Γράφει ο Κώστας Χριστίδης

Δημοσιεύθηκε στην Εστία στις 20 Ιουνίου 2014

Gary Becker

Τήν 3η Μαΐου 2014 ἀπεβίωσε σέ ἡλικία 83 ἐτῶν ὁ κορυφαῖος οἰκονομολόγος καί κοινωνικός ἐπιστήμων Γκάρυ Σ. Μπέκερ. Καθηγητής ἐπί δεκαετίες στό Πανεπιστήμιο τοῦ Σικάγο, κάτοχος τοῦ βραβείου Νομπέλ γιά τά οἰκονομικά το 1992, ὑπῆρξε πρωτοπόρος στήν ἐφαρμογή πορισμάτων και ἐργαλείων τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης γιά τήν ἐξήγηση τῆς ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς σέ ὅλες σχεδόν τίς δραστηριότητες τῆς ζωῆς. Ἡ εἴδηση τοῦ θανάτου του ἔγινε δεκτή με αἰσθήματα θλίψης καί σεβασμοῦ πρός τό πρόσωπό του σε ὅλες τίς προηγμένες χῶρες. Στήν Ἑλλάδα ἡ ἀπώλειά του πέρασε, ἐξ ὅσων γνωρίζω, ἀπαρατήρητη.

Τό βασικό ἐπιχείρημα τοῦ Μπέκερ εἶναι ὅτι ὁ κάθε ἄνθρωπος προσπαθεῖ μέ τήν συμπεριφορά του νά προαγάγει τήν εὐημερία του –ἤ, ὅπως λέγεται στά οἰκονομικά, τό ὄφελος ἤ τήν χρησιμότητα (utility)–, ὅπως ὁ ἴδιος τήν ἀντιλαμβάνεται. Ἡ εὐημερία ἤ τό ὄφελος δεν νοοῦνται ἀποκλειστικά μέ στενά ὁριζόμενους οἰκονομικούς ὅρους, π.χ. εἰσόδημα, κέρδος, ἀλλά μπορεῖ νά προέρχονται ἀπό αἰσθήματα ἀλτρουϊσμοῦ ἤ, ἀντιθέτως, ἀπό ἐνισχυμένο ἐγωϊσμό ἤ ἀπό κοινωνική ἀναγνώριση, αὐτοπραγμάτωση (self-actualization) καί ἀπό πολλούς ἄλλους παράγοντες. Τό σημαντικό εἶναι ὅτι κάθε ἄνθρωπος, σκεπτόμενος ὅσο πιό ὀρθολογικά μπορεῖ, ἀντιδρᾶ σέ κίνητρα καί ἐρεθίσματα πού παρέχει τό περιβάλλον.

Ἡ προσέγγιση αὐτή ἐπέτρεψε στόν Μπέκερ νά ἐξηγήσει πολλές πτυχές τῆς ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς, χρησιμοποιῶντας οἰκονομικές ἔννοιες καί ἐργαλεῖα, ὅπως: ἰσορροπία, σταθερές προτιμήσεις, μεγιστοποίηση, φθίνουσα ὁριακή ἀπόδοση κλπ. Χρησιμοποίησε αὐτή την ἀνάλυση στό πρωτοποριακό ἔργο του «Τά Οἰκονομικά τῆς Δυσμενοῦς Διάκρισης» (TheEconomicsofDiscrimination) γιά νά ἐξηγήσει τήν συμπεριφορά ἐργοδοτῶν καί ἐργαζόμενων στήν Ἀμερική, κατά τήν δεκαετία τοῦ 1950, καί σέ ἄλλες χῶρες, ὅπου ἴσχυαν φυλετικές διακρίσεις, ὅπως στήν Νότια Ἀφρική. Τό πρῶτο αὐτό ἔργο τοῦ Μπέκερ ἀποτέλεσε θεμέλιο γιά πολλές, ἑπόμενες ἔρευνες στήν ἀγορά ἐργασίας.

Παρομοίως, ὁ Μπέκερ ἀσχολήθηκε μέ τά οἰκονομικά τῆς παραβατικῆς συμπεριφορᾶς. Ὑπολόγισε τά κόστη και τά ὀφέλη τῆς μή πληρωμῆς εἰσιτηρίου στάθμευσης και τῆς ἀνάληψης τοῦ σχετικοῦ κινδύνου. Ἡ μελέτη αὐτή τον ὁδήγησε στό συμπέρασμα ὅτι οἱ ἄνθρωποι σταθμίζουν τά προβλεπόμενα κόστη καί ὀφέλη ἀπό τήν παραβίαση τοῦ νόμου, στήν ὁποία προχωροῦν ὅταν ἡ ἀπόδοση τῆς ἐγκληματικῆς συμπεριφορᾶς ἐμφανίζεται ὑψηλή καί ἡ πιθανότητα (ἤ τό κόστος) ποινῆς χαμηλή. Τέτοιοι ὑπολογισμοί, ὑποστήριξε, ἐφαρμόζονται σέ μία σειρά ἀδικημάτων, ἀπό παραβίαση τοῦ κώδικα ὁδικῆς κυκλοφορίας μέχρι ἀπάτη καί ἀπιστία. Ἀκολούθως προχώρησε στό συμπέρασμα ὅτι ἡ προσοδοθηρία μπορεῖ νά ἐμφανίζεται πιό ἐπωφελής ἀπό ἐπενδυτικές δραστηριότητες (χωρίς, ἀσφαλῶς, νά ἔχει ὑπόψη του τήν συμπεριφορά κρατικοδίαιτων ἐπιχειρηματιῶν ἤ συντεχνιῶν στήν σύγχρονη Ἑλλάδα!). Οἱ μελέτες του ὁδήγησαν στήν ἐφαρμογή νέων μορφῶν ἀντεγκληματικῆς πολιτικῆς. Ὑπολόγισε ὅτι ὑπάρχει ἕνα ἄριστο (optimal) ἐπίπεδο, κάτω ἀπό τό ὁποῖο δέν ἔχει νόημα νά πληρώνονται ὑπερβολικά ποσά γιά τόν ἐκμηδενισμό κάθε παραβατικῆς συμπεριφορᾶς. Σέ πολλές περιπτώσεις, ἡ συμπεριφορά αὐτή μπορεῖ νά ἀποτραπεῖ μέ ἁπλή αὔξηση τῶν προβλεπόμενων προστίμων.

Ἀνάλογη προσέγγιση ἐφάρμοσε ὁ Μπέκερ στά «οἰκονομικά τῆς ἐκπαίδευσης» καί «τοῦ γάμου». Οἱ δαπάνες για τήν ἐκπαίδευση καταβάλλονται, σύμφωνα μέ τήν ἐπιχειρηματολογία του, ἐπειδή ὑπολογίζονται χαμηλότερες σέ σχέση μέ προσδοκώμενα οἰκονομικά ὀφέλη καί ὄχι ὡς ἀποτέλεσμα ἁπλῆς ἐπιθυμίας γιά πνευματική καλλιέργεια. Τά συμπεράσματά του ἐξηγοῦν γιατί ὑπάλληλοι πού ἀποκτοῦν εἰδικές δεξιότητες σέ συγκεκριμένο ἐργασιακό περιβάλλον εἶναι ἀπρόθυμοι νά ἀλλάξουν ἐργοδότη ἐνῶ, ταυτόχρονα, καί οἱ ἑταιρεῖες συνήθως προάγουν στελέχη ἀπό τό ὑφιστάμενο δυναμικό, χωρίς «μετεγγραφές» ἀπό ἔξω.

Ἀκόμη καί οἱ ἀποφάσεις γιά σύναψη γάμου καί δημιουργία οἰκογένειας βασίζονται, κατά τόν Μπέκερ, στήν ἐπιθυμία μεγιστοποίησης τῆς εὐημερίας. Ἕνεκεν τούτου, τά διαζύγια σέ εὔπορες οἰκογένειες εἶναι λιγότερα, ὅπως ἄλλωστε καί ὁ ἀριθμός τῶν τέκνων μικρότερος, διότι, καθώς ἡ ἀμοιβή τῶν ἐργαζόμενων γυναικῶν αὐξάνεται, το κόστος εὐκαιρίας τῆς ἀνατροφῆς τῶν τέκνων ἐπίσης αὐξάνεται καί οἱ πολυμελεῖς οἰκογένειες καθίστανται λιγότερο ἑλκυστικές. Ταυτόχρονα, ἡ σχέση μεταξύ ἐκπαίδευσης καί οἰκονομικῆς ἐπιτυχίας ἰσχυροποιεῖται καί οἱ γονεῖς αἰσθάνονται ἐπιτακτικότερη τήν ἀνάγκη νά ἐπενδύσουν περισσότερο στήν ἐκπαίδευση τῶν τέκνων τους.

Στόν χῶρο τῆς πολιτικῆς δραστηριότητας, ὁ Μπέκερ ὑποστήριξε ὅτι ὁ ἰσχυρισμός πώς σωστές κυβερνητικές ἀποφάσεις θά βελτιώσουν μία προβληματική κατάσταση, οὐδόλως συνεπάγεται ὅτι οἱ πραγματικές κυβερνητικές ἀποφάσεις θά ἐπιφέρουν τό ἀποτέλεσμα αὐτό. Οἱ ἀτέλειες τῆς ἀγορᾶς δέν πρέπει νά συγκρίνονται μέ κάποια ἰδεατή λειτουργία τῆς πολιτικῆς. Ἡ ἰδεώδης λειτουργία τῆς δημοκρατίας ἔχει ἀναλογίες μέ τήν ἰδεώδη λειτουργία τῆς ἀγορᾶς (πλήρης πληροφόρηση καί πλήρης ἀνταγωνισμός) ἀλλά στήν πραγματικότητα τά ἐμπόδια εἰσόδου στόν πολιτικό ἀνταγωνισμό εἶναι πολύ μεγαλύτερα ἀπό ὅ,τι στόν οἰκονομικό ἀνταγωνισμό. Ἐπιπλέον, στήν ἀγορά ἀντιπροσωπεύονται καλύτερα οἱ μειοψηφίες ἐνῶ, παράλληλα, τά κίνητρα γιά καλύτερη πληροφόρηση καί ἐπιλογή εἶναι σημαντικότερα ἀπό ὅ,τι στήν πολιτική ἀγορά. Ἐνίοτε, εἶναι προτιμότερο νά ὑφίσταται κανείς τά οἰκονομικά παρά τά πολιτικά μονοπώλια (ἤ ὀλιγοπώλια).

 Ἦταν αὐτές – καί ἄλλες, ἀνάλογες – σκέψεις πού ὁδήγησαν τόν Μίλτον Φρίντμαν νά δηλώσει ὅτι ὁ Γκάρυ Μπέκερ ἦταν «ὁ μεγαλύτερος κοινωνικός ἐπιστήμων πού ἔζησε καί ἐργάσθηκε στό δεύτερο ἥμισυ τοῦ 20οῦ αἰώνα», ἕνας πραγματικός σκαπανέας στόν χῶρο του.