Γράφει ο Κώστας Στούπας

Δημοσιεύθηκε στο Capital στις 7 Ιουλίου 2014

ΓΕΝΟΠ

Η ΔΕΗ είναι κρατικό μονοπώλιο που χρησιμοποιείται από τους πολιτικούς όλων των κομμάτων σαν εργαλείο διεκπεραίωσης των πελατειακών πολιτικών. Πολιτικοί και συνδικαλιστές έχουν στήσει ένα ιμάντα ικανοποίησης πελατειακών αιτημάτων και ιδιωτικών συμφερόντων συχνά με ιδιοτελή κίνητρα και κριτήρια.

Η ηλεκτρική ενέργεια είναι στρατηγικής σημασίας τομέας για μια κοινωνία και μια οικονομία. Δεν έχει να κάνει μόνο από το τιμολόγιο που θα πληρώνει ο χαμηλοσυνταξιούχος και ο άνεργος, αλλά με το κόστος χρήσης της ενέργειας από την οικονομική δραστηριότητα.

Αν η ενέργεια είναι ακριβή για την οικονομία με αποτέλεσμα όλοι να είναι άνεργοι λόγω της χαμηλής ανταγωνιστικότητας, κανένας δεν μπορεί να εξασφαλίσει εσαεί δωρεάν ηλεκτρικό για τους ανέργους.

Η πρόσβαση των ανέργων και των χαμηλοσυνταξιούχων στην ηλεκτρική ενέργεια που χρειάζονται για να ζουν εντός των ορίων της αξιοπρέπειας μιας ανεπτυγμένης κοινωνίας, είναι ευθύνη της πολιτείας και όχι κάποιας κρατικής ή ιδιωτικής ηλεκτρικής εταιρείας.

Αν υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να πληρώσουν το ηλεκτρικό είναι ευθύνη του κρατικού προϋπολογισμού να τους εξασφαλίζει 300 ευρώ το χρόνο.

Ένα τέτοιο ποσό για 1 εκατ. νοικοκυριά δεν θα ξεπερνούσε τα 300 εκατ. το χρόνο, ένα ποσό αστείο για τα δεδομένα του ελληνικού προϋπολογισμού που ξοδεύει μόνο 600 εκατ. για τους 50αρηδες συνταξιούχους της ΔΕΗ και άλλα τόσα για του ανάλογους του ΟΤΕ, τα χαϊδεμένα παιδιά της ελληνικής πελατειακής λωποδυσίας.

Όσοι χρησιμοποιούν λοιπόν την δυνατότητα πρόσβασης των φτωχών συμπολιτών μας σε φθηνή ηλεκτρική ενέργεια σαν επιχείρημα διατήρησης του κρατικού μονοπωλίου ψεύδονται και εκμεταλλεύονται την ανάγκη των αδύναμων προκειμένου να εξασφαλίσουν τα δικά τους προνόμια.

Για το μέσο πολίτη που δεν γνωρίζει οικονομικά, το μέτρο σύγκρισης για το αν τον συμφέρει η ηλεκτρική ενέργεια που χρειάζεται, να παράγεται από κρατικά μονοπώλια ή μια απελευθερωμένη αγοράς ενέργειας είναι απλό.

Ας συγκρίνει το επίπεδο ζωής και οικονομικής δραστηριότητας του μέσου εργαζόμενου και πολίτη σε οικονομίες που η ηλεκτρική ενέργεια παράγεται από κρατικά μονοπώλια και σε χώρες που παράγεται από ιδιωτικές εταιρείες σε αυστηρά πλαίσια ελεύθερης αγοράς και ανταγωνισμού.

Ας συγκρίνει το επίπεδο ζωής και το μισθό που παίρνει ο εργαζόμενος σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιαπωνία, η Αυστραλία, η Γερμανία και σε χώρες όπως η Κούβα, η Βόρεια Κορέα, η Κίνα το Ιράν…

Υπάρχουν και ενδιάμεσες μεικτές καταστάσεις με μεικτά και όχι ευδιάκριτα αλλά τα ακραία παραδείγματα είναι ξεκάθαρα…

Φυσικά για την παραγωγή άφθονης και φθηνής ενέργειας η ανάμειξη του ιδιωτικού τομέα δεν είναι πανάκεια. Αυτό που χρειάζεται είναι ένα αυστηρό πλαίσιο απελευθέρωσης της αγοράς. Ο καθένας να μπορεί να παράγει και να πουλά ενέργεια από τον αγρότη μέχρι την ιδιωτική εταιρεία και το κράτος αν πρέπει.

Χρειάζεται όμως και μια πολιτική που θα ευνοεί την παραγωγή φθηνής ενέργειας και διάθεση. Αν οι φόροι που βάζει το κράτος είναι υψηλοί, η ενέργεια είτε την παράγει η ΔΕΗ είτε ο ιδιώτης θα είναι ακριβή.

Αν η πρώτη ύλη από την οποία παράγεται η ενέργεια είναι ακριβή (λιγνίτης, νερό, φυσικό αέριο, πετρέλαιο, φυσικό αέριο, ουράνιο…) είναι ακριβή τότε και το τελικό προϊόν θα είναι ακριβό.

Στην Ελλάδα κανένας δεν ασχολείται με τη ουσία του προβλήματος: Ποιος, με ποιο θεσμικό πλαίσιο και μια ποια πρώτη ύλη μπορεί να παράγει φθηνή και άφθονη ενέργεια.

Η ελληνική βιομηχανία σήμερα πληρώνει την ακριβότερη ενέργεια στην Ευρώπη και αυτός είναι ένας λόγος που τελεί υπό εξαφάνιση με αποτέλεσμα εκατομμύρια ανέργους. Το κρατικό μονοπώλιο της ΔΕΗ το οποίο επί της ουσίας διοικείται από μια συμμορία συνδικαλιστών με ιδιοτελή κίνητρα, για τα οποία οι επικεφαλής είναι υπόδικοι μαζί με τις διορισμένες από το πελατειακό πολιτικό σύστημα διοικήσεις, έχει καταφέρει να πετύχει υψηλό κόστος παραγωγής που είναι απαγορευτικό για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Η μοναδική περίπτωση που υπήρξε προσπάθεια η ΔΕΗ να δημιουργήσει προϋποθέσεις για την παραγωγή φθηνής ενέργειας ήταν η περίπτωση της διοίκησης Αθανασόπουλου με τα σχέδια για την δημιουργία μονάδων καύσης λιθάνθρακα.

Τα σχέδια αυτά τα πολέμησε και ματαίωσε η συνδικαλιστική συμμορία της ΓΕΝΟΠ, ενδεχομένως σε συνέργεια με ιδιωτικά συμφέροντα.

Οι εξελίξεις διεθνώς δικαιώνουν την επιλογή Αθανασόπουλου καθώς η αύξηση της χρήσης του φθηνού σχιστολιθικού αέριου έχει μειώσει δραστικά την τιμή λιθάνθρακα (κάρβουνου) σε σημείο που και με τα μεταφορικά να είναι φθηνότερη πρώτη ύλη ακόμη και μετά την προσθήκη του κόστους καυσαερίου.

Τα μειονεκτήματα της περίπτωσης του λιθάνθρακα είναι η πιθανότητα αύξησης του κόστους των ρητρών καυσαερίου και η απελευθέρωση καυσαερίων στην ατμόσφαιρα.

Το ελληνικό πολιτικό σκηνικό σκιαμαχεί όσο δεν ανοίγει το δημόσιο διάλογο, όχι για την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας που είναι δεδομένο πως πρέπει να συμβεί, αν θέλουμε να είμαστε ευρωπαϊκή χώρα καθώς είναι γενικότερη κατεύθυνση της Ε.Ε., αλλά για την πιθανότητα παραγωγής φθηνής και άφθονης ηλεκτρικής ενέργειας από πυρηνικά εργοστάσια.

Τα πυρηνικά εργοστάσια ενέχουν το κίνδυνο ενός πυρηνικού ατυχήματος και αυτό σε συνδυασμό με τη αδυναμία άρθρωσης ορθού λόγου από το λαϊκίζον πολιτικό σύστημα έχει δημιουργήσει προκαταλήψεις.

Αν δεν υπήρχαν πουθενά στην ευρύτερη περιοχή που ανήκει η χώρα μας πυρηνικά εργοστάσια θα είχε νόημα η αποφυγή του αυτού του ρίσκου με τίμημα την ακριβότερη ενέργεια ή την έκλυση καυσαερίων στην ατμόσφαιρα.

Από τη στιγμή όμως που στη γειτονική Βουλγαρία υπάρχουν παλιάς τεχνολογίας και υψηλού ρίσκου πυρηνικά εργοστάσια ή υπάρχουν σχέδια να δημιουργηθούν νέα εργοστάσια στην Τουρκία, η επιμονή της αποχής της Ελλάδας είναι άνευ αντικειμένου. Ενέχει τον κίνδυνο να πληρώσει τις συνέπειες ενός ατυχήματος σε γειτονική χώρα χωρίς να απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα της φθηνής πυρηνικής ενέργειας.

Επιπλέον καθώς η τεχνολογία έχει εξελιχθεί οι νέες πυρηνικές μονάδες ενέχουν πολύ λιγότερους κινδύνους από τις παλιότερες.

Ένας άλλος μύθος που δεσμεύει την ελληνική ενεργειακή πολιτική είναι αυτός του λιγνίτη ως αποδοτικού μέσου παραγωγής ενέργειας. Ο λιγνίτης θα αποτελούσε μοναδική διέξοδο αν η χώρα ήταν αποκλεισμένη πανταχόθεν. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει και μα βάση της συμμαχίες της είναι δύσκολο να συμβεί.

Ο λιγνίτης είναι άφθονος στην Ελλάδα αλλά χαμηλής θερμιδικής απόδοσης σε σχέση με το λιθάνθρακα. Επί της ουσίας ο λιγνίτης είναι κακής ποιότητας λιθάνθρακας ο οποίος δεν έχει ωριμάσει ακόμη.

Σε μερικές χιλιάδες χρόνια μπορεί να έχει ωριμάσει αλλά τότε μπορεί να μη τον χρειαζόμαστε.

Στο βαθμό που λιθάνθρακας μπορεί να φτάσει στην Ελλάδα σε φθηνές τιμές η χρήση του εγχώριου λιγνίτη για την παραγωγή είναι ασύμφορη. Θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο σε έκτακτες συνθήκες…

Η χρήση των μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από φυσικό αέριο θα είχε Κάποια αξία αν η εξαγωγή σχιστολιθικού αέριου στην Ευρώπη ρίξει τόσο τις τιμές που καταστήσει την παραγωγή ανταγωνιστική στο μέλλον.

Πάντως σε Κάθε περίπτωση στρατηγικής επιλογής της ενεργειακής επιλογής για το μέλλον, η δομή και η λειτουργία του κρατικού μονοπωλίου σήμερα δεν προάγει το συμφέρον της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας.

Ο κρατικομονοπωλιακός χαρακτήρας της ΔΕΗ έχει αποτύχει και αν δεν υπάρξουν δραστικές αλλαγές στο πλαίσιο συν επενδύσεις από το ιδιωτικό τομέα καθώς το κράτος έχει χρεοκοπήσει, η χώρα σύντομα θα έχει ελλείψεις ηλεκτρικής ενέργειας ακόμη και για την κάλυψη των αναγκών οικιακής χρήσης.

Όπως γράφαμε και στο άρθρο της περασμένης εβδομάδας το ζητούμενο δεν είναι η αντικατάσταση του κρατικού μονοπωλίου από ιδιωτικά ολιγοπώλια, αλλά απελευθέρωση της αγοράς με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και το συμφέρον της οικονομικής δραστηριότητας.

Από αυτή την άποψη ήρθε ο καιρός να συζητήσουμε για την άρση των φόρων στη ενέργεια και τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα δημιουργίας μονάδων με λιθάνθρακα ή πυρηνικά καύσιμα.

Πηγή: Capital