κομμάτι αυτό που πάσχει από «δημοσιοπληξία» –δηλαδή, τα περιμένει όλα από το κράτος και αναμένει να πλουτίσει δια του κράτους– η ανάπτυξη είναι μία μάλλον αφηρημένη έννοια που μπορεί κατά το δοκούν να πιπιλίζεται και ως καραμέλα.

Για την σημερινή Ελλάδα, όμως, η ανάπτυξη είναι μία πολύ σοβαρή υπόθεση, γιατί μία χώρα που χρωστάει μιάμιση φορά και κάτι παραπάνω τον συνολικό παραγόμενο πλούτο της, για να μπορέσει να φέρει το συνολικό της χρέος στα επίπεδα που ανέχονται οι διεθνείς αγορές αλλά και προβλέπονται από την συμφωνία για την σύσταση της ευρωζώνης, θα πρέπει να αναπτύσσεται επί μία εικοσαετία με μέσο ετήσιο ρυθμό 3%. Το ποσοστό αυτό κάθε άλλο παρά άπιαστο είναι για μία χώρα όπως η Ελλάδα, ωστόσο, για να επιτευχθεί, απαιτούνται σοβαρότατες προϋποθέσεις –οι οποίες για την ώρα κάθε άλλο παρά προφανείς είναι.

Χρήσιμες είναι, από την άποψη αυτή, οι τελευταίες προτάσεις που υπεβλήθησαν προς την κυβέρνηση από φορείς όπως το Ίδρυμα Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), τα επτά σημαντικά διμερή Επιμελητήρια της χώρας, η εταιρεία συμβούλων στρατηγικής BostonConsultingGroup (BCG), η Ένωση Νεοφυών Ελληνικών Επιχειρήσεων και η Ελληνική Εταιρεία Διοικήσεως Επιχειρήσεων (ΕΕΔΕ). Με διαδοχικές μελέτες και έρευνές τους, όλοι αυτοί οι φορείς –των οποίων η φωνή θα πρέπει κάποτε να ακουστεί από τις κυβερνήσεις, πέραν της πολιτικής σκοπιμότητος και των διαστροφών της– επισημαίνουν ομοφώνως ότι, παρά κάποιες θετικές μακροοικονομικές εξελίξεις, δημοσιονομικές κατά κύριο λόγο, παραμένει ισχυρός ο κίνδυνος να μην πετύχει η οικονομία μας σταθερά θετικούς ρυθμούς αναπτύξεως.

Και τούτο διότι, όπως μάς έλεγε προσφάτως ο κ. Βασίλης Αντωνιάδης, διευθύνων σύμβουλος της BCG, «ο βιώσιμος δρόμος για την ανάπτυξη διέρχεται από την ουσιαστική αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της οικονομίας σε σχέση με το παρελθόν». Με άλλα λόγια, η αυριανή ανάπτυξη θα πρέπει να στηρίζεται για πολλά χρόνια στην παραγωγική δημιουργία πλούτου και όχι στην κατανάλωση μέσω δανεισμού, δημόσιου και ιδιωτικού. Εξάλλου, είναι πλέον ηλίου φαεινότερον ότι στο εξής ο εξωτερικός δανεισμός της χώρας, τόσο του δημόσιου όσο και του τραπεζικού τομέα, αναμένεται να συνεχίσει να αντιμετωπίζει περιορισμούς στο προβλεπόμενο μέλλον, προερχόμενους κυρίως από το κόστος του. Έτσι, η αναπτυξιακή ώθηση αναγκαστικά θα πρέπει να προέλθει από εξαγωγές, υποκατάσταση εισαγωγών και άμεσες επενδύσεις, από επιχειρήσεις και επενδυτές που βρίσκονται ήδη στην Ελλάδα, αλλά και από εύρεση κεφαλαίων στην πραγματική οικονομία από το εξωτερικό.

Συνεπώς, όπως πεισματικά υποστηρίζει και ο πρόεδρος του ΔΣ της ΕΕΔΕ κ. Κων. Λαμπρινόπουλος, τίθεται πολύ σοβαρά επί τάπητος το θέμα της εμπιστοσύνης προς την Ελλάδα και την οικονομία της. Μία εμπιστοσύνη που πρέπει να έχει διάρκεια και ισχυρά ερείσματα, τα οποία, ωστόσο, για να υπάρξουν, είναι ανάγκη η χώρα να γίνει πεδίο ισχυρών θεσμικών αλλαγών. Ουσιαστική αύξηση των εξαγωγών και των αναγκαίων προς την κατεύθυνση αυτή επενδύσεων δεν θα υπάρξει ποτέ αν οι επιχειρηματίες και οι επενδυτές δεν αποκτήσουν την βεβαιότητα ότι το γενικό επιχειρηματικό περιβάλλον είναι σταθερό και άρα ποιοτικά αναβαθμισμένο. Ως φαίνεται, όμως, αυτές οι αναγκαιότητες συνολικά δεν δείχνουν να έχουν εμπεδωθεί στο Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής.

Όπως παρατηρεί το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), σε πολλούς τομείς παρατηρούνται καθυστερήσεις, αντιδράσεις και αδυναμίες για πραγματικές τομές. Τομές, βέβαια, που πρέπει να θίξουν ένα κυριολεκτικά σάπιο κομματικό δημόσιο σύστημα, το οποίο πριν 138 χρόνια περιέγραψε ο Εμμανουήλ Ροΐδης με τα πλέον καυστικά λόγια στα «Άπαντά» του. Ε, λοιπόν, το σύστημα αυτό ζει και βασιλεύει και είναι η κύρια αιτία της πτωχεύσεως της χώρας –μία πτώχευση, επαναλαμβάνουμε, η οποία θα είχε καταλήξει σε πρωτοφανή εθνική καταστροφή αν οι εταίροι μας δεν μάς δάνειζαν περί τα 270 δισεκατ. ευρώ, ποσό που αποτελεί ρεκόρ στην παγκόσμια οικονομική ιστορία.

Δεν θα υπάρξει, λοιπόν, ανάπτυξη στην Ελλάδα αν δεν πραγματοποιηθεί μία ριζική αλλαγή στον ρόλο του ελληνικού κράτους στην οικονομία και στον τρόπο λειτουργίας σε όλα τα επίπεδά του. Κάτι τέτοιο, όμως, για την ώρα δεν είναι ορατό στον ορίζοντα. Όταν οι εταίροι και οι δανειστές μας υποστηρίζουν ότι, από τους νόμους που ψηφίστηκαν τα δύο τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, μόνον το 25% εφαρμόζονται, αυτό σημαίνει ότι όντως κάτι δεν πάει καθόλου καλά σε όλα τα επίπεδα. Όταν κάποιες χιλιάδες νέοι, μάς έλεγε προσφάτως ο νεαρός επιχειρηματίας και πρόεδρος της Ενώσεως Νεοφυών Επιχειρήσεων κ. Δημ. Τσίγκας, είναι αποφασισμένοι να ρίξουν μαύρη πέτρα πίσω τους διότι δεν αντέχουν την κρατική ασυναρτησία και τύφλωση απέναντι στην πραγματικότητα, το θέμα είναι πολύ πιο σοβαρό από την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων. Είναι, συνεπώς, επείγον η ανάπτυξη στην Ελλάδα να στηριχθεί σε μία θεσμική ανατροπή –η οποία, ωστόσο, θα παρακινήσει για την μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή της κοινωνίας στην προσπάθεια.

Στην παρούσα φάση είναι απαραίτητη η πραγματοποίηση καινοτόμων ενεργειών που θα λειτουργήσουν ως δίχτυ επανεντάξεως κοινωνικών ομάδων στην αναπτυξιακή διαδικασία, η οποία, σε τελική ανάλυση, θα είναι τρόπον τινα ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Μόνον έτσι θα καταπολεμηθεί η πολιτική επιρροής των άκρων και όχι με ξεπερασμένα και από την ιστορική πραγματικότητα, κενά περιεχομένου επιχειρήματα.