Γράφει ο Ν. Γ. Δρόσος

Δημοσιεύθηκε στο EURO2day στις 30 Ιουνίου 2014

delusion

Όλα όσα συμβαίνουν σήμερα στην πατρίδα μας αφορούν, κυρίως, ένα πράγμα: τη μάχη για τη διατήρηση του κράτους και των πελατειακών του σχέσεων. Ουδεμία αυταπάτη πρέπει να έχουμε ως προς το γεγονός αυτό..

 

Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!

Στη διάρκεια των τελευταίων ετών χάθηκαν πάνω από 1 εκατομμύριο θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, η οικονομία συρρικνώθηκε κατά 25%, οι πολίτες με χρέη στην εφορία εκτοξεύτηκαν στα 2,5 εκατ., τουλάχιστον 1 στα 3 δάνεια «κοκκίνισε», ολόκληροι κλάδοι αφανίστηκαν και εκατομμύρια πολίτες οδηγήθηκαν στα όρια της αξιοπρέπειάς τους.

Όλα αυτά, δε, για έναν και μόνον λόγο: ώστε να ζήσει το κράτος κι όσοι το απομυζούν.

Ας μην έχουμε αυταπάτες ως προς αυτό.

Οι αγορές έκλεισαν τις πόρτες τους στην Ελλάδα την περίοδο 2009-2010, καθιστώντας απαγορευτικό το κόστος δανεισμού, επειδή διαπίστωσαν ότι τους λέγαμε ψέματα για την πραγματική δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, η οποία ήταν πολύ δυσμενέστερη των ισχυρισμών μας.

Έκτοτε, οι στόχοι δημοσιονομικής προσαρμογής μπορεί να επιτεύχθηκαν και να ξεπεράστηκαν, αλλά αυτό έγινε χάρις σε άδικα μέτρα, όπως τα οριζόντια μαχαίρια σε μισθούς και συντάξεις, και λόγω της υπερφορολόγησης, ενώ η περικοπή του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων και η πιστωτική συρρίκνωση μεγέθυναν την ύφεση στην κρατικοδίαιτη οικονομία μας.

Η τρόικα των δανειστών ουδέποτε υπαγόρευσε στη χώρα μας τρόπους επίτευξης των στόχων δημοσιονομικής προσαρμογής. Οι κυβερνήσεις της τελευταίας τετραετίας τους αποφάσισαν.

Στα χρόνια που κύλησαν ελάχιστες ήσαν οι προσπάθειες πραγματικής αποδόμησης των αιτίων που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία. Της αναποτελεσματικής και σπάταλης λειτουργίας του δημόσιου τομέα και της απουσίας ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας.

Ο δημόσιος τομέας, στενός και ευρύτερος, παραμένει τόσο γραφειοκρατικός και αδιαφανής όσο ήταν και πριν από την κρίση, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνει την επιχειρηματικότητα και να αυξάνει το κόστος της, ενώ οι συντεχνίες και τα καρτέλ εξακολουθούν να λυμαίνονται την οικονομία.

Ούτε η φοροδιαφυγή αντιμετωπίστηκε, ούτε ο χρόνος απονομής δικαιοσύνης μειώθηκε, ούτε άνοιξαν οι αγορές και τα επαγγέλματα κατά τρόπο ουσιαστικό.

Αν υπήρξε βελτίωση, η όποια, της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων, τούτο οφείλεται αμιγώς στην καταβαράθρωση του μισθολογικού κόστους των επιχειρήσεων και όχι όλων των υπολοίπων, όπως αυτά αποτυπώνονται σε επίπεδο ασφαλιστικών εισφορών, κόστους γραφειοκρατίας, αδιαφάνειας ή γενικότερης λειτουργίας στο επιχειρηματικό περιβάλλον που προσφέρει η χώρα μας.

Ακόμη κι αν η χώρα έκανε ένα δειλό ντεμπούτο στις αγορές, οι ελληνικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να μην έχουν ομαλή πρόσβαση σε δανεισμό και είτε κλείνουν, είτε εγκαταλείπουν τη χώρα, όσες εξ αυτών μπορούν, εξαιτίας του δυσβάσταχτου φορολογικού και ενεργειακού κόστους αλλά και σε αναζήτηση προσφορότερων τρόπων άντλησης χρηματοδότησης.

Παράλληλα, η ύπαρξη του πρωτογενούς πλεονάσματος στον προϋπολογισμό, όσο εύηχη κι αν είναι από πλευράς δημοσιονομικής προσαρμογής, καταδεικνύει μόνον ένα πράγμα: το κράτος παίρνει περισσότερα από όσα δίνει στην οικονομία.

Στερεί, δηλαδή, χρήματα από την πραγματική οικονομία, χάριν της επιβίωσής του.

Η ύπαρξη δημοσιονομικού ελλείμματος, δε, που ακόμη εμφανίζει ο κρατικός προϋπολογισμός εξαιτίας του βάρους εξυπηρέτησης του χρέους, οδηγεί τους πολίτες και τις επιχειρήσεις αυτής της χώρας σε ακόμη δυσμενέστερη θέση, καθώς παρά τη φορολογική αφαίμαξή τους και τη στέρηση ρευστότητας από την αγορά, που έχει ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση της ανάκαμψής της, παραμένουν βαθιά χρεωμένοι, εξαιτίας των υποχρεώσεων που δημιουργήθηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες για τη συντήρηση του κράτους.

Ακόμη χειρότερα, μέσω της πρωτοφανούς υπερφορολόγησης, τόσο των εισοδημάτων όσο και της περιουσίας, η ύφεση βαθαίνει και ολόκληρα τμήματα της κοινωνίας μας καταστρέφονται.

Αν ψάχνουμε τους λόγους για τους οποίους ενισχύονται σήμερα στην πατρίδα μας τα άκρα του πολιτικού φάσματος, ας μην πάμε πολύ μακρύτερα από την οικονομική εξαθλίωση κοινωνικών στρωμάτων τα οποία στήριζαν έως τώρα το μεσαίο πολιτικό χώρο.

Ας μην έχουμε λοιπόν καμία αυταπάτη. Για το κράτος είναι οι θυσίες αλλά και η καταστροφή.

Ας μην έχουν, όμως, καμία αυταπάτη και οι πολιτικοί αυτής της χώρας. Η διάλυση της μεσαίας τάξης και η φτωχοποίηση ολόκληρων τμημάτων της κοινωνίας οδηγούν αναπόφευκτα και στην κατάρρευση των ελπίδων τους για τη συντήρηση αυτού του κράτους.

Η τσέπη του πολίτη, του καθενός από εμάς, δεν αντέχει πλέον να συντηρεί το κράτος στις σημερινές του διαστάσεις, ενώ οδηγεί τους κατοίκους αυτής της χώρας σε έναν νέο διχασμό.

Ας μην έχουμε αυταπάτες, λοιπόν, για όλα αυτά…

 

Πηγή: EURO2day