Γράφει ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος

Δημοσιεύθηκε την 1η Ιουλίου 2014

Υπουργείο Ανάπτυξης

Από την βιομηχανία ειδών διατροφής έχουν καταμετρηθεί τουλάχιστον 28 παρακρατούμενοι υπέρ τρίτων φόροι, πολλοί εκ των οποίων αντίκεινται στο κοινοτικό δίκαιο και επιβαρύνουν την παραγωγή

 

Το ελληνικό κράτος και οι υπολειτουργίες του –αλλά με πλούσιες δαπάνες– είναι το ουσιαστικό και καυτό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας. Επειδή δε το κράτος αυτό στηριζόταν σε ένα κρατικοδίαιτο μοντέλο ανάπτυξης, έχει υιοθετήσει σωρεία φόρων και εισφορών υπέρ τρίτων –πολλοί από τους οποίους επιβαρύνουν τον παραγωγικότερο τομέα της οικονομίας μας που είναι η βιομηχανία ειδών διατροφής. Παρόλα αυτά, το κράτος, δια των φερεφώνων του, κατηγορεί ενίοτε την βιομηχανία αυτή ότι έχει υψηλές τιμές την στιγμή που χάρη σε αυτές το ίδιο έχει έσοδα.

Από μελέτη του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων (ΣΕΒΤ) προκύπτουν οι ακόλουθοι υπέρ τρίτων φόροι, που σήμερα θέτουν σε κίνδυνο την επιβίωση ενός ζωτικού παραγωγικού κλάδου και κάποιοι από αυτούς πλησιάζουν τα 90 χρόνια ζωής:

*Εισφορά υπέρ Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων, που βαραίνει τον φόρο κατανάλωσης βύνης (Ν.2963/1922, ΦΕΚ Α134) πέραν του ειδικού φόρου κατανάλωσης

*Εισφορά-Δικαίωμα εκτελωνιστικών εργασιών (ΔΕΤΕ), που βεβαιώνεται κατά την εισαγωγή, εξαγωγή και μεταφόρτωση αγαθών και καυσίμων κατά Αριθ. Τ4363/1236, ΦΕΚ Β’ 1775/22-9-1999)

*Εισφορά 2% επί αξίας παραγόμενου λαδιού υπέρ δακοκτονίας κατά το ΝΔ 4100/1960 (ΦΕΚ Α 133)

*Πλήθος χαρτοσήμων και τελών που προβλέπονται στα 75 άρθρα του Προεδρικού Διατάγματος 28/1931 (ΦΕΚ Α 239) «Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου», όπως αυτά ισχύουν

*Εισφορές και υπέρ τρίτων επιβαρύνσεις στα τιμολόγια του Εθνικού Τυπογραφείου 36% (Ν. 3469/2006, ΦΕΚ Α 131)

*Εισφορά 0,15% (ΚΥΑ 25323/1960 που κυρώθηκε με το άρθρο 64 του Ν.1249/1982, ΦΕΚ Α 43) επί της τιμολογιακής αξίας CIF των εισαγόμενων ειδών από τρίτες χώρες σε πίστωση του προηγούμενου Λογαριασμού Ενίσχυσης Εξωτερικού Εμπορίου

*Εισφορά 0,5% του ΝΔ 3883/1958 (ΦΕΚ Α 181) επί της αξίας όλων των εισαγόμενων εμπορευμάτων που διατίθενται «κατά το ένα τρίτο προς ενίσχυση του Πανεπιστημίου και Πολυτεχνείου Αθηνών, παρακρατούμενοι του ενός δεκάτου τούτου υπέρ της Ακαδημίας Αθηνών, κατά το έτερον τρίτον προς ενίσχυση του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κατά το υπόλοιπον τρίτον δια την προώθηση της εξαγωγής των ελληνικών προϊόντων»

*Τέλος 1 ευρώ/τόνο υέρ του Δημοσίου, που ισχύει για την διενέργεια φυτοϋγειονομικών ελέγχων και ελέγχων ποιότητας-καταλληλότητας γεωργικών προϊόντων προς εξαγωγή (Ν.3460/2006, άρθρο 14)

*Υποχρεωτική εγγραφή σε οικεία επιμελητήρια και επιβάρυνση των ετήσιων συνδρομών σε αυτά με το τέλος υπέρ της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων (Ν. 2081/1992, ΦΕΚ 154Α , άρθρο 1, εδάφιο 3)

*Επιβολή τέλους 2% επί της διαφημιστικής δαπάνης προς όφελος των Δήμων, όπου αυτή πραγματοποιείται

*Αγγελιόσημο στην διαφήμιση, το ύψος του οποίου ανέρχεται σε 21,5% επί της τιμολογούμενης διαφημιστικής επένδυσης, επιβαρύνει δε τον διαφημιζόμενο –άρα τα προϊόντα– αντί τους εργοδότες των ΜΜΕ. Το αγγελιόσημο από μόνο του έχει μια μέση επίπτωση 1%-2% στις τιμές των προϊόντων. Πέραν αυτού, σε αναστολή αλλά όχι διαγραφή, είναι και ο έκτακτος φόρος 20% στην διαφημιστική δαπάνη

*Εισφορά 1% επί κύκλου εργασιών εταιρειών πετρελαίου υπέρ Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών (Ν. 3655/08, ΦΕΚ α 58, άρθρο 150, περίπτωση 10)

*Εισφορά 1,2% στην προ εισφορών και φόρων αξία των πετρελαιοειδών υπέρ ειδικού λογαριασμού με την επωνυμία «Λογαριασμός Χρηματοδότησης Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών για Μεταφορές Καυσίμων στις Προβληματικές Περιοχές της Χώρας» (Ν. 3054/2002, ΦΕΚ Α 230, άρθρο 19).

Πέρα, όμως, από τις παραπάνω φορολογήσεις υπέρ τρίτων –που πέρα από την τρόϊκα, από χρόνια ζητά να καταργηθούν και ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως (ΟΟΣΑ)– η ελληνική βιομηχανία πάσχει ιδιαίτερα από την εξοντωτική γραφειοκρατία και στο επίπεδο των αδειοδοτήσεων, παρά κάποιες κυβερνητικές πρωτοβουλίες προς την σωστή κατεύθυνση. Έτσι, η βιομηχανία τροφίμων εποπτεύεται ή ελέγχεται από 6 υπουργεία και υπηρεσίες: Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών, Δικτύων, Υπουργείο Υγείας, Υπουργείο Οικονομικών, Υπουργείο Ναυτιλίας και Αιγαίου, Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.

Η εποπτεία αυτή, κατά τον πρόεδρο του ΣΕΒΤ κ. Ευάγγελο Καλούση, έχει υψηλό γραφειοκρατικό κόστος και συνεπάγεται απίστευτες καθυστερήσεις όταν οι εταιρείες θέλουν να πραγματοποιήσουν επενδύσεις επέκτασης και εκσυγχρονισμού. «Όλα αυτά», τόνισε ο πρόεδρος του ΣΕΒΤ σε συνάντησή του με τους δημοσιογράφους, «συνεπάγονται περιορισμένη ευελιξία στο να προχωρήσει η βιομηχανία τροφίμων σε περαιτέρω μειώσεις των τιμών στα προϊόντα της. Επιπροσθέτως, τα τελευταία επιβαρύνονται και με το υψηλό κόστος ενέργειας, πρώτων υλών και χρήματος –παράγοντες που επίσης παίζουν σημαντικό ρόλο σε μικρές αγορές όπως η Ελλάδα».

Αναλυτικότερα, όπως ανέφερε ο κ. Ευαγ. Καλούσης, «οι επιχειρήσεις του κλάδου των τροφίμων έχουν επιδοθεί σε αγώνα επιβίωσης στον πόλεμο τιμών, προκειμένου να κρατήσουν τους καταναλωτές και να παραμείνουν ανταγωνιστικές». Εν αντιθέσει με όσα επικαλείται η Eurostat, που κατατάσσει την χώρα μας στην 12η ακριβότερη των 28, ο πρόεδρος του ΣΕΒΤ, επικαλούμενος τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ανέφερε ότι η πτώση στις τιμές τροφίμων χωρίς να προσμετρηθούν οι προσφορές-προωθητικές ενέργειες διαμορφώθηκε το 2013 στο 6%. Αντίστοιχη μελέτη της Nielsen, η οποία συμπεριέλαβε και τις άμεσες εκπτώσεις μέσω των προσφορών, αναδεικνύει ότι το ποσοστό της μείωσης των τιμών διαμορφώνεται στο 8%-10%. Η κερδοφορία των εταιρειών, σύμφωνα με τον ΣΕΒΤ, είναι στο 1%-2%, ενώ πολλοί επιχειρηματίες του κλάδου βάζουν, όπως αναφέρθηκε, «το χέρι στην τσέπη» για να στηρίξουν τις εταιρείες τους.

Κατά τα λοιπά, περιμένουμε εξωστρέφεια…!