Επιλεγμένο απόσπασμα από το βιβλίο του Μάρκου Δραγούμη: “Πορεία προς τον Φιλελευθερισμό”, εκδ. ΚεΦιΜ (Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών)

Freedom

Η φιλελεύθερη εκδοχή για το πρωτείο του ατόµου δεν συνδέεται µε συγκεκριµένη άποψη για το φιλοσοφικό πρόβληµα του «αυτεξούσιου» που απασχολεί την ανθρωπότητα επί χιλιετίες. Είτε είναι το άτοµο αυτεξούσιο είτε απλώς νοµίζει πως είναι, όπως ισχυρίζονται ορισµένοι φιλόσοφοι, έχει πάντως πλήρη επίγνωση του καταναγκασµού που υφίσταται, όταν αυτός ασκείται εις βάρος του από άλλα άτοµα ή από το κράτος. Αυτή είναι η αφετηρία του φιλελευθερισµού. Η ανελευθερία που καταπολεµά ο φιλελευθερισµός είναι λοιπόν ο αντιληπτός καταναγκασµός ανθρώπου από άνθρωπο, όχι η εικαζόµενη εξάρτηση του ανθρώπου γενικώς από το θείο, το υποσυνείδητο, τα γονίδια του ή την «ιστορική νοµοτέλεια». Το άτοµο είναι εκείνο που κρίνει αν είναι ή όχι θύµα καταναγκασµού και όχι άλλοι για λογαριασµό του, λόγιοι, ιερείς, φιλόσοφοι ή πολιτικοί. Έτσι αποκλείεται να υπάρξει ποτέ φιλελεύθερος δογµατισµός διότι απλούστατα δεν υπάρχει για τον φιλελεύθερο η εξουσία εκείνη που θα καταναγκάσει οιονδήποτε να πιστέψει, ό,τιδήποτε, ακόµη και τον φιλελευθερισµό. Όταν ο Κώστας Ζουράρις κατηγορεί («Θεοείδεια Παρακατιανή» σ. 187) την ∆ύση ότι έχει σφραγισθεί από την µονοφυσιτική αίρεση και ότι «ατοµοκεντρικός φιλελευθερισµός, ο κοµµουνισµός, ο φασισµός, ο εθνικοσοσιαλισµός» υποστηρίζουν µε τον τρόπο του ο καθένας ότι «µία είναι η φύση του ανθρώπου, αυτή που εγώ επιβάλλω» σφάλλει καταφώρως εις ότι αφορά τον φιλελευθερισµό. Σε αντίθεση µε όλες τις άλλες ιδεολογίες, αλλά και την εκδοχή Ορθοδοξίας «της καθ’ ηµάς Ανατολής» που µοιάζει να προκρίνει ο Ζουράρις, η υπερέχουσα αλήθεια την οποία προτείνουν οι φιλελεύθεροι δεν είναι υπερατοµική και εποµένως δεν φυλακίζει τα άτοµα σε έναν και µοναδικό µονοφυσίτικο (ορθότερα: µονιστικό) ιδεολογικό ζουρλοµανδύα αλλά συµπίπτει µε την αναγνώριση αποκλειστικής αρµοδιότητας στα πληθυντικά εγώ, προβάλλει το πρωτείο καθενός εξ αυτών και αναδέχεται έτσι την απέραντη ποικιλία τους ως στοιχείο πολιτισµού και πλούτου. Μόνο για την προστασία των δικαιωµάτων των πληθυντικών εγώ και την ανεµπόδιστη άνθιση της ετερότητας τους δικαιούται να µεριµνά ο φιλελευθερισµός.

Αυτή η αντίληψη αποδεσµεύει έτσι την ελευθερία από την συγκυρία και αναδέχεται την αέναη κινητικότητα του ιστορικού γίγνεσθαι ως προϊόν προτιµήσεων των πληθυντικών εγώ. Ο φιλοσοφικός πυρήνας αυτού του αρνητικού ορισµού της ελευθερίας ως απουσίας καταναγκασµού ανθρώπου από άνθρωπο βρίσκεται στην παραίνεση του Γερµανού φιλοσόφου Εµµανουήλ Κάντ (1724-1804) να νοούµε τους συνανθρώπους µας ως φορείς σκοπών και ποτέ ως µέσα, ποτέ ως εργαλεία για επίτευξη «µεγαλειωδών» κοινών σκοπών τεθειµένων από κάποια αυτοδιορισµένη ελίτ ή πρωτοπορία ή ακόµη και από την πλειοψηφία. Έτσι ο στρατιώτης υπακούει µεν στις διαταγές άλλων, αλλά δεν είναι µέσο για την υλοποίηση ιδίων σκοπών του στρατηλάτη, απλώς υπηρετεί το γενικότερο κοινό (δηλ. κοινώς αποδεκτό) σκοπό άµυνας της χώρας σε ένα σύστηµα καταµερισµού καθηκόντων όπου έχουν τη θέση τους τόσο ο στρατηλάτης όσο και οι οπλίτες. Τούτο ισχύει και για τον αστυνοµικό που υλοποιεί την κυρωτική εγγύηση του ∆ικαίου και προστατεύει την ελευθερία των πολιτών. Μόλις η εξουσία αποκτήσει ιδίους σκοπούς (κατακτητικούς, θρησκευτικούς, «ελληνοχριστιανικούς» ή κοµµουνιστικούς) τότε όντως οι «στρατιώτες», οι «αστυνοµικοί», οι «εφοριακοί», οι «δηµόσιοι υπάλληλοι» γενικώς, γίνονται µέσα για την υλοποίηση αυτών των «µονοφυσίτικων» σκοπών και συµµετέχουν σε βασανισµούς, φυλακίσεις και διωγµούς αντιφρονούντων. Στην ιδιωτική επιχείρηση υπάρχει, µέσω συµβάσεως, εναρµόνιση σκοπών εργοδότη και υπαλλήλου για µεγιστοποίηση του εισοδήµατος όλων, εποµένως ο µισθωτός διατηρεί απολύτως την αυτονοµία του και τα δικαιώµατα του ως πωλητής εργατικής δύναµης. Ο δούλος, αντίθετα, ήταν όντως µέσο στα χέρια του αφέντη του διότι υπηρετούσε τους σκοπούς εκείνου και µόνον. Αναγνώριση του πρωτείου του ατόµου σήµαινε την εποχή εκείνη κατάργηση του εργαλειακού ρόλου στον οποίο είχαν καταδικασθεί ορισµένα άτοµα, οι δούλοι. Οι Ρωµαίοι που διακρίθηκαν για τους κανόνες δικαίου και τους νοµικούς ορισµούς τους διεχώριζαν το «φωνητικό εργαλείο» (instrumentum vocale) που ήταν ο δούλος από το «άφωνο εργαλείο» (instrumentum mutuum). Το κατοικίδιο ζώο που εκραύγαζε αλλά δεν µιλούσε ήταν instrumentum semivocale..

Η απουσία καταναγκασµού κατοχυρώνει µέσω του κράτους δικαίου το απαραβίαστο του χώρου που ο σύγχρονος µας φιλόσοφος της ελευθερίας Hayek αποκαλεί «ιδιωτική σφαίρα όπου το άτοµο είναι προστατευµένο από κάθε παρέµβαση» («Constitution of Liberty», σ. 136). Η σφαίρα αυτή είναι ενιαία. Γι’ αυτό η χρήση της λέξης ελευθερία στον πληθυντικό είναι εκ του πονηρού. Οι λευκοί Νοτιοαφρικανοί έχουν ελευθερία, ενώ οι µαύροι είχαν µέχρι της αποξηλώσεως του απαρτχάιντ ορισµένες δοτές «ελευθερίες» αλλά δεν ήταν ελεύθεροι. Αρνητική ελευθερία σηµαίνει ότι όλα επιτρέπονται, εκτός από αυτά που απαγορεύονται σε όλους. Στις ανελεύθερες χώρες όλα απαγορεύονται εκτός από αυτά που ρητώς επιτρέπονται, συνήθως σε µερικούς. Κάποιος κυνικός προσέθεσε ότι η Ελλάδα συνιστά ειδική περίπτωση διότι στη χώρα αυτή επιτρέπονται όλα, ιδίως αυτά που απαγορεύονται. Χαρακτηριστικό του κράτους δικαίου είναι πάντως ότι η προστασία που προσφέρει εκτείνεται σε όλους αυτοµάτως, αυτοδικαίως, δεν δίδεται ποτέ υπό όρους (ορθής πίστεως, εύτακτης συµπεριφοράς ή νοµιµοφροσύνης προς τους άρχοντες) και δεν περιλαµβάνει προσταγές αλλά απαγορεύσεις οι οποίες αποσκοπούν ακριβώς στη γενίκευση της, ώστε να µην καλύπτει απλώς κατά αφηρηµένο τρόπο «όλους», αλλά κατά συγκεκριµένο τρόπο τον «καθένα». Η αρνητική ελευθερία σηµαίνει δηλ. ότι υπό κανονικές συνθήκες ένα άτοµο µπορεί να κάνει ό,τι θέλει στο πλαίσιο του νόµου. Η σφαίρα αυτονοµίας του ατόµου δεν είναι δοσµένη. Τα όριά της επεκτείνονται (συναινούντων πάντοτε των πληθυντικών εγώ) µε τις προόδους της τεχνολογίας και τις νέες συνθήκες διαβίωσης. Η βιοτεχνολογία και η εξωσωµατική γονιµοποίηση ανατρέπουν το παραδοσιακό οικογενειακό δίκαιο, η πληροφορική απαιτεί κατοχύρωση νέων µορφών πνευµατικής ιδιοκτησίας, ενώ η αξιοποίηση του πλούτου που κρύβει ο βυθός των ωκεανών και η υφαλοκρηπίδα επιβάλλει αναθεώρηση του δικαίου της θαλάσσης. Αυτός είναι ο λόγος που δεν είναι ποτέ δυνατόν να υπάρξει οριστική και εξαντλητική απαρίθµηση των δικαιωµάτων του ανθρώπου διότι µε την πάροδο του χρόνου ο άνθρωπος έχει όλο και πιο πολλά να κάνει, άρα νέα δικαιώµατα να προσδιορίσει και κατοχυρώσει.

Η ελευθερία ως απουσία καταναγκασµού ανθρώπου από άνθρωπο θεµελιώνεται στην αρχή καταλογισµού ευθύνης στο άτοµο. Ο κερµατισµός του εαυτού που επεχείρησε ο Φρόυντ σηµαίνει ότι δεν κυβερνούµε πια το πλοίο µας, ότι το εγώ χάνει τον έλεγχο των αποφάσεων του. Ένα ακυβέρνητο εγώ, ωστόσο, δεν µπορεί να διεκδικήσει κανένα πρωτείο. Εάν ο Φρόυντ είχε δίκιο, θα ήταν αδύνατο να λειτουργήσουν φιλελεύθεροι θεσµοί. Ένας συνεπής Φροϋδικός δεν θα έπρεπε ποτέ να παίρνει καµία σοβαρή απόφαση χωρίς να έχει προηγουµένως ψυχαναλυθεί διεξοδικώς για να µην παρασυρθεί από το υποσυνείδητο του σε αξιόποινες πράξεις. Είναι αµφίβολο αν θα µπορούσε ποτέ να οργανωθεί οιαδήποτε πολιτεία πάνω στις αρχές του Φρόυντ. Ποιος αστυφύλαξ θα συνελάµβανε, ποιο δικαστήριο θα δίκαζε και ποιό σωφρονιστικό ίδρυµα θα φυλάκιζε το απρόβλεπτο και απειλητικό Ιd («Αυτό») που κατά τον Φρόυντ ελλοχεύει στον άνθρωπο και τον ποδηγετεί; Τούτο, άλλωστε, θα ήταν και άδικο διότι το Ιd έχει εξ ορισµού το ακαταλόγιστο. Οι Αρχαίοι Έλληνες που εξεπόνησαν τον πρώτο λογοκρατικό πολιτισµό του κόσµου αναγνώριζαν το µη-έλλογο στοιχείο στον άνθρωπο, το διονυσιακό έρεβος, και εµάχοντο τις χθόνιες θεότητες και τους τερατόµορφους δαίµονες —προείκασµα του Ιd— επιστρατεύοντας το λογικό, δηλ. το φωτεινό, το Απολλώνειο τµήµα της ψυχής. Τα πάθη δεν δικαιολογούσαν κατ’ αυτούς καµία εκτροπή της συµπεριφοράς ακριβώς διότι εθεωρούντο τιθασεύσιµα. Ο άνθρωπος ήταν υπεύθυνος για όσα έκανε και δεν µπορούσε να ξεφύγει ισχυριζόµενος ότι γινόταν έρµαιο ή «δούλος» των παθών του. Η άποψη αυτή δεν διασπούσε το εγώ διότι θεωρούσε τα «πάθη» συστατικά του στοιχεία και όχι προϊόντα µαγγανείας ή έργο του Σατανά. ∆εν έµειναν έτσι περιθώρια υπεκφυγής στα πληθυντικά εγώ τα οποία έχουν συχνά την τάση να αναζητούν µεθόδους «εξαγνισµού του εαυτού», δηλαδή απόσειση της ευθύνης, δαιµονολογική περιχαράκωση και εκτόπιση του «κακού», εκτός της προσωπικότητας ει δυνατόν.